39. Left Forum, J.Holloway NewYork 03/2012

39. Left Forum NY.J.Holloway.22-10-2012

Left Forum στη Νέα Υόρκη – John Holloway 03/2012

hooper-barΓια μένα είναι πραγματικά ευχάριστο αλλά και λίγο τρομακτικό να βρίσκομαι εδώ μαζί σας, επειδή στην πραγματικότητα είναι η πρώτη φορά που μιλάω στην καρδιά της σατανικής αυτοκρατορίας. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω θερμά τους φρουρούς της πύλης στο αεροδρόμιο χτες που με άφησαν να μπω και να σας επισκεφθώ σ’ αυτή τη γη της «ελευθερίας», που μου επέτρεψαν να έρθω να σας δω στη φυλακή σας. Ίσως με άφησαν να περάσω επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια ανταρσία στη φυλακή, μια εξέγερση στην καρδιά της αυτοκρατορίας.
Είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε το 2011 που ξεχειλίζει στο τρέχον έτος, το 2012. Ένα έτος γεμάτο από ένδοξες εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο, καθώς η ανυπακοή μας έκανε ξεκάθαρο ότι εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου. Είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Αρκετά πια με το να λέμε ότι φταίνε οι καπιταλιστές, ότι είναι λάθος των τραπεζιτών. Η ίδια η σημασία αυτών των λόγων δεν είναι μόνο παράλογη αλλά και επικίνδυνη, επειδή μας θυματοποιεί. Το κεφάλαιο είναι μια σχέση κυριαρχίας και η κρίση του είναι κρίση της κυριαρχίας αφού οι κυρίαρχοι δεν είναι ικανοί να κυριαρχούν αποτελεσματικά. Μετά κατεβαίνουμε στους δρόμους και τους λέμε ότι είναι δικό τους λάθος; Τι λέμε ακριβώς; Ότι δεν ασκούν κυριαρχία αρκετά αποτελεσματικά; Είναι σίγουρα καλύτερο να δεχτούμε την πιο απλή εξήγηση και να πούμε ότι αν η σχέση κυριαρχίας βρίσκεται σε κρίση αυτό συμβαίνει επειδή οι κυριαρχούμενοι δεν πειθαρχούν αρκετά, επειδή δεν υποκλίνονται επαρκώς. Η έλλειψη υποταγής μας είναι η αιτία της κρίσης.

Το κεφάλαιο δεν είναι μόνο ένα σύστημα αδικίας, είναι ένα σύστημα που επιταχύνει την εκμετάλλευση, που εντείνει την καταστροφή. Αυτό μπορεί να αποδειχτεί με πολλούς τρόπους, με το νόμο της αξίας και τη συγκρότηση της αξίας από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας ή από τις θεωρίες για την πτωτική τάση του κέρδους. Το νόημα ωστόσο είναι ότι το κεφάλαιο είναι μια δυναμική που επιτίθεται. Υπάρχει μια ατέρμονη προσπάθεια να κινείται συνεχώς πιο γρήγορα, ένας αέναος μετασχηματισμός του τι σημαίνει καπιταλιστική εργασία. Αυτό δεν αφορά μόνο την εντατικοποίηση της εργασίας στα εργοστάσια αλλά την συνεχώς αυξανόμενη υποταγή όλων των εκφάνσεων της ζωής στη λογική του κεφαλαίου. Η ίδια η ύπαρξη του κεφαλαίου είναι το αδιάλειπτο στρίψιμο της βίδας και η κρίση είναι απλώς η εκδήλωση ότι η βίδα δεν βιδώνεται αρκετά γρήγορα, ότι κάπου συναντά αντίσταση. Αντίσταση στους δρόμους και τις πλατείες ίσως, οργανωμένη αντίσταση σίγουρα, αλλά επιπλέον ίσως είναι η αντίσταση των γονιών που θέλουν να παίξουν με τα παιδιά τους, των εραστών που θέλουν να μείνουν μια ώρα ακόμη στο κρεβάτι, των φοιτητών που σκέφτονται ότι χρειάζονται χρόνο για κριτική σκέψη, των ανθρώπων που ακόμα ονειρεύονται ότι είναι άνθρωποι. Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς που δεν σκύβουμε αρκετά το κεφάλι, εμείς που δεν τρέχουμε αρκετά γρήγορα.
Και η κατάσταση της κρίσης έχει στ’ αλήθεια δύο διεξόδους. Η μία είναι να πούμε, συγνώμη για την έλλειψη υποταγής μας και να ζητήσουμε περισσότερη απασχόληση, περισσότερες δουλειές. «Σας παρακαλούμε, εκμεταλλευτείτε μας περισσότερο και θα εργαστούμε σκληρότερα και πιο γρήγορα, θα υποτάξουμε κάθε πτυχή της ζωής μας στο κεφάλαιο, θα ξεχάσουμε όλες αυτές τις παιδιάστικες ανοησίες του παιχνιδιού, της αγάπης και της σκέψης». Αυτή είναι η λογική της αλλοτριωμένης εργασίας, η αναποτελεσματική λογική της πάλης από και μέσω της εργασίας, που γίνεται αντιληπτή ως αλλοτριωμένη εργασία, ενάντια στο κεφάλαιο. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη διέξοδο δεν είναι μόνο ότι χάνουμε την ανθρωπιά μας αλλά ότι αναπαράγουμε το σύστημα που μας καταστρέφει. Αν καταφέρουμε τελικά, πράγμα μάλλον απίθανο, να βοηθήσουμε το κεφάλαιο να ξεπεράσει τις κρίσεις του τότε θα συνεχίσει πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα να υποτάσσει κάθε μορφή ζωής, ανθρώπινης και μη, στις εντεινόμενες απαιτήσεις της παραγωγής αξίας. Και έπειτα θα έρθει μια άλλη κρίση και μετά μια άλλη και μια άλλη, όχι για πάντα επειδή ίσως δεν αρκετά μακριά η εξαφάνιση της ανθρωπότητας.

l.osinov.pasternackΗ εναλλακτική, επειδή νομίζω ότι είναι η μόνη εναλλακτική, είναι να πούμε ανοιχτά όχι, λυπούμαστε, εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και δεν θα γονατίσουμε, δεν θα δεχτούμε αυτό που μας κάνει το κεφάλαιο, είμαστε περήφανοι για την έλλειψη υπακοής και την άρνησή μας να υποκύψουμε στην καταστροφική δύναμη του κεφαλαίου. Είμαστε περήφανοι που είμαστε η κρίση του συστήματος που μας καταστρέφει.

Κοιτάξτε την Ελλάδα, το επίκεντρο της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εκεί η κρίση είναι ξεκάθαρα κρίση ανυποταγής. Οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί δηλώνουν πως οι Έλληνες δεν υποκύπτουν αρκετά, δεν εργάζονται αρκετά σκληρά, τους αρέσει να κοιμούνται το μεσημέρι και να βγαίνουν το βράδυ και τώρα πρέπει να πάρουν ένα μάθημα, πρέπει να μάθουν τι σημαίνει αληθινός καπιταλιστικός εργάτης. Και δίνοντας ένα μάθημα στους Έλληνες προτίθενται επίσης να δώσουν ένα μάθημα στους Πορτογάλους, στους Ισπανούς, τους Ιταλούς, τους Ιρλανδούς και όλους τους υπόλοιπους ανυπότακτους του κόσμου.
Και απέναντι σε αυτή την κατάσταση υπάρχουν μόνο δύο εκδοχές. Η μία είναι να πούμε όχι, όχι, είμαστε καλοί εργάτες, απλώς δώστε μας περισσότερες δουλειές και θα σας δείξουμε πόσο σκληρά μπορούμε να εργαστούμε, θα ξαναχτίσουμε τον καπιταλισμό στην Ελλάδα. Και η άλλη εκδοχή είναι να πούμε, ναι, έχετε δίκιο, είμαστε τεμπέληδες και θα παλέψουμε για το δικαίωμά μας στην τεμπελιά. Θα παλέψουμε για να μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα με τον δικό μας ρυθμό, με τον τρόπο που εμείς θεωρούμε σωστό, θα παλέψουμε για τον μεσημεριανό μας ύπνο και να για να βγαίνουμε αργά το βράδυ. Επομένως λέμε όχι στο κεφάλαιο και στην καπιταλιστική εργασία, επειδή όλοι ξέρουμε ότι η καπιταλιστική εργασία κυριολεκτικά καταστρέφει τη γη, καταστρέφει τις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρέπει να χτίσουμε μια διαφορετική μορφή κοινωνικότητας.
Bernard- BuffetΗ πρώτη λύση του να πούμε ότι είμαστε καλοί εργάτες μοιάζει περισσότερο απλή, περισσότερο προφανής αλλά πιθανώς είναι μόνο μια αυταπάτη επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές αναφέρουν ότι η ύφεση στην Ελλάδα θα διαρκέσει πολλά χρόνια άσχετα με το πόσο θα συμμορφωθούν οι Έλληνες. Αν θέλετε να μάθετε με τι μοιάζει η παράταση της αποτυχίας του κεφαλαίου χωρίς την ελπίδα μιας ριζικής αλλαγής, τότε απλώς κοιτάξτε πέρα από τα σύνορά σας την τραγωδία στο Μεξικό ή κοιτάξτε πιο κοντά τις δικές σας πόλεις. Η άλλη επιλογή του να πούμε όχι στο κεφάλαιο και να οικοδομήσουμε μια διαφορετική κοινωνική σχέση είναι αυτό που πολλοί Έλληνες προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτή τη στιγμή από επιλογή και από ανάγκη. Αν το κεφάλαιο δεν μπορεί να παρέχει την υλική βάση ζωής, τότε πρέπει να την δημιουργήσουμε με άλλους τρόπους, συγκροτώντας δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης, διακηρύσσοντας «κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα» και οργανώνοντας ομάδες ηλεκτρολόγων που επανασυνδέουν το ρεύμα· με το «δεν πληρώνω» φόρους και διόδια· μέσω του κινήματος της πατάτας με το οποίο αγρότες διανείμουν αγροτικά προϊόντα κατευθείαν στις πόλεις σε πολύ χαμηλές τιμές, μέσω της ίδρυσης ανταλλακτικών παζαριών, της δημιουργίας κοινοτικών κήπων και της επιστροφής στην ύπαιθρο· επίσης με την ανάκτηση εργοστασίων, ενός νοσοκομείου και μιας εφημερίδας. Αυτή είναι μια περίπλοκη και πολύ πειραματική μορφή να προχωρήσουμε, στην οποία δεν υφίσταται σωστή πολιτική γραμμή ούτε επαναστατική καθαρότητα, αποτελεί μια προεικονιστική μορφή κοινωνικότητας όχι ακόμη αρκετά δυνατής ώστε να διασφαλίσει την επιβίωσή μας. Και πρέπει να υπάρχουν δεσμεύσεις, αλλά είναι ξεκάθαρα η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να ωθήσουμε τα πράγματα και να ωθηθούμε και εμείς οι ίδιοι.

Ο κόσμος που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, είναι ένας κόσμος χωρίς απαντήσεις, ένας κόσμος όπου περπατάμε ρωτώντας, ο κόσμος ενός πειράματος. Αλλά καθοδηγούμαστε από το όχι μας ενάντια στο απάνθρωπο, ξεδιάντροπο, καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα και από ένα ουτοπικό αστέρι που ανατέλλει από τις ελπίδες και τα όνειρα αιώνων πάλης. Η κρίση επομένως μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτές τις δύο επιλογές. Είτε θα επιλέξουμε τη λεωφόρο της υποταγής στη λογική του κεφαλαίου έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οδηγεί αναπόφευκτα στην αυτο-εκμηδένιση της ανθρωπότητας, είτε θα ακολουθήσουμε τα επικίνδυνα μονοπάτια, πολλά μονοπάτια, επινόησης ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα, μέσα από τις ρωγμές που δημιουργούμε στην καπιταλιστική κυριαρχία. Και καθώς επινοούμε διαφορετικούς κόσμους βλέπουμε τώρα, καθαρά, πως εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς είμαστε η κρίση ενάντια στην βιασύνη να καταστραφεί ο κόσμος και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Εμείς είμαστε ο νέος κόσμος που λέει «στα τσακίδια κεφάλαιο».  (JOHN HOLLOWAY, Νέα Υόρκη, 18 Μαρτίου 2012 )
πηγή: http://efimeridadrasi.blogspot.com/2012/04/left-forun.html

JOHN HOLLOWAY: http://en.wikipedia.org/wiki/John_Holloway_%28sociologist%29
και αρχείο με κείμενα του στα Αγγλικά: http://libcom.org/tags/john-holloway

ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

ezln.women gathering tim russo

Advertisements

38. «η σύγκρουση με το νόμο ως έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής…»

38. Law.clash.pm.22-10-2012

«Η σύγκρουση με το νόμο ως έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής…»*

andy_warhol.MaoΌταν το αντικειμενικό “σύστημα των δεοντολογικών κανόνων” έχει γίνει ε σ ω τ ε ρ ι κ ό ς Νόμος των ατόμων, χωρίς το κύρος του να τίθεται υπό αμφισβήτηση, τότε έχουμε σύνδρομο “συναίσθημα ενοχής” και παράλληλα τάσεις υπερνίκησής του (παραγωγή διαστρεβλωμένων εκδοχών του πραγματικού που ο Φρόυντ ονομάζει “εκλογικεύσεις”).
Η ε π α ν α σ τ α τ ι κ ή Π ρ ά ξ η, που, σαν “παράνομη” πράξη, αποβλέπει στην καταστροφή των υπαρχόντων κοινωνικών δομών και την δημιουργία νέων τρόπων συμβίωσης, είναι η πιο ριζική έμπρακτη κριτική του Δικαίου και της κοινωνίας. Για την κυρίαρχη αστική τάξη η καταστροφή του δεδομένου τύπου κοινωνικών δομών είναι αδύνατη ‘ το μοντέλο του καπιταλισμού ανυπέρβλητο ‘ η κατάργηση της ίδιας της κυριαρχίας αδιανόητη ‘ το σχήμα “διατάσσων – εκτελών” αιώνιο ‘ το μέλλον “αιώνια ανακύκληση”, εναλλαγή κυριάρχων και η εξέλιξη του κόσμου πλέον στο όριό της – μια ιστορική ακινησία. Μια τέτοια “φιλοσοφία της ιστορίας” αναφέρει ο Μ. Λαμπρίδης έχει και την αντίστοιχη “ηθική”: η σύγκρουση με την “ιστορική αναγκαιότητα” είναι ανοησία, η πάλη για την απελευθέρωση του ανθρώπινου δυναμικού δονκιχωτισμός… Η αστική άποψη δεν δέχεται ότι η επαναστατική Πράξη ενσαρκώνει πράγματι αρχές ξένες και εχθρικές προς τον καπιταλισμό, ότι δημιουργεί πρωτότυπες μορφές οργάνωσης και ζωής – τρόπους ελευθερίας. Ο ένοχος είναι μια ηθική προσωπικότητα, και η ε ν ο χ ή μια ηθική στάση, που έχει το νόημα κριτικής του Δικαίου και της κοινωνίας γενικά. Η μή συμμόρφωση προς το σύστημα των κανόνων που επιτάσσουν αυταρχικά ορισμένου τύπου συμπεριφορά, αποτελεί α μ φ ι σ β ή τ η σ η της ορθότητας του συστήματος αυτού, αλλά μπορεί να θεωρηθεί κ ρ ι τ ι κ ή ;
Η κλοπή που διαπράττει ένας φ τ ω χ ό ς είναι ε ξ α ν τ ι κ ε ι μ έ ν ο υ κριτική του καθεστώτος. Από μόνη της, άσχετα προς την υποκειμενική πεποίθηση του δράστη για τον δίκαιο ή μή χαρακτήρα του Δικαίου, σαν παράβαση δηλώνει ότι η διαρρύθμιση των σχέσεων δεν είναι πρόσφορη ‘ η επιβίωση δεν εξασφαλίζεται παρά με ρ ή γ μ α στο Δίκαιο. Όμως για να αποφανθούμε εάν η παράβαση του νόμου είναι έμπρακτη κ ρ ι τα ι κ ή του καθεστώτος, η θ ι κ ή πράξη, θα πρέπει να εξετάσουμε αφ’ ενός τον βαθμό σ υ μ μ ε τ ο χ ή ς του Ε γ ώ στη πράξη, και αφ’ ετέρου το ε ί δ ο ς των α ξ ι ώ ν, εν ονόματι των οποίων γίνεται η προσβολή, τις πεποιθήσεις, τις εκτιμήσεις, την “ιδεολογία”, τους τελικούς στόχους του δράστη. Χρειάζεται δηλαδή διερεύνηση της π ρ ο σ ω π ι κ ό τ η τ α ς του παραβάτη, των ειδών των παράνομων πράξεων και των ψυχικών διαδικασιών που καθιστούν δυνατή την τέλεσή τους.

Έτσι, για παράδειγμα, δ ε ν αποτελούν έμπρακτη κριτική της κοινωνίας τα εγκλήματα: νοητικά καθυστερημένων ή μανιακών (ανύπαρκτη συμμετοχή του Εγώ στην πράξη), ατόμων με μή ανεπτηγμένο Υπερ-Εγώ (άμεση πραγματοποίηση παρορμήσεων χωρίς αναστολή εκ των ένδων), τα αδικήματα εξ αμελείας, τα παρορμητικά ή τα προσδιορισμένα από νεύρωση, καθώς και αυτά από προϋπάρχον συναίσθημα ενοχής. Για να είναι η σύγκρουση με το νόμο αληθινά έμπρακτη κριτική της κοινωνίας θα πρέπει να γίνεται ε ν σ υ ν ε ί δ η τ α και ως σ υ ν έ π ε ι α ενός λίγο ή πολύ α ν τ ί μ α χ ο υ συστήματος αξιών. Για τον “κ ο ι ν ω ν ι κ ό ε π α ν α σ τ ά τ η”, το Δίκαιο, οι βασικοί κοινωνικοί θεσμοί, η αυταρχική ρύθμιση της κοινωνικής ζωής, η εξαναγκαστική καθυπόταξη της κοινωνικής συμπεριφοράς των ανθρώπων σε καθορισμένους τύπους, είναι προς το συμφέρον κυρίως της οικονομικά ισχυρής, της εκμεταλλεύτριας τάξης. Το Δίκαιο εκφράζει την κυρίαρχη βούληση αυτής της τάξης και είναι αξεχώριστο από την ταξική εκμεταλλευτική δομή της κοινωνίας. Η “έννομος τάξη” είναι απάνθρωπη, το Δίκαιο είναι άδικο. Η “νομιμότητα” είναι υποταγή στην εκμετάλλευση, η παραδοχή της αδικίας και η μή συμμόρφωση αντίδραση σ’ αυτήν ‘ η “παρανομία” καταστροφή των εκμεταλλευτικών δομών. Η επαναστατική βούληση και πράξη, τείνει στην κατάλυση ενός συστήματος αυταρχικής ρύθμισης της κοινωνικής ζωής που κρίνεται ως απάνθρωπο και άδικο, και στην αντικατάστασή του μ’ έναν άλλο, ριζικά διαφορετικό, κώδικα συμπεριφοράς και μ’ ένα σύστημα αξιών ανθρώπινο, δίκαιο, που ν’ αντιστοιχεί στις πραγματικές ανάγκες και στην ελεύθερη ανάπτυξη του συνόλου του πληθυσμού. Επομένως “εγκλήματα” προσδιορισμένα απ’ αυτά τα κίνητρα, προθέσεις και στόχους αποτελούν την πιο συνεπή ίσως έμπρακτη κριτική του κοινωνικού καθεστώτος και οι “ένοχοι” πραγματώνουν μια κατ’ εξοχήν ηθική Πράξη.

Τί συμβαίνει στην περίπτωση του λεγόμενου ο ρ γ α ν ω μ έ ν ο υ ε γ κ λ ή μ α τ ο ς (συμμορίες εξ επαγγέλματος εγκληματιών κλπ.); Εδώ το καίριο σημείο είναι ότι οι οργανωμένοι αυτοί σύνδεσμοι – μολονότι διέπονται από μια ηθική διαφορετική από τον επίσημο νόμο, συγκρουόμενη μ’ αυτόν – δ ε ν θ έ τ ο υ ν υ π ό α μ φ ι σ β ή τ η σ η κατ’ αρχήν τις β ά σ ε ι ς της συνολικής ε π ί σ η μ η ς κοινωνίας, αλλά απεναντίας, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί και παράγει αγαθά είναι η αναγκαία πρϋπόθεση για την ύπαρξη της δικής τους ιδιαίτερης μικρής κοινωνίας.

ivan.kudriashev-redΜήπως και ο πολιτικός επαναστάτης δεν αποβλέπει κι αυτός σε τίποτ’ άλλο παρά να ενταχθεί στην κοινωνία την οποία καταπολεμά ; Μήπως αποβλέπει σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης όπου επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ρόλο του διευθύνοντος, του ηγέτη ; Αυτή η άποψη θέλει να πεί εν τέλει πως η επαναστατική συνείδηση δεν είναι παρά “ιδεολογία” (με την έννοια της “εκλογίκευσης” – η ε κ λ ο γ ί κ ε υ σ η είναι η ασυνείδητη εκείνη διαδικασία που αποκρύπτει τα πραγματικά κίνητρα πράξεων και ιδεών -απωθημένα γιατί αποδοκιμάζονται- και τείνει να τα υποκαταστήσει με επινοήσεις που προσκομίζουν μια παραδεκτή εκδοχή, συνέπεια της επιθυμίας δικαιολόγησης, υπερνίκησης των εσωτερικών συγκρούσεων). Δηλαδή ότι το κ ί ν η τ ρ ο της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι ένα προϊόν ασυνείδητων διεργασιών για να καλύψει τα πραγματικά, ασυνείδητα, κίνητρα, που δεν είναι καθόλου η καταστροφή του κοινωνικού συστήματος και η θεμελίωση ενός νέου ριζικά διαφορετικού, αλλά η ανομολόγητη σκοτεινή έφεση για ταύτιση, ενσωμάτωση, ολοκλήρωση, προβολή και ανάδειξη μ έ σ α σ’ α υ τ ή ν την κοινωνία που μας αδικεί ή σε μια κοινωνία ί δ ι ο υ τ ύ π ο υ. Ο επαναστατημένος άνθρωπος, με την εξέγερσή του, μήπως απλώς αναπαράγει –
υποκατάστατα – το “οιδιπόδειο σύμπλεγμα”; Μήπως απλώς είναι νευρωτικός, ψυχασθενής; Άλλη παραλλαγή: η επαναστατική στάση είναι ένας συνδυασμός από “θεαματικό σύμπλεγμα” και “συναίσθημα ενοχής”. Ο ήρωας πρέπει “να εκτεθεί”, με διττή έννοια: “να εκτεθεί ασπαζόμενος ευγενικές ιδέες, κάνοντας μεγαλειώδεις πράξεις άξιες θαυμασμού” και “να εκτεθεί στους κινδύνους, καταδιωκόμενος, βασανιζόμενος, σύμφωνα με τις μαζοχιστικές τάσεις αυτοτιμωρίας “.

Το “οιδιπόδειο σύμπλεγμα” και η σχετική μ’ αυτό ασυνείδητη ψυχική λειτουργία , η ψυχοπαθολογία γενικά, δ ε ν επαρκεί για να καλύψει το εκτεταμένο ιστορικό φαινόμενο που είναι η επαναστατική θεωρία και πράξη. Το ότι η ιστορική πείρα σχετικά με την κατάληξη όλων των επαναστάσεων να εγκαθιδρύσουν καθεστώς το ίδιο εξουσιαστικό με αυτό που καταλύσανε, το ότι πρώην “επαναστάτες” ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν τα πιο επονείδιστα εκτελεστικά έργα υλικής και πνευματικής βίας , το ότι κατηγορίες “κοινωνικών αγωνιστών” όπως οι ρεφορμιστές και οι εργατοπατέρες όχι μόνο ασυνείδητα αλλά και συνειδητά δεν θέλουν την κατάργηση του υφιστάμενου καθεστώτος, γιατί αυτό είναι ο αναγκαίος ιστορικός όρος της ύπαρξής τους και του βιοπορισμού τους, το ότι τα σταλινικά κόμματα , αναλαμβάνοντας την εξουσία, εγκαθίδρυσαν τυραννικά και εκμεταλλευτικά καθεστώτα, το ότι θεωρητικές και οργανωτικές αρχές, που διέπουν ορισμένου τύπου οργανώσεις, περικλείουν “δυνάμει” την αναπαραγωγή της βασικής σχέσης που χαρακτηρίζει το υπάρχον εκμεταλλευτικό καθεστώς, δηλαδή τον διαφορισμό αποφασίζοντος και εκτελούντος, επιτάσσοντος και υποτασσομένου, αφέντη και δούλου…, όλα αυτά (και πολλά άλλα) είναι ασφαλώς αληθινά , και μπορούν, με μια έννοια, να εξηγηθούν κοινωνικο-ιστορικά. Όμως δεν μπορούν να καλύψουν να εξαντλήσουν ολόκληρο το επαναστατικό φαινόμενο.

carolnelsonΤο να μή συλλαμβάνει κανείς παρά μια εικόνα του επαναστάτη ως ατόμου κοινωνικά απροσάρμοστου που τείνει προς την προσαρμογή και επιδιώκει προβολή και επιβολή από ανώμαλους, επώδυνους για τον εαυτό του και τόσο ενοχλητικούς για την καθεστηκυϊα τάξη δρόμους, ίσως να σημαίνει τελικά πως α υ τ ό ς ο ίδιος δεν υπερβαίνει το κυρίαρχο μοντέλο. Εκείνο που χαρακτηρίζει, τελικά, το επαναστατικό φαινόμενο στην ουσία του είναι ότι: τα σ υ ν ε ι δ η τ ά κίνητρα για την υπέρβαση της κατεστημένης καταπιεστικής μορφής πολιτισμού, για ριζικά καινούριους τρόπους πραγμάτωσης του ανθρώπου, η έφεση της ελευθερίας, η ιδέα του αυτοκαθορισμού, του ανθρωπισμού, της αξιοπρέπειας , είναι τα π ρ α γ μ α τ ι κ ά και ε π α ρ κ ή κ ί ν η τ ρ α της επαναστατικής στάσης. Η επανάσταση είναι π ο ι ο τα ι κ ό άλμα, αλλαγή του περιεχομένου των κοινωνικών σχέσεων. Εξετάζοντας το συναίσθημα ενοχής που συνδέεται με την αντίθεση προς το ισχύον Δίκαιο, προς τον επίσημο κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς, πρέπει να σημειώσουμε ότι : π ρ ο ϋ π ό θ ε σ η για να γεννηθεί αυτό είναι το άτομο όχι απλώς να συμμορφώνεται με το μέσον του εξωτερικού καταναγκασμού, με τον φόβο της τιμωρίας, αλλά να έχει κάνει π ε π ο ί θ η σ η, δ ι κ ο ύ ς του ν ό μ ο υ ς μέσα του τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Όχι απλώς να έχει παραδεχτεί την πραγματικότητα, αλλά να την έχει ε σ ω τ ε ρ ι κ ε ύ σ ε ι. Όταν ο Νόμος, οι εξωτερικοί καταναγκασμοί, έχουν γίνει πεποίθηση (το “σωστό”, το “δίκαιο”, το “ηθικό”) για το άτομο – τότε η παράβαση γεννάει συναίσθημα ενοχής.

Χαρακτηριστικό συναίσθημα για τον επαγγελματία παραβάτη του Νόμου δεν είναι αυτό της ενοχής, αλλά ο φόβος της τιμωρίας. Για τον κοινωνικό επαναστάτη δεν υπάρχουν οι ψυχολογικές προϋποθέσεις για την παραγωγή συναισθήματος ενοχής ‘ στην πραγματικότητα όμως, στην επαναστατική δράση είναι δυνατόν να έρθει σε σύγκρουση και με κάποιες άλλες αξίες που έχουν σημασία γι’ αυτόν. Πρόκειται για α ν τ ι ν ο μ ί α , απ’ όπου αναφύονται αισθήματα οδυνηρά και πολύ πιο σύνθετα, συγκρούσεις: επιδιώκοντας να δώσει ανθρώπινο σχήμα στην ύπαρξη χάνει ο ίδιος την ανθρώπινη υπόσταση…
Κάτι ακόμη, το θέμα της α υ θ α ι ρ ε σ ί α ς: κεκαλυμμένη ή απροσχημάτιστη παράβαση των νόμων από τους ίδιους τους φορείς της εξουσίας. Το σύγχρονο Κ ρ ά τ ο ς προφυλάσσει με ασφάλεια τους όρους της καπιταλιστικής μορφής παραγωγής κατά των όποιων προσβολών ‘ και το Δίκαιο που εξουσιαστικά επιτάσσει είναι η νομική έκφραση της εκμετάλλευσης και της ταξικής κυριαρχίας. Με το μονοπώλιο της υλικής βίας, την εξουσία που περιβάλλει τα όργανά του, υποχρεώνει σε νομιμόφρονη συμπεριφορά (χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι κ ά θ ε κανόνας και νόμος είναι “ταξικός” – αναφερόμαστε στους βασικούς θεσμούς : σχέσεις ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, σχέσεις εργοδοτών και μισθωτών, ατομικές ελευθερίες, ανάδειξη κρατικών οργάνων κλπ.). Πώς ερμηνεύεται η παραβίαση από το Κράτος και το Παρακράτος του συντάγματος, των νόμων, του Δίκαιου; Πώς να εξηγήσουμε την αυθαιρεσία και την «κατάχρηση εξουσίας”; Φάκελοι, πυροβολισμόι εναντίον διαδηλωτών και απεργών, ανακρίσεις, βασανιστήρια, εξορίες, απαγωγές, κακοποιήσεις, δολοφονίες από “αγνώστους”, δίκες σκοπιμότητας, σκευωρίες, καταδίκες χωρίς αποδεικτικά στοιχεία…

Το Δ ί κ α ι ο καλύπτει, κρύβει τον ταξικό μεροληπτικό ρόλο του, μοιάζει απρόσωπο, αμερόληπτο. Σε αντίθεση με περιόδους κοινωνικής σταθερότητας, σε περιστάσεις αναταραχής και έντασης των κοινωνικών συγκρούσεων τα προσωπεία πέφτουν: το σκηνικό αλλάζει και νόμος γίνεται η αυθαιρεσία και η στυγνή βία κατά των αντιφρονούντων. Ο επίσημος διώκτης του “εγκληματία” βρίσκεται σε μια κρυφή συγγένεια μ’ αυτόν. Συνταυτιζόμενος με την τιμωρό κοινωνία έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τις επιθετικές τάσεις του, ανεμπόδιστα, χωρίς συναίσθημα ενοχής και φόβου, με επιτρεπόμενες,”εξυψωμένες”μορφές… «Ο πιο μεγάλος κίνδυνος» για ένα επαναστατικό κίνημα είναι ακριβώς η υιοθέτηση (με οποιοδήποτε πρόσχημα) ιδεών, νοοτροπίας, κανόνων, μεθόδων και συμβόλων της καθεστηκυίας τάξης που καταπολεμά. Εάν κάτι τέτοιο συμβεί, η κατάληξη είναι η αναπαραγωγή της σχέσης κυρίαρχου – κυριαρχούμενου και αυτό που αλλάζει είναι μόνο οι μορφές της κυριαρχίας.
(*Μ.Λαμπρίδης, εκδόσεις Έρασμος)

ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

The-anarchist-bombs-that-rocked-23-Wall-Street

37. “ Völkische Kultur vs Zivilisation ” (j.herf) hitler

37. Jeffrey.Herf.hitler.10-11-2012

“ Völkische Kultur vs Zivilisation ”

Herbert.von.Reyl-HanischDuel1932[…] οι συντηρητικοί επαναστάτες ήταν εθνικιστές που
πίστευαν ότι οι αρετές του γερμανικού Volk [=λαού] ήταν ανώτερες από τις καταστρεπτικές επιρροές του δυτικού
καπιταλισμού και φιλελευθερισμού από τη μια, και του μαρξιστικού σοσιαλισμού από την άλλη. Aυτό προσέδωσε
στα κείμενά τους έναν κυρίαρχο αντιμοντερνιστικό τόνο. Yπεράσπιζαν τη Völkische Kultur [=λαϊκή κουλτούρα]
απέναντι στην κοσμοπολίτικη Zivilisation [=τεχνικός πολιτισμός]. H πρώτη είχε τις ρίζες της στο λαό. H δεύτερη
ήταν άψυχη, εξωτερική, τεχνητή.
Γι’ αυτούς «Tο Bερολίνο ήταν η άκαρδη μητρόπολη των αριστερών διανοουμένων, της πορνογραφίας και της
μαζικής κατανάλωσης.» […]

Tο κεντρικό αντιθετικό δίπολο του εθνικισμού τους ήταν αυτό της Kultur vs Zivilisation. Aπό τη μια μεριά έστεκε το
Volk ως κοινότητα αίματος, φυλής και πολιτιστικής παράδοσης. Aπό την άλλη βρισκόταν η απειλή του
Amerikanismus, ο φιλελευθερισμός, το εμπόριο, ο υλισμός, το κοινοβούλιο με τα πολιτικά κόμματα, και η
Δημοκρατία της Bαϊμάρης. O εθνικισμός λειτουργούσε ως μια εγκόσμια θρησκεία που υποσχόταν μια εναλλακτική
λύση απέναντι σε έναν κόσμο που υπέφερε από υπερβολική δόση καπιταλιστικού και κομμουνιστικού
εξορθολογισμού. […]

ο αντισημιτισμός δεν ήταν απών από τη συντηρητική επανάσταση. Mερικοί πίστευαν ότι η πορεία της πολιτιστικής
παρακμής και της ηθικής αποσύνθεσης στη Bαϊμάρη δεν ήταν διόλου συμπτωματική, αλλά αποτελούσε τμήμα μιας
ενορχηστρωμένης και καλοσχεδιασμένης συνωμοσίας του διεθνούς εβραϊσμού, που είχε ως στόχο να υποσκάψει
κάθε τι το υγιές στη Γερμανία, έτσι ώστε η χώρα να μην μπορέσει ποτέ να ανακάμψει και να μεγαλουργήσει. […]

thomas.moran-haunted.houseυποστήριζαν ότι η Gemeinschaft [=κοινότητα] ήταν κάτι το αφ’ εαυτού καλό και ενωμένο, σε αντίθεση με τη
διχασμένη και κατακερματισμένη Gesellschaft [=κοινωνία]. H ιδέα της Gemeinschaft, και αργότερα αυτή της
Volksgemeinschaft [=λαϊκής κοινότητας], πήρε αυταρχικές προεκτάσεις. Διακήρυσσε την ύπαρξη μιας κοινωνικής
αρμονίας δίχως να μιλάει για τις υπαρκτές κοινωνικές συγκρούσεις, και εγκαθίδρυε μια ηθική και ηθικολογική βάση
για την ατομική θυσία και την υποταγή στις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις. […]

O εθνικιστικός ιδεαλισμός ήταν προορισμένος να θριαμβεύσει επί των εγωιστικών συμφερόντων των συνδικάτων
και της υλιστικής φιλοσοφίας των αριστερών κομμάτων. […]

Eνώ η άκρα Aριστερά επιδίωκε το τέλος της κυριαρχίας της οικονομίας πάνω στην κοινωνική ζωή μέσω μιας
κομμουνιστικής επανάστασης, οι της άκρας Δεξιάς επιδίωκαν έναν παρόμοιο στόχο μέσω της επέκτασης του
κράτους πάνω στην κοινωνία. […]

Ernst Ludwig Kirchner-greenwomenOρισμένες προσωπικότητες της συντηρητικής επανάστασης, όπως οι «εθνικομπολσεβίκοι» γύρω από τον Eρνστ
Nήκις (Ernst Niekisch), ερμήνευσαν τη συμμαχία του Βαν ντεν Mπρουκ με τους «νεαρούς λαούς» σαν ένα κάλεσμα
για μια γερμανο-ρωσική συμμαχία θεμελιωμένη πάνω σε έναν κοινό αντιφιλελευθερισμό και σε μιαν απέχθεια προς
τις δυτικές δημοκρατίες. Aλλά ο Σπένγκλερ (και αργότερα ο Xάιντεγγερ) υποστήριζε μιαν άποψη που ήταν
περισσότερο αποδεκτή, ότι δηλαδή η Γερμανία ως «ενδιάμεσο» έθνος θα έπρεπε να ακολουθήσει έναν «τρίτο
δρόμο» ανάμεσα στην καπιταλιστική Δύση και την κομμουνιστική Aνατολή. O σοσιαλισμός, ισχυριζόταν ο
Σπένγκλερ, πρέπει να γίνει συμβατός με τις αντιφιλελεύθερες, αυταρχικές παραδόσεις του γερμανικού εθνικισμού.
[…]
Eπειδή είτε ποτέ τους δεν προσχώρησαν στο ναζιστικό κόμμα (Γιούνγκερ, Φράυερ, Zόμπαρτ, Σπένγκλερ), είτε
προσχώρησαν για ένα μικρό μόνο διάστημα (Xάιντεγγερ, Σμιτ), κάποιοι αναλυτές τόνισαν το χάσμα ανάμεσα στις
απόψεις τους και σ’ εκείνες του εθνικοσοσιαλισμού. Aλλά οι ομοιότητες είναι σημαντικότερες από τις διαφορές. Eίτε
αυτό τους άρεσε, είτε όχι, ο Xίτλερ επιχείρησε να πραγματοποιήσει την πολιτιστική επανάσταση που αυτοί
επαγγέλλονταν. Ίσως να ακούγεται παράξενο να χαρακτηρίζει κανείς τον Xίτλερ πολιτιστικό επαναστάτη, όμως
τόσο οι ρίζες του όσο και οι προθέσεις του οδηγούν προς αυτή την κατεύθυνση. Mαζί με τους αντιδραστικούς
μοντερνιστές, συμμεριζόταν μια ιδεολογία της βούλησης, που κατάγεται από τον Nίτσε και τον Σοπενχάουερ, μιαν
άποψη που θεωρεί την πολιτική αισθητικό έργο, μια κοινωνικο-δαρβινιστική αντίληψη για την πολιτική ως πάλη,
τον ανορθολογισμό και τον αντισημιτισμό, καθώς και την αίσθηση πως η Γερμανία βυθιζόταν σε μία απελπιστική
κατάσταση εκφυλισμού.

Procession_de_la_Ligue1590

O Xίτλερ υποσχέθηκε να αναστρέψει αυτήν την πορεία χτυπώντας την κύρια πηγή της
αρρρώστιας, τους Eβραίους. H ιδιοφυΐα του έγκειται εν μέρει στο ότι έπεισε αυτούς που τον ακολουθούσαν ότι θα
διεξήγαγε μια πολιτιστική επανάσταση και ότι θα σταματούσε την πορεία απομάγευσης του κόσμου προς την οποία
ωθούσαν ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός, δίχως όμως να οδηγήσει τη Γερμανία πίσω στην προβιομηχανική
αδυναμία. Όπως οι αντιδραστικοί μοντερνιστές, έτσι κι αυτός περιφρονούσε το λαϊκό βουκολισμό, πρεσβεύοντας
αυτό που ο Γκαίμπελς αποκαλούσε «ατσαλένιο ρομαντισμό». Aντίθετα όμως μ’ αυτούς, ο Xίτλερ είχε δεσμευτεί να
ακολουθήσει τις συνέπειες των ιδεών τους μέχρι τη λογική τους απόληξη τον πόλεμο και τη μαζική εξόντωση. […]

η βιασύνη για συγκρίσεις συσκότισε τη γερμανική μοναδικότητα. Πουθενά αλλού στην Eυρώπη η τεχνολογική
νεωτερικότητα και η ρομαντική διαμαρτυρία δεν συγκρούστηκαν με τόση σφοδρότητα όσο στη Γερμανία. Πουθενά
αλλού δεν υπήρξε τόσο ταχεία εκβιομηχάνιση με την απουσία επιτυχημένης αστικής επανάστασης. Kαι πουθενά
αλλού η διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό δεν αποτέλεσε συστατικό στοιχείο στη διαμόρφωση της εθνικής
ταυτότητας, όπως έγινε στη Γερμανία από τις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα και ως τη Bαϊμάρη. […]
(Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός, Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Τρίτο Ράιχ,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996)

otto_dix-Straßenkampf.Street Fight. 1927……………Σε διάστημα λίγων μηνών μετά την άνοδο του Xίτλερ στην εξουσία (1933) οι Nαζί κατόρθωσαν να
ελέγξουν και να αναδιοργανώσουν τη δημόσια ζωή σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της Γερμανίας. Για το σκοπό
αυτό χρησιμοποίησαν εκτός των άλλων τα νέα μέσα της εποχής: το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο. […]

Eιδικά το ραδιόφωνο μετατράπηκε σε κεντρικό εργαλείο προπαγάνδας των εθνικοσοσιαλιστών. Λόγω της σχετικά
προσιτής τιμής του «Δέκτη του λαού», γύρω στο 70% των νοικοκυριών διέθετε ραδιοφωνική συσκευή το 1939
(25% το 1933). Στις αναρίθμητες εκδηλώσεις και διαδηλώσεις, μέσα από τον Τύπο και το ραδιόφωνο
οι Γερμανοί βομβαρδίζονται καθημερινά από ναζιστικά συνθήματα που είχαν σκοπό να δημιουργήσουν έναν λαό
πειθήνιο και αφοσιωμένο στο έθνος και τον ηγέτη του. Oι εντυπωσιακές πορείες των Eς A και των Eς Eς, οι άριστα
σκηνοθετημένες εθνικοσοσιαλιστικές διαδηλώσεις και γιορτές ενθουσίαζαν στην αρχή πολλούς ανθρώπους, καθώς
σφυρηλατούσαν την κοινωνικότητα και την αλληλεγγύη. H στρατιωτική μουσική και μια θάλασσα από σημαίες με
τον αγκυλωτό σταυρό ανέδιδαν μια μεγαλοπρέπεια που θύμιζε θρησκευτικές γιορτές.
Oι νέες ευκαιρίες δράσης που πρόσφεραν οι Nαζί ειδικά στους απλούς ανθρώπους στις διάφορες οργανώσεις του
κόμματος, τους δημιουργούσε την αίσθηση ότι τους έπαιρναν στα σοβαρά και είχαν μια αξία στην κοινωνία. Mε την
ανάληψη ενός αξιώματος στις οργανώσεις του Nαζιστικού Kόμματος μπορούσε κάποιος να βελτιώσει την κοινωνική
του θέση. […]

Antoine.Wiertz-Une.tete.de.mort

H κομματική στολή είχε βαρύνουσα σημασία και άνοιγε πολλούς δρόμους για μια γρήγορη και πρωτόγνωρη
κοινωνική άνοδο. H υποχρεωτική εισαγωγή του χιτλερικού χαιρετισμού στις υπηρεσίες, τις επιχειρήσεις και τα
σχολεία αποτέλεσε καίριο πλήγμα κατά της ιδιωτικής ελευθερίας των πολιτών. H ιδιωτική ζωή και η δημόσια
παρουσία του κάθε πολίτη βρίσκονταν υπό διαρκή και στενή παρακολούθηση από τους εκπροσώπους του
καθεστώτος. H παραμικρή παρέκκλιση από τις αρχές συμπεριφοράς που επέβαλαν οι Nαζί είχε σοβαρότατες
συνέπειες, φυσικές, κοινωνικές και επαγγελματικές. H τρομοκρατία, οι ξυλοδαρμοί, οι ανακρίσεις και τα
βασανιστήρια στα κρατητήρια της Mυστικής Aστυνομίας (Γκεστάπο) ανήκαν στην ημερήσια διάταξη για τους
αμφισβητίες, τους πολιτικούς αντιπάλους, ακόμη και για όσους δεν εκδηλώνονταν ανοικτά υπέρ του καθεστώτος.

…….Mεταξύ 1933 και 1941 ο αριθμός των ακροατών ραδιοφώνου αυξήθηκε από 4 σε 16 εκατομμύρια. Aυτή η
εξέλιξη κατέστη δυνατή με την τυποποίηση της παραγωγής μιας φθηνής συσκευής, του «δέκτη του λαού»
(Volksempfanger). […] (Gustav Auernheimer, Σοσιαλδημοκρατία, Εθνικοσοσιαλισμός, Κριτική Θεωρία, Δοκίμια για τη
σύγχρονη ιστορία της Γερμανίας, Πλέθρον)

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

nazi4

36. Guy Debord – I.S. …φασισμός

36. Guy Debord.spectacle.society.08-11-2012

waimar2Guy Debord – I.S.
[109] Το επαναστατικό εργατικό κίνημα του μεσοπολέμου
εξοντώθηκε απ’ τη συνδυασμένη δράση της σταλινικής
γραφειοκρατίας και του φασιστικού ολοκληρωτισμού,
που είχε δανειστεί την οργανωτική του μορφή απ’ το
ολοκληρωτικό κόμμα που είχε δοκιμαστεί μ’ επιτυχία στη Ρωσία.
Ο φασισμός υπήρξε μια ακραία μορφή υπεράσπισης
της αστικής οικονομίας που βρισκόταν κάτω απ’ την
απειλή της κρίσης και της προλεταριακής ανατροπής, η
κ α τ ά σ τ α σ η π ο λ ι ο ρ κ ί α ς μέσα στην καπιταλιστική
κοινωνία, διαμέσου της οποίας διασώθηκε αυτή η κοινωνία
κι επιδόθηκε σε μια πρώτη εσπευσμένη ορθολογικοποίηση
με τη μαζική παρέμβαση του Κράτους στη διαχείρισή
της.
Αλλά μια τέτοια ορθολογικοποίηση απειλείται,
με τη σειρά της, απ’ τον τεράστιο παραλογισμό του μέσου
της. Παρόλο που ο φασισμός φέρεται να υπερασπίζει τα
κύρια στοιχεία της αστικής ιδεολογίας που έγινε συντηρητική
(την οικογένεια, την ιδιοκτησία, την ηθική τάξη, το έθνος),
συσπειρώνοντας τη μικροαστική τάξη και τους τρομοκρατημένους
απ’ την κρίση ή απογοητευμένους απ’ την αδυναμία
της σοσιαλιστικής επανάστασης ανέργους, δεν ειναι ο ιδιος,
κατά βάθος, ιδεολογικός.
Παρουσιάζεται σαν αυτό που είναι: μια βίαιη ανάσταση του μύθου,
που απαιτεί τη συμμετοχή σε μια κοινότητα καθορισμένη από αρχαϊκές
ψευδο-αξίες: τη φυλή, το αίμα, τον αρχηγό.
Ο φασισμός είναι ο  τ ε χν ι κ ά  ε ξ ο π λ ι σ μ έ ν ο ς  α ρ χ α ϊ σ μ ό ς
Το αποσυνθεμένο υποκατάστατο του μύθου του, αναβιώνει
στις θεαματικές συνθήκες των πιο σύγχρονων μέσων υποβολής
και ψευδαίσθησης. Αποτελεί, λοιπόν, έναν απ’ τους
παράγοντες σχηματισμού του σύγχρονου θεαματικού, ενώ
ταυτόχρονα η συμβολή του στην καταστροφή του παλιού
εργατικού κινήματος τον κάνει μια απ’ τις θεμέλιες δυνάμεις
της σημερινής κοινωνίας”. Καθώς όμως ο φασισμός
συμβαίνει να είναι, επίσης, η π ι ο δ α π α ν η ρ ή μορφή
συντήρησης της καπιταλιστικής τάξης, έπρεπε φυσιολογικά
να εγκαταλείψει το προσκήνιο που επιφυλάσσεται για
τους μεγάλους ρόλους των καπιταλιστικών κρατών, επισκιασμένος
από ορθολογικότερες και ισχυρότερες μορφές
αυτής της τάξης.
[Guy Debord, Η κοινωνία του Θεάματος, 1967]
—————————————————————————————————————————————-

Η τέχνη μπορεί κάλλιστα να σταματήσει να είναι μια σχέση πάνω στις αισθήσεις. Μπορεί να γίνει μια άμεση
οργάνωση ανώτερων αισθήσεων. Πρέπει να παράγουμε τους εαυτούς μας και όχι τα πράγματα που μας
σκλαβώνουν. Δεν υπάρχει ελευθερία στη χρήση του χρόνου χωρίς την κατοχή των σημερινών εργαλείων
κατασκευής της καθημερινής ζωής.
elkonina1958Μια διεθνής ένωση καταστασιακών μπορεί να θεωρεί ως μία ένωση εργαζομένων σε έναν προηγμένο τομέα της
κουλτούρας, ή πιο συγκεκριμένα μία ένωση όλων εκείνων που διεκδικούν το δικαίωμα μιας εργασίας, η οποία
εμποδίζεται από τις σημερινές κοινωνικές συνθήκες. Πρόκειται λοιπόν για μια οργάνωση επαγγελματιών
επαναστατών στην κουλτούρα.
Όσοι θέλουν να ξεπεράσουν ολόπλευρα την παλιά κατεστημένη τάξη πραγμάτων, δεν μπορούν να αρκεστούν
στην αταξία του παρόντος, ακόμα και στη σφαίρα της κουλτούρας. Πρέπει, χωρίς καμιά αναβολή, να πολεμήσουν
μέσα στην κουλτούρα για τη συγκεκριμένη ανάδυση της κινητής τάξης πραγμάτων του μέλλοντος.
Αυτή η δυνατότητα, που υπάρχει κιόλας ανάμεσά μας, εξαφανίζει όλες τις εκφράσεις των γνωστών πολιτιστικών
μορφών. Πρέπει να οδηγήσουμε όλες τις μορφές της ψευτοεπικοινωνίας στην έσχατη καταστροφή τους, ώστε μια
μέρα να πετύχουμε την άμεση πραγματική επικοινωνία (όπως την εννοοούμε, χρησιμοποιώντας τα ανώτερα
πολιτιστικά μέσα: την κατασκευασμένη κατάσταση). Η νίκη θα ανήκει σε εκείνους που θα σπείρουν την αταξία
χωρίς να την αγαπούν.
[Ιούνιος 1958. Guy Debord – Ξεπέρασμα της Τέχνης. Ανθολογία Κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς, μτφ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, 1985/1999]
——————————————————————————————————————————————————————-

cabaret-visul-lui-omero-1939[92] Το μεγαλείο και συνάμα η αδυναμία του πραγματικού αναρχικού αγώνα (γιατί στις ατομικιστικές
παραλλαγές του, οι βλέψεις του αναρχισμού είναι ανάξιες λόγου) βρίσκεται στο ότι βλέπει ως άμεσα παρόντα το
σκοπό της προλεταριακής επανάστασης. Από την ιστορική σκέψη των αγώνων των σύγχρονων τάξεων, ο
κολλεκτιβιστικός αναρχισμός συγκρατεί μόνο το συμπέρασμα, και το γεγονός ότι εμμένει απόλυτα αυτό το
συμπέρασμα εκφράζεται και στη συνειδητή περιφρόνηση της μεθόδου εκ μέρους του. Έτσι η κριτική του
αναρχισμού στον πολιτικό αγώνα παρέμεινε αφηρημένη, ενώ η επιλογή του υπέρ του οικονομικού αγώνα
εκδηλώνεται αποκλειστικά και μόνο σε συνάρτηση με την αυταπάτη μιας οριστικής λύσης, που υποτίθεται πως θα
επέλθει ξαφνικά σε αυτό το πεδίο τη μέρα της γενικής απεργίας ή της εξέγερσης. Οι αναρχικοί έχουν να
πραγματώσουν ένα ιδεώδες. Ο αναρχισμός είναι […] η ιδεολογία της καθαρής ελευθερίας, που εξισώνει τα πάντα
και απωθεί κάθε ιδέα του ιστορικού κακού. […] Ο αναρχισμός δεν έχει παρά να ξαναπεί και να προβάλλει μέσα σε
κάθε αγώνα το ίδιο απλό γενικό συμπέρασμά του, επειδή έχει εξαρχής ταυτίσει αυτό το πρώτο συμπέρασμα με την
τελική κατάληξη του κινήματος. […]
[93] Ο ιδεολογικός σεβασμός της ομοφωνίας των αποφάσεων ευνόησε μάλλον την ανεξέλεγκτη εξουσία των
ειδικών της ελευθερίας μέσα στην ίδια την [αναρχική] οργάνωση∙ και ο επαναστατικός αναρχισμός περιμένει από
τον απελευθερωμένο λαό μια παρόμοιου είδους και με τα ίδια μέσα κατακτημένη ομοφωνία. […]
[94] Η αυταπάτη που συντηρήθηκε, περισσότερο ή λιγότερο ρητά, μέσα στον αυθεντικό αναρχισμό, είναι αυτή
της διαρκούς αμεσότητας μιας επανάστασης, η οποία θα πρέπει να δικαιώσει την ιδεολογία, και τον πρακτικό
τρόπο οργάνωσης που απορρέει από αυτήν, μέσα από την αυτοστιγμεί ολοκλήρωσή της. [….]
[Guy Debord, Η κοινωνία του θεάματος]
(πηγή: dangerfew.blogspot.gr )

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

hitler.insidemoney

35. Χρυσή Αυγή – ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ, ΑΝΑΠΗΡΩΝ

35. goldendawn.psychiatric.patients.antifascism.22-10-2012

ΤΗΝ ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΙΚΑ ΠΑΣΧΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚHΝΙΟ ΟΙ ΝΕΟΝΑΖΙ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ

o.koloschka-waimar.Egg1940Τη στείρωση και την ευθανασία των ψυχικά πασχόντων και των αναπήρων ξαναφέρνουν στο προσκήνιο οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Σαν γνήσιοι κληρονόμοι και συνεχιστές του Χίτλερ και των πολιτικών του της εξόντωσης και της γενοκτονίας προβάλλουν μέσα από το κατ’ ευφημισμόν “οικολογικό” τους σάϊτ, κείμενο του 1985 ενός γάλλου «καθηγητή» με τίτλο: “H Δημοκρατία καταδικάζει αθώα πλάσματα σε ισόβιο βασανισμό.”, ένα πλήρες πρόγραμμα, στην πραγματικότητα, εξόντωσης των ψυχικά πασχόντων, με τον ίδιο ακριβώς σκεπτικό, αλλά και το «φιλεύσπλαχνο» πλασάρισμα, των τότε γερμανών ψυχιάτρων («για να μη υποφέρουν οι δυστυχείς»), που ήταν οι θεωρητικοί εισηγητές (Horche και Binding κλπ) και πρακτικοί διαμορφωτές της εξόντωσης εκατοντάδων χιλιάδων (σύμφωνα με εκτιμήσεις, πιθανόν και άνω των 250.000) εγκλείστων στα ψυχιατρεία της Γερμανίας.

Σε αφίσα του Γραφείου προπαγάνδας του Γ Ράιχ που προπαγανδίζει τα “ισοδύναμα του θανάτου” ή αλλιώς (σύμφωνα με την σύγχρονη τεχνοκρατική ορολογία) το Κόστος Ευκαιρίας για την φροντίδα ενός ασθενή: Διαβάζουμε στη χαρακτηριστική αφίσα του 1938 : «60.000 μάρκα (Reichsmarks) είναι το ποσό που κοστίζει στην λαϊκή κοινότητα, στη διάρκεια της ζωής του, αυτό το άτομο που πάσχει από κληρονομική μειονεξία. Αγαπητέ συμπολίτη αυτά είναι και δικά σου χρήματα. Διάβασε το «A New People» το μηνιαίο περιοδικό του «Γραφείου για την φυλετική πολιτική» του NSDAP.»

Είναι προφανές ότι, μετά τα πογκρόμ και τις δολοφονικές επιθέσεις κατά των μεταναστών και παράλληλα προς αυτές, ήλθε η σειρά των ψυχικά ασθενών και των αναπήρων, όπου φαίνεται ότι το ρατσιστικό πρόσημο του «έλληνα» δεν ισχύει, πλέον, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό, καθώς, ως «έλληνας», προσδιορίζεται ο «υγιής έλληνας», ο φορέας μιας ‘άριας’ υγείας σύμφωνα με τα φαντασιωσικά πρότυπα της αρχαιοελληνικής κατασκευής και της βασισμένης σ΄ αυτήν παθολογικής προγονοπληξίας.
Η κατεστημένη ψυχιατρική, χωρίς να ταυτίζεται με το ναζισμό, έχει, ωστόσο βασικές συνιστώσες της λογικής και των πρακτικών υπό τις οποίες λειτουργεί και οι οποίες, κάτω συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες (όπως οι σημερινές), μπορεί, όπως έχει δείξει στο παρελθόν, να μετατραπεί σε όχημα της εξόντωσης, κάτω από χίλιες δικαιολογίες. Η κουλτούρα της κατεστημένης ψυχιατρικής στη Ελλάδα, αγκυλωμένης στα παραδοσιακά στερεότυπα της «ψυχικής νόσου» των εγχειριδίων και των διαφόρων «σχολών», σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση και την κατάρρευση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, εν μέσω των οποίων λειτουργεί, δεν αποκλείουν την επανεμφάνιση τέτοιων φαινομένων στο προσεχές μέλλον, κάτω από διάφορα προσχήματα και άλλοθι, και πιθανόν, αρχικά, με διαφορετικές, πιο «καλυμμένες» μορφές. Επανεμφάνιση της οποίας αυτές οι λογικές ήδη λειτουργούν ως αρωγοί και οχήματα.

Υπενθυμίζουμε ότι στο Δαφνί υπάρχει ένας Ψυχίατρος Διευθυντής (Κ. Παρασχάκης), που ήταν υποψήφιος με την Χρυσή Αυγή, ενώ και στο Δρομοκαϊτειο υπάρχουν κάποιοι (ελάχιστοι προς το παρόν) που εκφράζουν ανάλογες θέσεις. Όλοι γνωρίζουμε ότι το “αυγό του φιδιού” επωάζεται και στο Δρομοκαϊτειο, και από ανάλογη θέση εξουσίας, μάλιστα, και απλώς το υποβαθμίζουμε ως “γραφικότητα”… Μήπως κάτι ανάλογο δεν συνέβαινε πριν 1-2 μόλις χρόνια με την Χρυσή Αυγή, όταν πολλοί την θεωρούσαν απλώς γραφική και χωρίς δυναμική, ενώ στην πραγματικότητα, και κάτω από τις παρούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ήταν και είναι επικίνδυνη; Η ιστορία της ανόδου του Φασισμού και του Ναζισμού πρέπει να μας διδάξει πριν είναι αργά.
w.Kooning-bloodmagicΌσο για τις απαράδεκτες συμπεριφορές, θιασωτών ανάλογων απόψεων, που ευθαρσώς τις διατυπώνουν ακόμη και μέσα στο εφημερείο, πρέπει από εδώ και στο εξής να οριοθετούνται, να αποκρούονται άμεσα ή ακόμη και να καταγγέλλονται από όλους και από οποιαδήποτε θέση. Είναι απαράδεκτο δημόσιοι λειτουργοί, που έχουν δώσει και όρκο υποτίθεται, να διατυπώνουν ανάλογες θέσεις και να θεωρούν ότι το Δρομοκαίτειο τους “δίνει χώρο” να το κάνουν. Η ιστορία έχει διδάξει ότι η ανοχή που επιδεικνύεται συχνά από επίσημα κέντρα εξουσίας σε τέτοιου είδους πεποιθήσεις, στάσεις και συμπεριφορές ποτέ δεν είναι τυχαία. Οι φασιστικές, ρατσιστικές νοοτροπίες είναι γνωστό ότι λειτουργούν σαν δεκανίκι και δίνουν ιδεολογικό και ψευδοεπιστημονικό έρεισμα και “νομιμοποίηση” σε πολιτικές εξόντωσης και επιβολής συνθηκών στέρησης σε βασικά αγαθά και κοινωνικά δικαιώματα , σαν αυτές που υλοποιούνται σταδιακά αυτήν την περίοδο (προσπαθώντας να περάσουν αθόρυβα) και που πρόκειται να κλιμακωθούν και να λάβουν ακραίες διαστάσεις στο αμέσως επόμενα χρόνια.

Η ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΝΟΧΗ Από το «Αντίθετο Ρεύμα» του Δρομοκαϊτείου ( contra-xreos.gr )

—– ΕΛΛΑΔΑ 2012: Έκκληση για τη δημιουργία μιας πλατιάς αντιφασιστικής συμμαχίας

Η έξαρση της ρατσιστικής βίας και η δράση της Χρυσής Αυγής παίρνουν ανησυχητικές διαστάσεις. Η απειλή δεν περιορίζεται στους μετανάστες. Απειλείται το αίσθημα ασφάλειας, η δημοκρατία, η ίδια η πολιτική κοινότητα. Η κατάσταση γίνεται δυστυχώς ανεξέλεγκτη εξαιτίας της αδιαφορίας – ενίοτε συνενοχής – της Αστυνομίας, της αδράνειας της Δικαιοσύνης, της συγκατάβασης των media, της σιωπής μεγάλου μέρους του πολιτικού κόσμου, και της σύγχυσης που καλλιεργείται ανάμεσα στη φασιστική βία και στην κοινωνική διαμαρτυρία. Τέλος, η υιοθέτηση ακροδεξιών απόψεων και στάσεων σε πολλούς χώρους διευκολύνει τη διείσδυση του φασισμού, διότι τον αποενοχοποιεί. Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε πως η κρίση και η ακολουθούμενη πολιτική διαχείρισής της, η διάλυση του κοινωνικού ιστού, η απαξίωση και η αποδιάρθρωση του δημόσιου, η οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση των πολιτών αποτέλεσαν το πλαίσιο στο οποίο ανθεί σήμερα η ακροδεξιά. Στην απήχησή της, βέβαια, σοβαρό ρόλο παίζουν η κρίση και ανυποληψία του πολιτικού συστήματος και η υιοθέτηση ξενοφοβικών και ρατσιστικών απόψεων από τα κόμματα εξουσίας, κυρίως για λόγους επικοινωνιακής ρητορείας. Τέλος, μερίδιό τους στην εδραίωση αυτού του λόγου έχουν αντιευρωπαϊκά-αντιπλουτοκρατικά στερεότυπα που, αναπαραγόμενα με αγοραίο τρόπο και στην ίδια την αριστερά, δημιουργούν πολιτισμικές υποδοχές για την ανάπτυξη της ιδεολογίας του μίσους και του κοινωνικού κανιβαλισμού. Για την αντιμετώπιση της νεοναζιστικής εξάπλωσης χρειάζεται δράση άμεση και πολύπλευρη για να είναι αποτελεσματική: στις γειτονιές, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στους τόπους δουλειάς, στη νεολαία, στο επίπεδο των θεσμών, του δημόσιου λόγου, της ιδεολογίας. Χρειάζεται δράση τώρα, επειδή η νεοναζιστική εξάπλωση δηλητηριάζει καθημερινά την κοινωνία και τις ζωές μας.

Edward Burra1937Από την άλλη, χρειάζεται ψυχραιμία. Οι 400.000 άνθρωποι που ψήφισαν Χρυσή Αυγή, και οι ακόμα περισσότεροι οι οποίοι καλοβλέπουν τις ενέργειες και τα λόγια της, ασφαλώς δεν είναι, στην πλειονότητά τους τουλάχιστον, φασίστες· μπορεί όμως, στην πορεία του χρόνου, να γίνουν, να αποκτήσουν στενούς δεσμούς με τη Χρυσή Αυγή. Πρέπει να επιδιώξουμε, με κάθε τρόπο, να διαρρήξουμε τους δεσμούς αυτούς, να ανακόψουμε την αυξανόμενη διάδοση των νεοναζιστικών ιδεών. Χρειαζόμαστε μια πλατιά αντιφασιστική, δημοκρατική συμμαχία. Σε αυτή έχουν θέση όλοι όσοι ιεραρχούν την αντιμετώπιση των νεοναζιστικών ιδεών και της φασιστικής εγκληματικής δράσης ως αυτοτελές πολιτικό διακύβευμα, μη υποκείμενο σε συμψηφισμούς. Δεν αποκρύπτουμε τις διαφορές μας, αλλά δεν επιδιώκουμε να τις λύσουμε στο πεδίο του αντιφασιστικού αγώνα. Και, πάνω απ’ όλα, δεν αντιμετωπίσουμε τον αγώνα αυτό σαν πρόσχημα για να απαξιώσει ο ένας τον άλλο και να δικαιώσουμε την άποψή μας. Όσοι προτάσσουν την «δική τους» πολιτική τους στρατηγική έναντι της αντιφασιστικής απειλής εθελοτυφλούν μπροστά στον κίνδυνο.
Με μια ειλικρινή συμφωνία, πρέπει να προχωρήσουμε σε άμεσες ενέργειες, σε μια πλατιά κοινωνική και πολιτική συστράτευση.

Για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας. ( http://www.koindim.eu/el/ )

Αυτόνομη Πρωτοβουλία – Αντιφασίστες/στριες

nazis.doctors.experiments

34. G.Agamben. τo στρατόπεδο ως νόμος της νεωτερικότητας (Homo Sacer, κεφ.7ο)

34. G.Agamben.7.Homo.Sacer

……(G. Agamben) Homo Sacer – Τo στρατόπεδο ως νόμος της νεωτερικότητας  (κεφ.7ο)

David.Olerec-amp27.1     Αυτό που συνέβη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπερβαίνει σε τέτοιο βαθμό τη δικαιική έννοια του
εγκλήματος, ώστε συχνά παραλείφθηκε απλώς να ληφθεί υπόψη η ειδική δικαιικο-πολιτική δομή εντός της οποίας έλαβαν
χώρα αυτά τα γε-γονότα. Το στρατόπεδο είναι μόνο ο τόπος όπου συντελέστηκε η πιο απόλυτη conditio inhumana
[απάνθρωπη κατάσταση] που εμφανίστηκε ποτέ πάνω στη γη: σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που μετρά τόσο για τα θύματα
όσο και για τους μεταγενέστερους. Εμείς εδώ θα ακολουθήσουμε σκοπίμως και με αποφασιστικότητα την αντίστροφη
κατεύθυνση. Δεν θα συναγάγουμε τον ορισμό του στρατοπέδου από τα γεγονότα που συνέβησαν εντός του, αλλά, απεναντίας,
θα θέσουμε μάλλον ερωτήματα, όπως: τι είναι ένα στρατόπεδο, ποια είναι η δικαιικο-πολιτική δομή του, γιατί κατέστη εφικτό
να λάβουν χώρα εντός του παρόμοια γεγονότα; Αυτό θα μας οδηγήσει να αντιμετωπίσουμε το στρατόπεδο όχι ως ένα
ιστορικό γεγονός και ως μια ανωμαλία που ανήκει στο παρελθόν (αν και, ενδεχομένως, ακόμη και σήμερα αυτό
επιβεβαιώνεται), αλλά, κατά κάποιο τρόπο, ως μια κρυφή μήτρα και νόμο του πολιτικού χώρου εντός του οποίου
εξακολουθούμε να ζούμε.

Οι ιστορικοί διερωτώνται αν η πρώτη εμφάνιση των στρατοπέδων θα πρέπει να εντοπιστεί στα campos de concentraciones
που δημιούργησαν οι Ισπανοί στην Κούβα το 1896, για να καταστείλουν την εξέγερση του πληθυσμού της αποικίας, ή στα
concentration camps στα οποία οι Άγγλοι στις αρχές του 20ού αιώνα στοίβαζαν τους Μπόερς τον έναν πάνω στον άλλον
εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με μια επέκταση σε ολόκληρο τον
πληθυσμό των πολιτών μιας κατάστασης εξαίρεσης η οποία συνδεόταν με έναν αποικιακό πόλεμο. Με άλλα λόγια, τα
στρατόπεδα γεννιούνται όχι από το τακτικό δίκαιο (και ασφαλώς σε καμία περίπτωση, όπως ίσως κάποιος θα μπορούσε να
πιστέψει, δεν γεννιούνται από έναν μετασχηματισμό και μια εξέλιξη του σωφρονιστικού δικαίου), αλλά από την κατάσταση
εξαίρεσης και από τον στρατιωτικό νόμο. Αυτό γίνεται πιο προφανές στα ναζιστικά στρατόπεδα, για την προέλευση και το
δικαιικό καθεστώς των οποίων έχουμε στη διάθεσή μας πλήθος τεκμηρίων. Είναι γνωστό πως η δικαιική βάση του
εγκλεισμού στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ήταν το κοινό δίκαιο, αλλά η Schutzhaft (κυριολεκτικώς: προστατευτική
φύλαξη), ένας δικαιικός θεσμός πρωσικής προέλευσης, τον οποίο οι γερμανοί νομικοί ταξινομούν μερικές φορές ως ένα
προληπτικό αστυνομικό μέτρο, καθότι επέτρεπε να «τίθενται υπό φύλαξη» άτομα, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε επιλήψιμης
διαγωγής, αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να αποτραπεί ένας κίνδυνος για την ασφάλεια του κράτους. Αλλά η προέλευση
της Schutzhaft βρίσκεται στον πρωσικό νόμο της 4ης Ιουνίου 1851 για την κατάσταση πολιορκίας, που το 1871 επεκτάθηκε
σε ολόκληρη τη Γερμανία (με εξαίρεση τη Βαυαρία), και ακόμη νωρίτερα στον πρωσικό νόμο για «την προστασία της
προσωπικής ελευθερίας» (Schutz der persönlichen Freiheit) της 12ης Φεβρουαρίου 1850. Αυτοί οι νόμοι γνώρισαν ευρύτατη
εφαρμογή στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου και των ταραχών που σημειώθηκαν στη Γερμανία μετά τη συνθήκη
ειρήνης. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης επί γερμανικού εδάφους δεν ήταν έργο του
ναζιστικού καθεστώτος, αλλά των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, οι οποίες όχι μόνο το 1923, μετά την κήρυξη της
κατάστασης εξαίρεσης, έκλεισαν σε στρατόπεδα βάσει της Schutzhaft χιλιάδες στρατευμένους κομμουνιστές, αλλά
δημιούργησαν και στο Κότμπους-Ζήλοβ ένα Konzentrationslager für Ausländer [στρατόπεδα συγκέντρωσης για αλλοδαπούς]
που φιλοξενούσε ως επί το πλείστον εβραίους πρόσφυγες των ανατολικών χωρών, και το οποίο, ως εκ τούτου, μπορεί να
θεωρηθεί το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης για Εβραίους του 20ού αιώνα (αν και, προφανώς, δεν επρόκειτο για
στρατόπεδο εξολόθρευσης).

LanePoplars.vanGoghΤο δικαιικό θεμέλιο της Schutzhaft ήταν η κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας ή της κατάστασης εξαίρεσης, με την
αντίστοιχη αναστολή της ισχύος των άρθρων του γερμανικού συντάγματος που εγγυόταν τις προσωπικές ελευθερίες.
Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 48 του συντάγματος της Βαϊμάρης: «Ο πρόεδρος του Ράιχ δύναται, όταν η δημόσια
ασφάλεια και η τάξη διαταράσσονται σοβαρώς ή απειλούνται, να λάβει τις αναγκαίες αποφάσεις για την αποκατάσταση της
δημόσιας ασφάλειας, εν ανάγκη με τη βοήθεια των ενόπλων δυνάμεων. Προς τούτο δύναται να αναστείλει προσωρινώς (ausser
Kraft setzen) τα θεμελιώδη δικαιώματα που εμπεριέχονται στα άρ-θρα 114, 115, 117, 118, 123, 124 και 153». Από το 1919
μέχρι το 1924, οι κυβερνήσεις της Βαϊμάρης κήρυξαν επανειλημμένως την κατάσταση εξαίρεσης, η οποία σε ορισμένες
περιπτώσεις διήρκεσε μέχρι και 5 μήνες (για παράδειγμα, από τον Σεπτέμβριο του 1923 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1924).
Όταν οι ναζί κατέλαβαν την εξουσία και, στις 28 Φεβρουαρίου 1933, εξέδωσαν το Verordnung zum Schutz von Volk und
Staat,[διάταγμα για την προστασία του λαού χαι του κράτους] το οποίο ανέστελλε επ’ αόριστον τα άρθρα του συντάγματος που
αφορούσαν την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία της έκφρασης και του συναθροίζεσθαι, το απαραβίαστο της
οικογενειακής εστίας και το απόρρητο της αλληλογραφίας και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, υπ’ αυτή την έννοια, δεν
ακολουθούσαν πα-ρά μια πρακτική η οποία είχε παγιωθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

Εντούτοις, υπήρχε μια σημαντική καινοτομία. Το κείμενο του διατάγματος που, από δικαιική άποψη, θεμελιωνόταν
υπορρήτως στο άρθρο 48 του έως και τότε ισχύοντος συντάγματος και αναμφιβόλως ισοδυναμούσε με κήρυξη της
κατάστασης εξαίρεσης («Τα άρθρα 114, 115, 117, 118, 123, 124 και 153 του συντάγματος του γερμανικού Ράιχ», διαβάζουμε
στην πρώτη παράγραφο, «αναστέλλονται μέχρι νεωτέρας διαταγής») δεν περιείχε, όμως, σε κανένα σημείο την έκφραση
Ausnahmezustand (κατάσταση εξαίρεσης). Πράγματι, το διάταγμα έμεινε σε ισχύ μέχρι το τέλος του Τρίτου Ράιχ, το οποίο,
υπό αυτήν την έννοια, πολύ εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως «μια νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου που διήρκεσε 12 χρόνια».» Ως
εκ τούτου η κατάσταση εξαίρεσης παύει να αναφέρεται σε μια εξωτερική και προσωρινή κατάσταση πραγματολογικού κινδύνου
και τείνει να ταυτιστεί με τον ίδιο τον κανόνα. Οι εθνικοσοσιαλιστές νομικοί είχαν σε τέτοιο βαθμό επίγνωση της ιδιαίτερης
φύσης της κατάστασης, ώστε, καταφεύγοντας σε μια κάπως παράδοξη έκφραση, την ορίζουν ως «μια ηθελημένη κατάσταση
εξαίρεσης» (einen gewollten Ausnahmezustand). «Μέσω της αναστολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων», γράφει ο Werner
Spohr, ένας νομικός που βρισκόταν κοντά στο καθεστώς, «το διάταγμα δίνει σάρκα και οστά σε μια ηθελημένη κατάσταση
εξαίρεσης ενόψει της εγκαθίδρυσης του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους».

sigmar-polke7.2     Η σημασία αυτού του συστατικού δεσμού μεταξύ κατάστασης εξαίρεσης και στρατοπέδου συγκέντρωσης δεν
θα πρέπει να υποτιμηθεί για μια ορθή κατανόηση της φύσης του στρατοπέδου. Η «προστασία» της ελευθερίας, που τίθεται
υπό αμφισβήτηση στη Schutzhaft, είναι, κατά ειρωνεία της τύχης, προστασία εναντίον της αναστολής του νόμου που
χαρακτηρίζει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η καινοτομία σε σχέση με το παρελθόν έγκειται στο γεγονός ότι αυτός ο
θεσμός αποσυνδέεται από την κατάσταση εξαίρεσης πάνω στην οποία θεμελιωνόταν και αφήνεται σε ισχύ στη φυσιολογική
κατάσταση. Το στρατόπεδο είναι ο χώρος που ανοίγεται, όταν η κατάσταση εξαίρεσης αρχίζει να καθίσταται ο κανόνας. Σε
αυτό, η κατάσταση εξαίρεσης, που ήταν ουσιαστικά μια πρόσκαιρη αναστολή της έννομης τάξης βάσει μιας
πραγματολογικής κατάστασης κινδύνου, αποκτά τώρα πια μόνιμη χωρική δομή, η οποία όμως, ως τέτοια, παραμένει σταθερά
εκτός της κανονικής τά-ξης. Όταν, τον Μάρτιο του 1933, ταυτοχρόνως με τους εορτασμούς για την εκλογική νίκη του Hitler
στην καγκελαρία του Ράιχ, ο Himmler αποφάσισε να δημιουργήσει στο Νταχάου ένα «στρατόπεδο συγκέντρωσης για
πολιτικούς κρατούμενους», η διεύθυνσή του ανατέθηκε αμέσως στα SS και, μέσω της Schutzhaft, ετέθη εκτός των κανόνων
του ποινικού και σωφρονιστικού δικαίου, με τα οποία ούτε τότε ούτε και ποτέ άλλοτε στη συνέχεια είχε σχέσεις. Παρά την
πληθώρα, συχνά αντιφατικών μεταξύ τους, εγκυκλίων, οδηγιών και τηλεγραφημάτων, διά των οποίων, μετά το διάταγμα της
28ης Φεβρουαρίου, τόσο οι κεντρικές αρχές του Ράιχ όσο και εκείνες των μεμονωμένων Länder φρόντισαν επιμελώς να
διατηρήσουν την εκτέλεση της Schutzhaft στη μεγαλύτερη δυνατή αοριστία, η απόλυτη ανεξαρτησία της από κάθε δικαστικό
έλεγχο και από κάθε αναφο-ρά στη φυσιολογική δικαιική τάξη επαναβεβαιωνόταν και δια-φυλασσόταν αδιαλείπτως.
Σύμφωνα με τις νέες αντιλήψεις των εθνικοσοσιαλιστών νομικών και συνταγματολόγων (στην πρώτη γραμμή των οποίων
συναντάμε τον Carl Schmitt), οι οποίες θεωρούσαν ότι η πρωταρχική και άμεση απαρχή του δικαίου βρισκόταν στην ηγεσία
και στην εντολή του Führer, η Schutz-haft, κατά τα άλλα, δεν έχρηζε δικαιικής θεμελίωσης στους ισχύοντες θεσμούς και
νόμους, αλλά αποτελούσε «άμεση συνέπεια της εθνικοσοσιαλιστικής επανάστασης». Για τον λόγο αυτό, στον βαθμό δηλαδή
που τα στρατόπεδα δημιουργούνταν σε έναν ανάλογο ιδιάζοντα χώρο εξαίρεσης, ο αρχηγός της Ge-stapo Diels μπορούσε να
διαβεβαιώνει: «Δεν υπάρχει καμία εντολή ούτε κάποια οδηγία σχετικά με την προέλευση των στρατοπέδων: αυτά δεν ιδρύθηκαν
ούτε θεσπίστηκαν, απλώς μια μέρα αναφύησαν (sie wurden nicht gegiündet, sie waren eines Tages da)».
To Νταχάου, όπως και τα άλλα στρατόπεδα που ευθύς αμέσως ήρθαν να το πλαισιώσουν (Σαξενχάουζεν, Μπούχενβαλντ,
Λίχτενμπεργκ), παρέμειναν δυνητικώς πάντα σε λειτουργία: εκείνο που μεταβαλλόταν ήταν μόνο το μέγεθος του πληθυσμού
τους (που, σε ορισμένες περιόδους, ιδιαιτέρως το διάστημα μεταξύ 1935 και 1937, πριν αρχίσει ο εκτοπισμός των Εβραίων,
είχε συρρικνωθεί στα 7.500 άτομα): αλλά το στρατόπεδο ως τέτοιο έγινε στη Γερμανία μια διαρκής πραγματικότητα. […]

1. το βιβλίο σε pdf: G.Agamben: Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, Scripta 2005. http://pat61.squat.gr/2012/04/giorgio-agamben-%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%B5%CE%B4%CE%BF-%CF%89%CF%82-%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BD%CE%B5%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9/

2. “σχετικα με την κανονικοτητα των στρατοπεδων συγκεντρωσης στην περιοδο της κρισης του καπιταλισμου”: http://crimevssocialcontrol.blogspot.gr/2012/05/blogpost.html

3. G.Agamben: Metropolis. http://www.rebelnet.gr/articles/view/Giorgio-Agamben-Metropolis/highlight:agamben )

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

dachau

33. …η υπόθεση ενός “μετα-δομιστικού αναρχισμού”

33. foucault-postanarchism.social.movements.pm.29-10-2012

Η υπόθεση ενός “μετα-δομιστικού αναρχισμού”…

max.ernstΗ μεταδομιστική σκέψη (Foucault, Deleuze, Lyotard κ.ά.) μπορεί να λειτουργήσει ως πλαίσιο για την
άρθρωση μιας εναλλακτικής πολιτικής φιλοσοφίας; Η μεταδομιστική σκέψη, από τη φύση της, δεν προβάλει έναν καθολικό
πολιτικό λόγο: επιλέγει συγκεκριμένες, οριοθετημένες αναλύσεις.1 Περνάμε από την μακρο- στην μικρο-πολιτική. Τι
συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από μια εμβάπτιση του μεταδομισμού μέσα στην αναρχική παράδοση;
Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ τριών τύπων πολιτικής φιλοσοφίας: 1. τυπική/τυπολογική/συμβατική, 2. στρατηγική
και 3. τακτική.2 Η «τυπική» πολιτική φιλοσοφία θέτει το εξής ερώτημα: ποια θα ήταν η φύση, ή τουλάχιστον τα βασικά
χαρακτηριστικά, μιας δίκαιης κοινωνίας;3 Σε ρεύματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας, χωρίς να λείπει το στοιχείο της
ηθικότητας, η έμφαση δίνεται στην «ιστορική αναγκαιότητα». Το ουσιαστικό εδώ ζήτημα είναι η ιστορική αναγκαιότητα της
απόκτησης ταξικής συνείδησης από το προλεταριάτο.

Στην «στρατηγική πολιτική φιλοσοφία», η ιστορία και οι κοινωνικές συνθήκες δεν εκτυλίσσονται από αναγκαιότητα
αλλά είναι ευμετάβλητες, μερικές φορές κινούνται ακόμη και οπισθοδρομικά. Εδώ το ιστορικό-κοινωνικό ερμηνεύεται με
όρους ηθικών επιταγών, και παράλληλα το ηθικό πρόγραμμα περιορίζεται ή ακόμη (μερικώς) καθορίζεται από τις
υφιστάμενες ιστορικές συνθήκες. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα στρατηγικής διαλεκτικής σκέψης είναι αυτή του Lenin). Μια
στρατηγική πολιτική φιλοσοφία εμπεριέχει μια ενοποιημένη ανάλυση της πραγματικότητας και προσβλέπει σε έναν μοναδικό
στόχο. Η στρατηγική σκέψη μπορεί ίσως να εικονογραφηθεί ως μια σειρά ομόκεντρων κύκλων: η εξουσία εκπηγάζει,
τουλάχιστον κατά κύριο λόγο, από το κέντρο όπου εστιάζεται η κύρια προβληματική: εάν η ανάλυση της οικονομίας είναι η
κεντρική προβληματική, τότε η οικονομική δομή θα πρέπει να είναι η θεμελιώδης πτυχή της εξουσίας. Από αυτά προκύπτει η
αναγωγιμότητα της στρατηγικής σκέψης: όλα τα (περιφερειακά) προβλήματα μπορούν να αναχθούν στο κεντρικό.

Στην «τακτική» πολιτική φιλοσοφία η απεικόνιση του κοινωνικού-πολιτικού κόσμου ως ομόκεντρων κύκλων, θα
πρέπει να αντικατασταθεί από ένα δίκτυο διατέμνουσων γραμμών. Δεν υπάρχει κάποιο κέντρο όπου πρέπει να τοποθετηθεί η
εξουσία. Η πολιτική είναι μη αναγώγιμη και αναδύεται από πολλά και διάσπαρτα σημεία του κοινωνικού χώρου. Αυτά δεν
σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν πυκνότερες, σε ορισμένους κόμβους, συγκεντρώσεις της εξουσίας: οι γραμμές για να
σχηματίσουν το δίχτυ διασταυρώνονται, ενώ την ίδια στιγμή μάλιστα δεν είναι όλες το ίδιο έντονες. Αυτό που πρέπει να
τονίσουμε είναι πως η εξουσία συμπυκνώνεται μεν στους κόμβους αυτούς αλλά δεν πηγάζει από εκεί.

Στην περίπτωση της στρατηγικής πολιτικής φιλοσοφίας, μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάποιοι είναι ιδιαίτερα εύστοχα
τοποθετημένοι στο χώρο ώστε να μπορούν να αναλύσουν «σωστότερα» την κατάσταση και να οδηγήσουν την αντίσταση στη
νίκη: η καλή τοποθέτηση μπορεί να πηγάζει πιθανόν από την γνώση του συγκεκριμένου πεδίου, από άμεση εμπλοκή σε αυτό
ή από μια θέση στην κοινωνική ιεραρχία η οποία επιτρέπει αποτελεσματική πρόσβαση στα απαιτούμενα μέσα για έναν αγώνα
ενάντια στην εξουσία. Μια απόρροια όλων αυτών είναι και η σύνδεση στρατηγικής φιλοσοφίας με ένα κόμμα υπεύθυνο για
την καθοδήγηση της πάλης.
Η τακτική πολιτική φιλοσοφία με δεδομένη μια αντίληψη της εξουσίας ως αποκεντρωμένης και διάχυτης στο
κοινωνικό ιστό, απορρίπτει την ιδέα μιας απελευθέρωσης με τη αρωγή κάποιου είδους «πρωτοπορίας». Η μεταδομιστική
κριτική της αναπαράστασης και αντιπροσώπευσης σημαίνει ακριβώς αυτό. Οι Foucault, Deleuze και Lyotard ανήκουν σε
αυτή την παράδοση «τακτικής αντίληψης του πολιτικού».

egon.schiele-blueΗ παράδοση εκείνη στην πολιτική φιλοσοφία η οποία, παρ’ ότι διαμέσου πολλών εκπροσώπων της προσεγγίζει ενίοτε
μια στρατηγική αντίληψη της πολιτικής, ωστόσο βρίσκεται κοντύτερα σε μια τακτική σκέψη και έχει πολλά κοινά στοιχεία με
την μεταδομιστική προσέγγιση, είναι ο κλασικός αναρχισμός. Μπορεί ο αναρχισμός να προσφέρει το γενικό πλαίσιο μέσα
στο οποίο μπορούμε να εντάξουμε και να καταλάβουμε καλύτερα τη μεταδομιστική πολιτική;
Όπως και ο μεταδομισμός, ο αναρχισμός απορρίπτει οποιαδήποτε αντιπροσωπευτική πολιτική παρέμβαση. Η
συγκέντρωση της εξουσίας αποτελεί προοίμιο κατάχρησής της. Οι αναρχικοί επιζητούν την πολιτική δράση σε μια
πολλαπλότητα μη αναγώγιμων (μερικών και τοπικών) αγώνων: αποκέντρωση τοπική και λειτουργική.
Υπάρχουν πολλοί αναρχικοί οι οποίοι θεωρούν πως υφίσταται συμμετρία μεταξύ εξουσίας και αντίστασης: ο λόγος
δηλαδή για τον οποίο πρέπει η πάλη να είναι αποκεντρωμένη είναι ακριβώς επειδή η εξουσία είναι διασπαρμένη και ασκείται
σε απειράριθμα σημεία του κοινωνικού σώματος. Ωστόσο, άλλοι αναρχικοί, περισσότερο κοντά στην στρατηγική παράδοση,
αντιμετωπίζουν την αποκέντρωση ως μια εναλλακτική λύση στην υφιστάμενη συγκεντροποίηση της εξουσίας.
Ακόμη, οι περισσότεροι αναρχικοί στηρίζουν την πολιτική τους παρέμβαση σε μια ενιαία κατανόηση και αντίληψη της
“ανθρώπινης φύσης”: η “ανθρώπινη φύση” είναι (εγγενώς) καλή και γι’ αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα καν αναγκαία η
άσκηση της εξουσίας. Οι μεταδομιστές ασκούν ασφαλώς οξεία κριτική στην ίδια την υιοθέτηση μιας έννοιας «ανθρώπινης
φύσης». Πολλοί αναρχικοί υποδεικνύουν ως λύση για το πρόβλημα του κοινωνικού μετασχηματισμού την διάλυση της
συγκέντρωσης στην κορφή της κοινωνικής πυραμίδας και την διανομή της εξουσίας στη βάση. Εν τούτοις αυτή η αντίληψη
στηρίζεται στην υπόθεση ότι η εξουσία ασκείται (από ψηλά) «επί» της βάσης και όχι χαμηλά «στο επίπεδο» της βάσης. Ποιες
συνέπειες προκύπτουν εάν δεχθούμε πως η εξουσία δεν καταπιέζει απλώς, ή καταπνίγει τα «νόμιμα αιτήματα» όσων
βρίσκονται στα χαμηλά στρώματα της κοινωνικής ιεραρχίας, αλλά ‘συμμετέχει ενεργά’ στην ίδια την κατάστρωση και
διατύπωσή τους;
Η εξουσία δεν ασκείται απλώς ως άρνηση και καταπιεστική δύναμη -από τα πάνω προς τα κάτω- αλλά λειτουργεί
χαμηλά και οριζόντια, είναι παραγωγική…(Foucault). Δεν θα έπρεπε τότε, εκτός από το σχήμα των ομόκεντρων κύκλων να
εγκαταλείψουμε και αυτό της κορυφής – βάσης;4

Στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα, υπάρχουν κοινές ηθικοπολιτικές δεσμεύσεις μεταξύ αναρχισμού και μεταδομισμού.
Στους συγγραφείς που επεξεργάστηκαν και βάθυναν την κριτική του Nietzsche στον δυτικό ανθρωπισμό και τον Διαφωτισμό
εντοπίζουμε σαφώς στοιχεία που ανήκουν στην θεωρητική σφαίρα της αναρχικής θεωρίας .
Εκτός από τις οφειλές του μεταδομισμού στον μαρξισμό, υπάρχει λοιπόν μια πιο υπόγεια σχέση με θέματα που
προέρχονται από την αναρχική παράδοση: οι αναλύσεις του Foucault για την βιο-εξουσία, για την κυβερνητικότητα, οι
παρατηρήσεις για την κοινωνία του ελέγχου δείχνουν μια τέτοια συγγένεια.5
Ο Foucault όπως και οι Deleuze και Guattari, πραγματικά δεν πέφτουν στην παγίδα ενός ηθικού απόλυτου ούτε ενός
ηθικού σχετικισμού. Επωμίζονται εν τούτοις μια σειρά από ηθικο-πολιτικές δεσμεύσεις. Η ελαχιστοποίηση της ‘κυριαρχίας’
στην πρακτική μας (ατομική ή συλλογική) μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας «μικρο-πολιτικής» μάλλον παρά μέσω μιας
πολιτικής βασισμένης στην κοινωνική πλειοψηφία και στην ‘ηγεμονία’. Ο «μετα-αναρχισμός» αποφεύγει την «ηγεμονία της
ηγεμονίας» αλλά με ένα “αντίτιμο”: δείχνει υπερβολική ίσως εμπιστοσύνη στην «νομαδική» αντίληψη της
υποκειμενικότητας, απορρίπτοντας όχι μόνο την καταναγκαστική ηθικότητα, αλλά και τις βασισμένες στην «συγγένεια»
ηθικοπολιτικές δεσμεύσεις. Ίσως το κατάλληλο συμπλήρωμα του (μετα)μαρξιστικού και (νεο)φιλελεύθερου πολίτη, και του
(μετα)αναρχικού νομάδα να είναι η μορφή του «σιδηρουργού» (“smith”) όπως την θεωρητικοποίησαν οι Deleuze και
Guattari: «[…] προσφέρει τη μεγαλύτερη δυνατότητα για μια βασισμένη στην κοινότητα ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή στον
21ο αιώνα».

Chagall.marc_circusΟ «σιδηρουργός» αποτελεί ένα είδος «κοινοτιστικού νομάδα» (communitarian nomad). Το πρόβλημα της «ηγεμονίας»,
όπως αυτό τέθηκε από τον Α.Gramsci αναφέρεται στον ανταγωνισμό των κοινωνικών ομάδων για το νόημα, για την
ταυτότητα, για την πολιτική εξουσία. Πρόκειται για διαδικασία και όχι για σταθεροποιημένη κατάσταση: ένας αγώνας
κυριαρχίας ο οποίος εμπεριέχει ταυτοχρόνως εξαναγκασμό, συναίνεση, συνεχής αμφισβητήσεις, ανατροπές.6 Οι περισσότεροι
κοινωνικοί επαναστάτες υιοθέτησαν την λογική της ηγεμονίας: στράφηκαν στην εγκαθίδρυση μιας «αντι-ηγεμονίας», μια
αντιστροφή προς όφελος των καταπιεσμένων, ένα διαφορετικό είδος ηγεμονίας. Αυτό που διαφοροποιεί πολλά σύγχρονα
κοινωνικά κινήματα από την παραπάνω λογική, είναι ότι ομάδες ακτιβιστών επιλέγουν να δρουν “μη-ηγεμονικά”, και όχι
“αντι-ηγεμονικά”. Μέσα στα κινήματα αυτά μπορούμε να εντοπίσουμε ορισμένες τάσεις, αναρχικών κυρίως καταβολών, οι
οποίες εκδηλώνουν αυτό που ο Richard J.F. Day ονομάζει «συγγένεια για την συγγένεια»: σχέσεις απαλλαγμένες από την
καθολικότητα, μη εξαναγκαστικές, μη ιεραρχικές και βασιζόμενες στην αλληλοβοήθεια και σε «κοινές ηθικές δεσμεύσεις»
(“affinity for affinity”). Το επιχείρημα του Day είναι πως όλες αυτές οι ομάδες και τάσεις στα σύγχρονα κινήματα μας
βοηθούν να κατανοήσουμε την σταδιακή αντικατάσταση της «ηγεμονίας της ηγεμονίας» από την «συγγένεια για την
συγγένεια».

Ένα από τα χαρακτηριστικά των νέων κοινωνικών κινημάτων και δικτύων είναι η αμφισβήτηση μιας προκαθορισμένης
ανάθεσης ιδιαίτερων ιστορικών καθηκόντων σε συγκεκριμένες τάξεις και η επερώτηση της πρωτοκαθεδρίας των αγώνων της
εργατικής τάξης σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους αγώνες. Τα διάφορα δε αναρχικά ρεύματα έχουν με σαφήνεια
υποστηρίξει αυτό που αποκαλούν «κοινωνική» παρά πολιτική επανάσταση. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι στην πορεία του
χρόνου ο κλασικός αναρχισμός προσέγγισε εν τέλει μια θεωρία «δομικής ανανέωσης» (“structural renewal”) : μικρής
κλίμακας πειράματα οικοδόμησης εναλλακτικών τρόπων οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης. Αυτό σημαίνει
πρώτον, ότι καμία ιδιαίτερη μορφή ανισότητας ή καταπίεσης (ταξική, φυλετική, σεξουαλική ή ως προς τις ικανότητες) δεν
μπορεί να θεωρηθεί ως ο κεντρικός άξονας του αγώνα ‘ δεύτερον, σημαίνει ότι είμαστε ανοιχτοί πάντοτε στην πρό(σ)κληση
ενός Άλλου. Αυτή είναι και μια πρόταση που κατατίθεται : πολιτική της δράσης, κριτική ανάγνωση της αναρχικής παράδοσης
υπό το φως της μεταδομιστικής, φεμινιστικής, μετα-αποικιακής, queer και αυτόχθονης κριτικής. Αντικατάσταση της λογικής
της ηγεμονίας από μια λογική της συγγένειας η οποία εμπνέεται από την “χωρίς έδαφος αλληλεγγύη” και τη “διαρκή
ευθύνη”.

—————————————————————

Timkov.Nikolai.Efimovich1 Η γενεαλογία είναι «η μικροπολιτική επιστήμη» είναι το επιστημολογικό εργαλείο που μας επιτρέπει να έχουμε πρόσβαση στον μικροπολιτικό μας κόσμο. Σε αυτό το επίπεδο η γνώση είναι ένα πολιτικό όπλο, παράγει κατανόηση και αυτο-κατανόηση. Το γενεαλογικό σχέδιο είναι η πολιτική κριτική των μικροπολιτικών πρακτικών. Ο Todd May χαρακτηρίζει εύστοχα τον Foucault έναν «πολιτικό συγγραφέα γύρω από τη γνώση».Todd May: Between Genealogy and Epistemology: Psychology, politics and knowledge in the thought of Michel Foucault, Pennsylvania State University Press 1993.
2 Todd May, The Political Philosophy of Poststructuralist Anarchism, University Park: Pennsylvania State University Press, 1994. (Βλπ. κυρίως σελίδες 67 έως 155: Positivity of power, End of humanism, Post-structural anarchism, Question of ethics).
3 Ο John Rawls στο βιβλίο του A Theory of Justice, επιδιώκει να εντοπίσει τις αρχές τις οποίες όλα τα ορθολογικά (με προσωπικό συμφέρον) όντα θα επέλεγαν ως θεμελιώδεις για την κοινωνία τους. Οι αρχές στις οποίες καταλήγει είναι ‘η αρχή της ελευθερίας’, η ‘αρχή των ίσων ευκαιριών’ και η ‘αρχή της διαφοράς’ – αυτά χαρακτηρίζουν εκείνο που αποκαλεί «δίκαιη κοινωνία».

4 Ο May παρουσιάζει την ηθική ζωή όχι ως ένα ζήτημα θεμελίων πάνω στα οποία πρέπει να οικοδομείται η πολιτική ανάλυση, αλλά ως μια πρακτική -αυτό που ο Wittgenstein αποκάλεσε «μορφή ζωής». Βλπ.επίσης: Lewis Call: Postmodern Anarchism, Lexington Books 2002. Και: Saul Newman: From Bakunin to Lacan, Lexington Books 2001.
5 Richard J.F. Day: Gramsci is Dead- Anarchist Currents in the Newest Social Movements, Pluto Press/ Between the Lines 2005.
6Antonio Gramsci: Τα τετράδια της Φυλακής, εκδ. εκδόσεις Ηριδανός.

ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

sacco_and_vanzetti_protest