71. (m.foucault) φυλακές: δόμηση, οργάνωση – εγληματολογ.λόγος

71. prison.1937.bibliography.pm.12-02-2013

..Είσοδος στη Φυλακή… – Το «Γενικό Υπόδειγμα Εγκληματολογικής Εξέτασης» (1937) [1]

PabloPicasso-Old-Guitarist1903Καθημερινή Ζωή στη Φυλακή

Michel Foucault – Η Ανθεκτικότητα της Φυλακής

«Για να καταλάβουμε τι τιμωρείται και γιατί, ας θέσουμε την ερώτηση: πώς τιμωρείται;»

Η Πορεία του Εγκληματολογικού Λόγου

ΔΟΜΗΣΗ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Κατηγορίες Σωφρονιστικών Συστημάτων – Αρχιτεκτονικοί Τύποι των Φυλακών

Το Πειθαρχικό Καθεστώς της Φυλακής – Οργάνωση της Εργασίας, Αγωγή, Ιατρικές Μέθοδοι Επηρεασμού της Προσωπικότητας των Κατάδικων

Μεταρρυθμίσεις για τη Φυλακή

Κύριες Τάσεις για τα Σωφρονιστικά Ιδρύματα

ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ – (Α) Οι Διεθνείς Κανόνες από τις Αρχές του 20ου αιώνα

(Β) Η Νομοθεσία στην Ελλάδα από τον 19ο στον 20ο αιώνα

Ελληνική Γενική Βιβλιογραφία

Ξενόγλωσση Γενική Βιβλιογραφία

Ελλ. Περιοδικά


[1]       Γ.Α. Κατωπόδης, Φυλακή. Εσωτερική λειτουργία, σωφρονιστική μεταχείρησις, Αθήνα Ι. Σιδέρης 1947. [ «Οι ελληνικές φυλακές τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα. Τα κτίρια και οι μηχανικοί τους» (ΕΜΠ & ΕΚΠΑ). Η ευρύτερη έρευνα για το σχετικό άρθρο αναφορικά με τις ελληνικές φυλακές ( 1880-1940 ) πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο προγράμματος «Πυθαγόρας» ].

[…]

Michel Foucault – Η Ανθεκτικότητα της Φυλακής

whistler.blueseaΣτις δυτικές κοινωνίες οι άνθρωποι εγκαθιδρύουν «λόγους», ή αλλιώς, «καθεστώτα αλήθειας» προσδιορίζοντας με τον τρόπο αυτό την «αλήθεια» της «τρέλας», της «αρρώστιας» ή της «εγκληματικότητας». Αυτό που συμβαίνει έπειτα είναι ο αποκλεισμός από την κοινωνική ζωή των «τρελών», των «αρρώστων» και των «εγκληματιών», ενώ οι «σώφρονες», οι «υγιείς» και νομοταγείς υποβάλλονται σε ένα ακριβές και λεπτομερές σύστημα πειθαρχίας και «ομαλοποίησης». Από τους διαχωρισμούς αυτούς προέκυψαν ορισμένες νέες θεσμικές αποκρυσταλλώσεις των δομών εξουσίας και ελέγχου: οι θεσμοί του ασύλου, της κλινικής και της φυλακής. Προέκυψαν επίσης νέες μορφές γνώσης: οι λεγόμενες «ανθρωπιστικές επιστήμες» εδραίωσαν τους θεσμούς αυτούς και συνέβαλαν στην ανάπτυξη νέων: ψυχιατρική, ιατρική, εγκληματολογία – η σχέση εξουσίας και γνώσης[1], όπως έδειξε ο Michel Foucault, είναι αδιάρρηκτη.

***    Κατά το αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό δίκαιο η φυλακή υπήρξε τόπος φύλαξης των υπόδικων μέχρις ότου παραπεμφθούν σε δίκη ‘ σπάνια, κάποια φρούρια χρησιμοποιούνταν για ισόβια κάθειρξη πολιτικών καταδίκων. Η καθιέρωση της φυλακής ως τόπου εκτέλεσης ποινών θα επέλθει από τον 17ο και 18ο και έπειτα, υπό την επίδραση κυρίως του «κανονικού» δικαίου της καθολικής εκκλησίας: η αντικοινωνική συμπεριφορά θεωρείται αμάρτημα και ο εγκληματίας ένας αμαρτωλός που πρέπει τιμωρούμενος με απομόνωση, μέσω περισυλλογής και επικοινωνίας με τον Θεό να αισθανθεί τύψεις, να μετανοήσει και να εξιλεωθεί.

Η ερμηνεία του Foucault για την ραγδαία εξάπλωση του θεσμού της φυλακής σχετίζεται κατ’ αρχήν με την γενικότερη, βαθμιαία μετάβαση, κατά το 17ο και 18ο αιώνα, από την τιμωρία στην επιτήρηση.[2] Στην κλασική εποχή η τιμωρία, δηλαδή η θανάτωση, του εγκληματία γινόταν δημόσια και με τρόπο τέτοιο ώστε να επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η εξουσία ‘ από την Γαλλική Επανάσταση και έπειτα η τιμωρία μετατρέπεται σε φυλάκιση και ο τόπος της μετατοπίζεται από το σώμα του παραβάτη στην ψυχή και την προσωπικότητά του: περισσότερο ύπουλος, ψεύδο-επιεικής και κατ’ επίφαση μόνο ανθρωπιστικός, ο τρόπος αυτός τιμωρίας είναι ταυτόχρονα περισσότερο εξορθολογισμένος και επιστημονικά αποτελεσματικός.[3] Με την συνδρομή μιας σειράς «ειδικών» (γιατροί, ψυχολόγοι, ψυχίατροι κ.ά.) επιδιώκεται υποτίθεται η «αναμόρφωση» του εγκληματία και, μέσα από συνεχή εποπτεία και έλεγχο, η επανένταξή του στην «κανονικότητα» της κοινωνικής ζωής.[4]

Ο Foucault θεώρησε την τιμωρία και την φυλακή ως ανήκουσσες σε μια «πολιτική τεχνολογία του σώματος». Η εξέτασή του έλαβε ως αφετηρία της όχι κάποια ιστορία του θεσμού αλλά τις εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα σε διάφορες φυλακές από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.[5] Αυτές υπήρξαν αντιστάσεις ενάντια στην ίδια την υλικότητα της φυλακής και την τιμωρία των οργάνων εξουσίας.

Σε τι οφείλεται λοιπόν η μεγάλη ανθεκτικότητα της φυλακής μέσα στο χρόνο; Τι έκανε εφικτή τη φυλακή; Με ποιον τρόπο αυτή η απάντηση στο ζήτημα του σωφρονισμού κατέληξε να «θεωρείται κάτι το εντελώς φυσικό, προφανές και απαραίτητο»;[6]

Ο «αποικισμός του σωφρονιστικού συστήματος από τη φυλακή» θεωρείται από τον Foucault ως ένα «συμβάν» το οποίο δεν αποτελεί απλή συνέπεια της ποινικής σκέψης ή των σχετικών θεσμών. Η γέννηση της φυλακής, η καθιέρωσή της ως «γενικευμένη τιμωρητική πρακτική» των σύγχρονων κοινωνιών, αποτελεί «ένα κεφάλαιο στην ιστορία της αιτιολογίας των ποινών».[7] Για τον Foucault δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε μια και μόνη, ενιαία ερμηνευτική αρχή όπως μια ορισμένη ανθρωπολογική δομή ή έναν συγκεκριμένο οικονομικό μηχανισμό. Το ερώτημα παραμένει: πώς έγινε δυνατή η μεγιστοποίηση της χρήσης της φυλακής;

 «Για να καταλάβουμε τι τιμωρείται και γιατί, ας θέσουμε την ερώτηση: πώς τιμωρείται;»

caspar-david-friedrich-sunsetΟ τρόπος με τον οποίο γίνεται η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που θεωρείται εγκληματικό ή όχι σε μια εποχή, δεν μπορεί να διερευνηθεί παρά με αφετηρία τις πρακτικές εκείνες οι οποίες γεννούν αυτή τη διάκριση. «Για να καταλάβουμε τι τιμωρείται και γιατί, ας θέσουμε την ερώτηση: πώς τιμωρείται;». Το αντικείμενο δηλαδή ερμηνεύεται από ό,τι συγκρότησε την πρακτική του.

Με τη μέθοδο της «αιτιώδους αποσύνθεσης» (demultiplication causale) ο Foucault εξετάζει τη διαδικασία με την οποία η πρακτική του εγκλεισμού ενσωματώθηκε στο ποινικό σύστημα. Στην πορεία της γενεαλογικής του ανάλυσης θα ακολουθήσει ορισμένους κανόνες: Κατ’ αρχήν, η μελέτη των ποινικών μηχανισμών δεν πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά και μόνο στα κατασταλτικά τους αποτελέσματα ‘ θα πρέπει να εξετάσουμε και μια σειρά «θετικών» αποτελεσμάτων, μια και η τιμώρηση είναι «μια σύνθετη κοινωνική λειτουργία». Δεύτερον, οι τιμωρητικές μέθοδοι πρέπει να αναλυθούν «όχι ως απλές συνέπειες των κανόνων δικαίου ή ως δείκτες κοινωνικών δομών», αλλά ως ιδιαίτερες τεχνικές. Οι ποινές πρέπει να εξεταστούν «μέσα από τη σκοπιά της πολιτικής τακτικής». Τρίτον: θα πρέπει να διερευνήσουμε κατά πόσον η ιστορία του ποινικού δικαίου και αυτή των λεγόμενων επιστημών του ανθρώπου έχουν στην πραγματικότητα «μια κοινή μήτρα» και μήπως τελικά πηγάζουν και οι δύο τους από μια διαδικασία σχηματισμού «επιστημολογικο-νομική». Εν ολίγοις, να τοποθετηθεί «η τεχνολογία της εξουσίας σαν κανόνας τόσο του εξανθρωπισμού των ποινών όσο και της γνώσης του ανθρώπου». Τέλος, τέταρτον, οφείλουμε να ερευνήσουμε μήπως «η είσοδος της ψυχής στην σκηνή της ποινικής δικαιοσύνης» και επιπρόσθετα, η «παρεμβολή στη δικαστική πρακτική μιας ολόκληρης “επιστημονικής” γνώσης», μήπως είναι «το αποτέλεσμα μιας μεταβολής στον τρόπο που το ίδιο το σώμα βάλλεται από τις σχέσεις εξουσίας;».[8]

Μια συνέπεια της άσκησης της πειθαρχικής εξουσίας υπήρξε η κατασκευή του «homo criminalis». Με τη μετάβαση στη πειθαρχία και την εποχή του μεγάλου εγκλεισμού η θεωρητική σχέση μεταξύ νόμου, εγκλήματος και ποινής μεταβάλλεται ριζικά. Τώρα οι δικαστικές κρίσεις στοχεύουν στη σκέψη και τη βούληση του κατηγορούμενου. Η τιμωρία στοχεύει την ψυχή. Αυτά που ενδιαφέρουν περισσότερο τη δικαιοσύνη είναι τα πάθη, τα ένστικτα, οι πιθανές ανωμαλίες, οι αδυναμίες, η μη προσαρμοστικότητα του δράστη, οι ενδεχόμενες επιδράσεις του περιβάλλοντος και της κληρονομικότητας, παρά η ίδια η πράξη.

Max Pechstein1922.harbour«Η φυλακή είναι ένα εξοντωτικό εργαλείο πειθαρχίας» λέει ο Foucault. Διαμέσου της απομόνωσης, της καταναγκαστικής εργασίας, της συνεχούς επιτήρησης επιβάλλεται η τάξη και η ομαλότητα, εμπεδώνεται η ιεραρχία. Η αναμόρφωση του κατάδικου διαμέσου των εσωτερικών μηχανισμών της φυλακής υπερβαίνει τον ποινικό νόμο, είναι πλεονάζον, το «επανορθωτικό συμπλήρωμα» (“supplement correctif”) που προστίθεται στην αποστέρηση της ελευθερίας. Η φυλακή, τόπος εκτέλεσης της ποινής, δεν υπάρχει μόνο για να εφαρμόσει την δικαστική απόφαση: παραλαμβάνει έναν παραβάτη και θα κατασκευάσει εν τέλει έναν εγκληματία. Ολόκληρη η προσωπικότητα του έγκλειστου υποβάλλεται σε λεπτομερή κλινική εξέταση και κατασκευάζεται το ανάλογο στερεότυπο…

Περίπου κατά την περίοδο 1820-1845 διατυπώθηκαν σοβαρές ενστάσεις για τον ρόλο της φυλακής οι οποίες μέχρι και σήμερα παραμένουν επίκαιρες: Η φυλακή δεν μείωσε την εγκληματικότητα. Ο εγκλεισμός συνδέεται άμεσα με την αυξημένη υποτροπή. Οι συνθήκες εγκλεισμού, το πρότυπο μεταχείρισης του εγκληματία, τα μέσα βίαιου καταναγκασμού, η διαφθορά των ανθρωποφυλάκων οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην ηθική- πνευματική εξόντωση ή την κατασκευή χειρότερων εγκληματιών. Οι κοινωνικές συνθήκες υποδοχής μετά την απόλυση του κρατούμενου, δεν επιτρέπουν ούτε τα στοιχειώδη για την επανένταξη ‘ πιθανότερο αποτέλεσμα είναι η «επιστροφή» στη φυλακή.

Όμως, οι βασικές αρχές της σωφρονιστικής τακτικής είναι διεθνείς, έχουν ζωή πάνω από 150 χρόνια και εξακολουθούν να μένουν ανεφάρμοστες: Αρχή της αναμόρφωσης ‘ αρχή της ταξινόμησης ‘αρχή της μεταβλητότητας των ποινών ‘ αρχή της εργασίας ως υποχρέωσης και δικαιώματος ‘αρχή της σωφρονιστικής εκπαίδευσης ‘ αρχή του τεχνικού ελέγχου της κράτησης ‘αρχή των θεσμικών παραρτημάτων.

g.courbet.village-street-winterΑλλά, εν τέλει, μπορούμε πράγματι να υποστηρίξουμε πως η φυλακή «απέτυχε»; Παρά τα λεγόμενα περί του αντιθέτου, με μια έννοια η φυλακή ως θεσμός επιτυγχάνει τον αληθινό της στόχο: συγκροτεί ένα κλειστό κύκλωμα, έναν συγκεκριμένο εγκληματικό χώρο τον οποίο οργανώνει, τον διαρθρώνει, τον ελέγχει εύκολα και τον επιτηρεί διαρκώς ‘ εκεί συνωστίζονται επαίτες, άνεργοι, εξαθλιωμένοι κλέφτες, το κοινωνικό περιθώριο. Έπειτα από την απόλυση οι κατάδικοι θα επιδιωχθεί να χρησιμοποιηθούν ως καταδότες και εγκάθετοι της αστυνομίας. Όπως διαπιστώνει εύστοχα ο Foucault, το σχήμα αστυνομία- φυλακή- εγκληματικότητα αλληλοσυμπληρώνεται και λειτουργεί χωρίς διακοπή.

Αυτό που μπορούμε σήμερα να διαπιστώσουμε είναι η σταδιακή μετατροπή ολόκληρου του κοινωνικού σώματος σε ένα «αρχιπέλαγος εγκλεισμού». Μια ολόκληρη ακολουθία ιδρυμάτων υποδέχεται το άτομο και μεριμνά για τους «αποκλίνοντες»: σχολεία, εργαστήρια, εργατικές συνοικίες, νοσοκομεία, ψυχιατρεία, άσυλα και αναμορφωτήρια, ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας και ορφανοτροφεία, σωφρονιστήρια και φυλακές. Ο εγκλεισμός στρατολογεί τους εγκληματίες που του είναι αναγκαίοι στο κοινωνικό πεδίο: ο χώρος των κακοποιών δεν βρίσκεται έξω από το σύστημα, είναι μέσα στο πεδίο του κοινωνικού ελέγχου, στο κέντρο του νόμου. Η τεράστια έκταση του εγκλεισμού νομιμοποιεί και φυσικοποιεί την τιμωρητική εξουσία. Η νέα κυρίαρχη του παιχνιδιού θα είναι η «νόρμα», η «κανονικότητα».

«…Η φυλακή δεν είναι η θυγατέρα των νόμων ούτε των κωδίκων, ούτε της δικαστικής μηχανής ‘ δεν είναι υποταγμένη στο δικαστήριο σαν το πειθήνιο ή αδέξιο όργανο των αποφάσεων που παίρνει και των αποτελεσμάτων που θα ήθελε να επιτύχει ‘ αντίθετα, το δικαστήριο είναι εκείνο που βρίσκεται έξω από αυτή και υποταγμένο σ’ αυτήν».[9]

Η Πορεία του Εγκληματολογικού Λόγου

Η εγκληματολογία γεννιέται μέσα από τον επιστημονικό θετικισμό του 19ου αιώνα: κοινή επιστημολογική βάση είναι η πίστη στη δυνατότητα απόλυτου διαχωρισμού του παρατηρητή από το εποπτευόμενο αντικείμενο. Η ιταλική θετικιστική σχολή της εγκληματολογίας, με προεξάρχουσα μορφή της τον Ferri, διαμορφώνεται με πρότυπο τις φυσικές επιστήμες και θέτει ως στόχο την εξήγηση του εγκλήματος: το πέρασμα στην εγκληματική πράξη θεωρείται εξαρτημένη μεταβλητή και επιχειρείται ο καθορισμός των ανεξάρτητων μεταβλητών που συνδέονται με αυτή τη μετάβαση. Έτσι πιστεύεται πως μπορούν να επισημανθούν οι γενεσιουργοί παράγοντες του εγκλήματος, να προβλέπεται η εμφάνισή του, να επιτυγχάνεται ο έλεγχός του.

Theodor PalladyΜέσα στα πλαίσια του θετικιστικού παραδείγματος αναφύονται τρεις κύριες προσεγγίσεις. Η «βιολογική-γενετική» (παραδοσιακή εγκληματολογία) με πρότυπο τις φυσικές επιστήμες, έχει κατεύθυνση αιτιολογική- (μηχανιστική) ντετερμινιστική και στόχος της είναι ο προσδιορισμός των «αιτίων του εγκλήματος», η εγκαθίδρυση αιτιωδών σχέσεων μεταξύ βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνιολογικών παραγόντων και «περάσματος στην εγκληματική πράξη». Εδώ ο εγκληματίας θεωρείται είτε ότι έχει διαφορετικά ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά και «άλλη προσωπικότητα» είτε διαφορετικές συνθήκες κοινωνικού περιβάλλοντος από τον μη εγκληματία. Αυτή η διαφορά τους είναι που οδηγεί εν τέλει στο έγκλημα.

Η κριτική στην παραδοσιακή εγκληματολογία είναι δριμεία: το έγκλημα δεν αποτελεί πρόσφορο αντικείμενο επιστήμης ‘ δεν αποτελεί ανεξάρτητη πραγματικότητα αλλά μια κατασκευή από αυτούς που έχουν τη δύναμη και την εξουσία να το κάνουν. Δεν υπάρχει διαφορετική εσωτερική ιδιοσυστασία για την εγκληματική και μη συμπεριφορά ‘ διαφορετική είναι μόνο η αξιολόγηση, η οποία ασφαλώς δεν είναι «αντικειμενική» ή ίδια για όλα τα κοινωνικά στρώματα. Έπειτα, με μια έννοια το έγκλημα δεν αποτελεί ούτε καν εμπειρικό δεδομένο. Η εικόνα από τις σχετικές στατιστικές είναι απατηλή: η στατιστική δεν καταγράφει το εγκληματικό φαινόμενο αλλά τη δραστηριότητα των διωκτικών και κατασταλτικών μηχανισμών. Τέλος, η ίδια η σύγκριση εγκληματιών και μη είναι ανεπαρκής: οι χαρακτηρισμένοι επισήμως ως εγκληματίες δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του συνόλου, αλλά προϊόν αστυνομικής και δικαστικής διήθησης.

corot-bridge.nantesΜια απάντηση στα προβλήματα και τα αδιέξοδα της παραδοσιακής εγκληματολογίας δόθηκε από κάποιους επιγόνους της λεγόμενης «σχολής του Chicago». Τώρα το έγκλημα δεν αντιμετωπίζεται σαν ατομική δράση αλλά ως κοινωνική δραστηριότητα. Το «γιατί» κάποιος έγινε παραβάτης δεν ενδιαφέρει. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι το «πώς» εκδηλώνεται η εν λόγω δραστηριότητα, ποιοι είναι οι τρόποι οργάνωσής της, ποια η σχετική ιδεολογία κλπ. Το υποκείμενο εδώ επιλέγει συνειδητά δεν αντιδρά παθητικά σε ερεθίσματα. Το πρότυπο που ακολουθείται τώρα είναι εκείνο της «κοινωνιολογίας των επαγγελματικών οργανώσεων». Ως κριτήριο δεν λαμβάνεται πλέον ο νομικός ορισμός του εγκλήματος, δεν τοποθετούμαστε σε εννοιολογικό επίπεδο, δεν ενδιαφέρουν οι αφαιρέσεις. Αυτό, που έχει σημασία είναι η ίδια η (εγκληματική) δραστηριότητα. Από πλευράς μεθοδολογίας, οι εγκληματολόγοι αυτής της σχολής υιοθετούν την προοπτική του ίδιου του εγκληματία, περιγράφουν τις κοινωνικές σχέσεις του όπως προσλαμβάνονται από τον ίδιο.

Οι εμπειρικές έρευνες εν τούτοις έχουν δείξει κάτι πολύ σημαντικό: από το σύνολο των εγκλημάτων που διαπράττονται, μόλις το 20% περίπου «ανακαλύπτεται». Πρόκειται για τον λεγόμενο «σκοτεινό αριθμό» της εγκληματικότητας. Περνούμε τώρα στην «εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης».

Με δεδομένο το ότι εγκληματίας δεν είναι αυτός που περνά στην σχετική πράξη, αλλά αυτός που ορίζεται ως τέτοιος από τα αρμόδια όργανα που νομιμοποιούνται να το πράξουν, το ίδιο το «πέρασμα στην πράξη», βάση της παραδοσιακής εγκληματολογίας, παύει να έχει σημασία εφόσον ο δράστης δεν ανακαλυφθεί, δικαστεί και καταδικαστεί. Εδώ λοιπόν, αυτό που ενδιαφέρει εγκληματολογικά είναι, όχι το πέρασμα στην πράξη, αλλά η επίσημη κοινωνική αντίδραση. Ποιοι παράγοντες είναι καθοριστικοί στην δημιουργία εγκληματιών; Ο τρόπος δράσης της αστυνομίας, η κατανομή της αστυνόμευσης στα κοινωνικά στρώματα, ο τρόπος ερμηνείας του νόμου από τον δικαστή, ο τρόπος εκτίμησης των αποδείξεων κ.ά. Ποιοι εν τέλει καταγράφονται στις επίσημες στατιστικές ως εγκληματίες; Αυτοί μόνο που θα επιλεγούν ως τέτοιοι και οι οποίοι δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα όσων περνούν στην πράξη.[10]

Αυτά που μελετώνται εδώ είναι οι διαδικασίες επιλογής, εισόδου και εξόδου από το ποινικό σύστημα, οι κοινωνικές συνέπειες του στίγματος, οι διεργασίες εσωτερίκευσής του από το φορέα του και η υιοθέτηση του κοινωνικού ρόλου που επιβλήθηκε.

Emil NoldeΜια ακόμη σημαντική αντίδραση στην παραδοσιακή εγκληματολογία είναι η, μαρξιστικών καταβολών, «κριτική εγκληματολογία». Αφετηρία εδώ είναι η θέση πως η «οικονομική υποδομή» είναι καθοριστική, σε τελευταία ανάλυση, για κάθε κοινωνική «υπερδομή». Η προοπτική είναι τώρα αυτή της πάλης των τάξεων. Ο ποινικός νόμος δεν αποτελεί μέσο προστασίας κοινών αξιών αλλά όργανο προάσπισης των συμφερόντων της κυρίαρχης κοινωνικοοικονομικά τάξης εις βάρος της εργατικής τάξης. Το έγκλημα δεν μπορεί να ορίζεται νομικά ‘ αποτελεί μόνον την παραβίαση των πολιτικά καθορισμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η «εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης», σύμφωνα με τους παραπάνω μαρξιστές προτείνει μόνο μερικές μεταρρυθμίσεις, ασκεί κριτική που μένει μόνο στο επίπεδο των απλών οργάνων (αστυνομία, δικαστήρια, φυλακές) ενώ αφήνει έξω από την οπτική της αυτούς που χειραγωγούν τα όργανα αυτά… Οι πραγματικές αιτίες της εγκληματικότητας πρέπει να αναζητηθούν στις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Το έγκλημα, επομένως, ανήκει εδώ στο πεδίο της γενικότερης κοινωνικής σύγκρουσης, είναι κοινωνική όχι ατομική δράση, μία από τις συνέπειες της πάλης των τάξεων.

 

ΔΟΜΗΣΗ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Η μελέτη της δομής, οργάνωσης και λειτουργίας των φυλακών, περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο μέρος της την εξέταση της αρχιτεκτονικής μορφής, της οικοδομικής κατασκευής, της χωροταξικής κατανομής, της γεωγραφικής τοποθέτησης, της εσωτερικής χωρητικότητας καθώς και της σωφρονιστικής διάρθρωσης των εν λόγω καταστημάτων.

 Κατηγορίες Σωφρονιστικών Συστημάτων – Αρχιτεκτονικοί Τύποι των Φυλακών

[…]
Αυτόνομη Πρωτοβουλία

[1]       Ο ίδιος θα χαρακτηρίσει την ‘γνώση’ ως «ένα “επινόημα” πίσω από το οποίο βρίσκεται κάτι διαφορετικό από την ίδια: η δράση των ενστίκτων, παρορμήσεων, πόθων, φόβων και της επιθυμίας της οικειοποίησης. Η γνώση παράγεται στη σκηνή όπου αυτά τα στοιχεία παλεύουν το ένα ενάντια στο άλλο». (D.F. Bouchard (ed.), Language, Counter – Memory, Practice: selected essays and interviews by Michel Foucault, “History of Systems of Thought”, σελ. 202).

[2]       Βλπ. σχετικά: Michel Foucault: Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής, μτφρ. Κ. Χατζηδήμου – Ι. Ράλλη, εκδ. Ράππα, Αθήνα 1989, (Surveiller et punir. Naissance de la prison, Gallimard, Paris, 1976. Aγγλ. εκδ. Discipline and Punish: The Birth of the Prison).

[3]       Βλπ. και συνέντευξη στον Francois Evald, περιοδικό Διαβάζω, ‘Αφιέρωμα στον Michel Foucault’, τεύχος αρ. 125, 28/08/1985, σελ. 25.

[4]       με την εξατομικευμένη μεταχείριση και τη συνεχή παρακολούθηση των κρατουμένων από «ειδικούς», δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη νέων κλάδων γνώσης (εγκληματολογία, ποινολογία κ.ά). Ακόμη, λόγω ακριβώς της αποτυχίας της «αναμορφωτικής» της αποστολής, η φυλακή δημιούργησε επί της ουσίας μια ολόκληρη εφεδρεία υπότροπων καταδίκων, δυνάμει εγκληματιών, ανέργων και πιθανών μελλοντικών συνεργατών της αστυνομίας.

Thomas Moran.automn[5]      Βλπ. αναλυτικά για την ομάδα GIP στο: Μισέλ Φουκό: Ο μεγάλος εγκλεισμόςΤο πείραμα της ομάδας πληροφόρησης για τις φυλακές, εκδ. Μαύρη Λίστα, Αθήνα 1999,  κυρίως τα κείμενα: “Για τον σωφρονιστικό εγκλεισμό” (“A propos de l’enfermement penitentiaire”, συζήτηση με τους A. Krywain και F. Ringelheim, στο Dits et ecrits 1954-1988, τομ. ΙΙ: 1970-1975, σ. 435-445), “Φυλακές και εξεγέρσεις στις φυλακές” (“Gefangnisse und Gefangnisrevolten” συζήτηση με τον B. Morawe, στο Dits et ecrits 1954-1988, τομ. ΙΙ: 1970-1975, σ. 425-432), “ Ο μεγάλος εγκλεισμός” (“Die grosse Einsperrung” συζήτηση με τον N. Meienberg, 1972, στο Dits et ecrits 1954-1988, τομ. ΙΙ: 1970-1975, σ. 296-306), “Η φυλακή όπως τη βλέπει ένας γάλλος φιλόσοφος” (“Il carcere visto da un filosofo francese” συζήτηση με τον F. Scianna, 1975, στο Dits et ecrits 1954-1988, τομ. ΙΙ: 1970-1975, σ. 725-731), “Συνέντευξη του Μισέλ Φουκό” (“Interview de Michel Foucault” συζήτηση με τον C. Baker, Απρίλιος 1984, στο Dits et ecrits 1954-1988, τομ. IV: 1980-1988, σ. 688-696).

[6]       Michelle Perrot, Limpossible prison. Debat avec Michel Foucault, Le Seuil, 1980, σελ. 43.

[7]       Michelle Perrot, L’impossible prison, σελ. 33.

[8]       Βλπ. σχετικά το αφιέρωμα του περιοδ. Διαβάζω στον Foucault, τευχ. 125 (28-08-1985).

[9]       Michel Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία, Ράππα 1976.

[10]     Έτσι, τα εμπειρικά δεδομένα, σύμφωνα με τον Η. Δασκαλάκη, δείχνουν για παράδειγμα πως δεν αποτελεί χαρακτηριστικό των κατώτερων κοινωνικοοικονομικών τάξεων να δρουν εγκληματικά, αλλά αντίθετα όλες οι τάξεις φαίνεται πως μετέχουν περίπου το ίδιο στο έγκλημα (σχετικά: Η. Δασκαλάκης: Η εγκληματολογία της κοινωνικής αντίδρασης, Σάκκουλας 1985 ).

jailphoto1

Advertisements