114. «κοινωνική-πολιτισμική» ιστορία των επιστημών (i)

……..«κοινωνική-πολιτισμική» ιστορία των επιστημών (i)

Maxime Maufra.twilight-winter-douarnenezΗ ιστορία των επιστημών μελετά κατά πρώτον τις ιδέες, τις πρακτικές, τις τεχνικές, τους επιστημονικούς θεσμούς που δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Κατά δεύτερον, μελετά παράλληλα την ιστορία των ανθρώπων που καλλιέργησαν τις επιστήμες μέσα σε αυτούς τους θεσμούς: είναι άνθρωποι με διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές και διαφορετικές πολιτικές, φιλοσοφικές, αισθητικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές αντιλήψεις. Το αντικείμενο της ιστορίας των επιστημών είναι επομένως η επιστήμη ως ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Η επιστήμη δεν γεννάται εντός κάποιου «κοινωνικού κενού». Οι χρονικές-χωρικές συντεταγμένες αλλά και οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες παίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση του επιστημονικού λόγου όσο και στις επαγόμενες κοινωνικές λειτουργίες των επιστημών.

Στο εσωτερικό των «επιστημονικών» θεσμών, στην πορεία του χρόνου πολλοί ερευνητές επιδίωξαν να πείσουν άλλους για την ορθότητα των απόψεών τους – σε κάθε εποχή οι άνθρωποι είχαν διαφορετικούς, ωστόσο συγκεκριμένους, λόγους να αντιλαμβάνονται ως «αληθινά» εκείνα που πίστευαν για την φύση. Αντιλαμβανόμαστε πως δεν αρκούσαν ούτε η προσκόμιση εμπειρικών στοιχείων ούτε η τυπικά ορθή επιχειρηματολογία ώστε να αλλάξουν περισσότερο ή λιγότερο εδραιωμένες απόψεις. Η «πειθώς» εντός μιας κοινότητας συνιστά ένα σύμπλεγμα πολύπλοκων πολιτισμικών και διανοητικών διεργασιών, με τον ίδιο τρόπο που οι καινοτόμες ιδέες δεν αποτελούν απλώς θέμα μυστήριας «έμπνευσης» σπουδαίων διανοητών αλλά συγκεκριμένη έκφραση της απόκρισής τους σε διανοητικά, τεχνικά και κοινωνικά προβλήματα που αναφύονται στην εκάστοτε εποχή.

Στις αφηγήσεις για την εξέλιξη των επιστημών επιβιώνουν πολλοί μύθοι: κάποιοι από αυτούς αφορούν την προσωπική στάση διαφόρων επιστημόνων και ποικίλα στιγμιότυπα της καθημερινότητας. Ορισμένοι είναι πολύ σοβαρότεροι: αφορούν κρίσεις για ιστορικές περιόδους (όπως ο Μεσαίωνας), για θεσμούς (όπως η Εκκλησία) και πολιτισμούς (όπως το Ισλάμ) οι οποίες εκφράζουν πολύ βαθύτερα εδραιωμένες προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, ιδεολογικές και μεταφυσικές δεσμεύσεις ή καθαρά πολιτικές θέσεις. Τον Μεσαίωνα για παράδειγμα, πολλοί τον φαντάζονταν ως μια σκοταδιστική εποχή όπου τίποτε γόνιμο δεν δημιουργούνταν ‘ μια επικράτεια κυριαρχούμενη από την μαγεία και τον «ανορθολογισμό» και από παραδόσεις οι οποίες δεν προώθησαν σε τίποτα την επιστήμη.* Σήμερα πλέον, σε αντίθεση με μια αντίληψη που τα έκρινε απλώς ως πρακτικές μυστικιστικής υφής και τροχοπέδη αιώνων στην ανάδειξη του «ορθού λόγου», την συνεισφορά της αστρολογίας, των «ερμητικών» κειμένων, της αλχημείας κ.ά. παραδόσεων στην ανάδυση της λεγόμενης «επιστημονικής επανάστασης» του 16ου και 17ου αιώνα λίγοι ιστορικοί την αμφισβητούν.[1]

Mikhail Nesterov (1862-1942) Marya NesterovaΚατά τον 19ο αιώνα, η αντίδραση των πρώτων ιστορικών της επιστήμης ήταν βαθιά επηρεασμένη από την θετικιστική αντίληψη του A. Comte: η εξιστόρηση της επιστημονικής εξέλιξης θα γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε, επί της ουσίας, να επικυρώνονται οι δικές τους γνωσιολογικές και φιλοσοφικές προκείμενες για τον βαθύτερο χαρακτήρα της γνώσης, σε ευθυγράμμιση με το αναδυόμενο θετικιστικό μοντέλο.[2] Η επιστήμη θεωρούνταν πως εξελίσσεται «σωρευτικά» ‘ οι θεωρητικές προβλέψεις ελέγχονται πειραματικά και πιθανές αποκλίσεις οδηγούν σε εκ νέου επεξεργασία των θεωριών… Οι ιστορικοί έρχονταν να πιστοποιήσουν αυτό το μοντέλο με συστηματική καταγραφή εσωτερικών στην επιστήμη γεγονότων. Σε αυτού του είδους την ιστοριογραφία πολιτισμικοί, ιδεολογικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί («εξωγενείς») παράγοντες δεν έπαιζαν κάποιο ρόλο.

Οι αρχικές λοιπόν ιστορίες των επιστημών (μέσα προς τέλη 19ου αιώνα) είχαν συγκεκριμένο στόχο: ήθελαν να αναδείξουν το μεγαλείο του ανθρώπινου πνεύματος και την συνέχεια διαμέσου των αιώνων της δημιουργικότητάς του.[3] Η πλειονότητα των φιλοσόφων και ιστορικών της επιστήμης στις αρχές του 20ου αιώνα -και για πολλά χρόνια μετά- θα επιμείνει στην άποψη πως η επιστήμη δεν είναι παρά η αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας «αντικειμενικής» δομής της φύσης, πως η εγκυρότητά της είναι καθολική, και πως «οι απαρχές της» δεν επηρεάζουν τον «ανεξάρτητο» χαρακτήρα της.

Εντούτοις, η ιστορία των επιστημών είναι κάτι διαφορετικό και κάτι περισσότερο: την επιστήμη την θεραπεύουν συγκεκριμένοι άνθρωποι που διαβιούν σε ιδιαίτερες κοινωνίες εντός ιστορικών πολιτισμών ‘ άνθρωποι με μεροληψία και προκαταλήψεις, με ιδεολογικές ή θρησκευτικές αγκυλώσεις, με οντολογικές και μεταφυσικές δεσμεύσεις, με πολιτικές πεποιθήσεις και (ιδιοτελείς ή μη) κοινωνικές επιδιώξεις. Πολλοί έχουν την πεποίθηση ότι η επιστήμη κατέχει κάποιου είδους «εγγενή» και αχρονική «αλήθεια» και πως η αναπόφευκτη αποκάλυψή της δίνει στην επιστήμη μια ισχυρή δυναμική στην αποδοχή, επικράτηση και διάδοση των πορισμάτων της. Οι αναφορές τότε σε συγκεκριμένα επεισόδια της πορείας της και σε διάφορα στιγμιότυπα της ζωής των επιστημόνων λειτουργούν ως απλό συμπλήρωμα μιας κατά τα άλλα προδιαγεγραμμένης εξέλιξης. Ωστόσο βέβαια, αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «αλήθεια» είναι και αυτό μια έννοια που λαμβάνει σχήμα και περιεχόμενο ιστορικά από εμάς τους ανθρώπους: το πώς την πιστοποιούμε και το τι ρόλο (κοινωνικό, ιδεολογικό, πολιτισμικό, πολιτικό) διαδραματίζει είναι προβλήματα που έχουν αποτελέσει διαχρονικά αντικείμενο σφοδρών αντιπαραθέσεων.

MarcelDuchamp-DrRDumouchel1910Η ιστορία των επιστημών μελετά τις προσπάθειες των ανθρώπων να κατανοήσουν τη φύση αλλά και να πείσουν τους άλλους για την ορθότητα των απόψεών τους. Είναι η ιστορία εκείνου του ιδιαίτερου κοινωνικού και πολιτισμικού φαινομένου που ονομάσαμε «επιστήμη».[4] Οι τρόποι κατανόησης των φυσικών φαινομένων και επηρεάζουν αλλά και επηρεάζονται από τις άλλες δραστηριότητες των ανθρώπων: οι ιδέες περί πολιτικής και ηθικής, ο τρόπος πρόσληψης της εξωτερικής πραγματικότητας, οι θεωρίες περί δικαίου, οι τέχνες, επηρεάστηκαν και επηρέασαν τις μελέτες για τη λειτουργία της φύσης.

Σε πολύ μακρινές εποχές, η προσπάθεια κατανόησης των φυσικών φαινομένων υπήρξε ενταγμένη μέσα σε ένα διανοητικό πλαίσιο που πολύ αργότερα θα το ταυτίσουμε με την «μεταφυσική» θεώρηση του κόσμου. Η σύγχρονη ιστορία της επιστήμης μελετά και την ιστορία αυτών των αντιλήψεων σε εποχές όπου η έννοια της «επιστήμης» δεν υφίστατο.[5]

Τα προβλήματα της «αλήθειας» των επιστημονικών θεωριών δεν έχουν στην ιστορία των επιστημών το ίδιο ειδικό βάρος που κατέχουν στην φιλοσοφία των επιστημών. Στόχος της ιστορίας των επιστημών δεν είναι να αναδείξει εκείνη την διαδοχή θεωριών, προτάσεων και μοντέλων η οποία υποτίθεται κατέληξε στην σημερινή πληρέστερη εικόνα μας για την φύση. Και αν ακόμη, υποθετικά, δεχόμασταν ότι οι θεωρίες μας τείνουν να αποκαλύψουν την «τελική» και «αληθή» δομή και λειτουργία της φύσης, τους ιστορικούς δεν τους ενδιαφέρει μια ανασυγκρότηση της επιστήμης ως πορεία με «επιμέρους αλήθειες» οι οποίες απλά συσσωρεύονται προσεγγίζοντας ολοένα και περισσότερο κάποια αχρονική «αλήθεια». Αντιθέτως: αυτό που ενδιαφέρει έναν ιστορικό είναι να αναδείξει το γεγονός ότι στο παρελθόν κάποιοι άνθρωποι ενεπλάκησαν σε διαμάχες προσπαθώντας να πείσουν άλλους για την αλήθεια των θεωριών τους. Αυτό που εμείς ζητούμε να κατανοήσουμε είναι η αλήθεια των διαφόρων ιδεών τους στο δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμικό πλαίσιο και όχι με βάση κάποια απόλυτα και μη-ιστορικά κριτήρια.[6]

Στην ιστορία των επιστημών ανακαλύπτουμε μια πολυμορφία μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν από τους ερευνητές. Μια μεγάλης εμβέλειας διαμάχη των φιλοσόφων της επιστήμης με τους ιστορικούς αφορά ακριβώς την «μέθοδο». Πολλοί φιλόσοφοι και επιστήμονες επιμένουν και διερευνούν τη δυνατότητα διατύπωσης μίας και μοναδικής μεθόδου που προσιδιάζει στην επιστήμη. Από την άλλη πλευρά πολλοί ιστορικοί θεωρούν πως αυτή η προσκόλληση και η ανάγνωση του παρελθόντος με στόχο μια μόνιμη επιβεβαίωση της «απόλυτης κυριαρχίας του ορθολογισμού» -και σε αντίθεση με το τι μας διδάσκει πραγματικά η ιστορία- είναι τελικώς λανθασμένη.


Albert Pinkham Ryder

* Η σκόπευση των πρώτων ιστορικών της επιστήμης ήταν προσανατολισμένη σε μια λεπτομερή αφήγηση και σε μια εξαντλητική μελέτη των πηγών. Δεν εντοπίζουμε ενασχόληση με συγκεκριμένα ερωτήματα ή «προβλήματα» προς λύση. OPierreDuhem, καθολικός και οπαδός του θετικισμού, θα είναι ο πρώτος ουσιαστικά ο οποίος θα ασχοληθεί με ένα ιστορικό πρόβλημα: θα αμφισβητήσει τον κοινό τόπο περί ενός σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο Duhemθα υποστηρίξει πως ο ρόλος διαφόρων «σχολαστικών» μελετητών και της καθολικής Εκκλησίας υπήρξε καθοριστικός: αυτή έδειξε την ορθή μέθοδο για την καλλιέργεια της επιστήμης. Το «μεγαλειώδες κίνημα» του τέλους του 16ου και αρχών 17ου αιώνα υπήρξε «καθαρή και απλή επιστροφή στις διδασκαλίες των παρισινών σχολαστικών. Ο Κοπέρνικος και ο Γαλιλαίος είναι οι οπαδοί και οι συνεχιστές του NicolaOresmeκαι του JeanBuridan. Όταν η επιστήμη για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι είδε το φως της ημέρας, η καθολική Εκκλησία ήταν η μαμή». (Μάλιστα, ακόμη και η αρχαία επιστήμη δεν ήταν απαλλαγμένη κατά τον Duhemαπό θεολογικές αντιλήψεις).

[1] Ακόμη και η σχέση των επιστημόνων ανά τον κόσμο και των συναφών θεσμών με τη θρησκεία δεν υπήρξε μια ευθύγραμμη σχέση απλής και απόλυτης «αντίθεσης» (υπήρξαν θεολόγοι που παρείχαν στήριξη σε ρηξικέλευθες επιστημονικές ιδέες, την ίδια στιγμή που επιστήμονες και φιλόσοφοι της εποχής τους τις καταδίκαζαν).

[2] Εδώ όπως γνωρίζουμε στην σχετική «ιεραρχία», η φυσική θα αποτελέσει υπόδειγμα «θετικής γνώσης».

VanGogh-StarryNight[3] Θεωρώντας την δική τους οπτική ως μόνο κριτήριο προόδου και εγγύηση της ευημερίας των κοινωνιών,θα τονίσουν ασφαλώς παράλληλα και πως η επιστήμη ήταν «παιδί» της δυτικής Ευρώπης.

[4] Πιο σωστά: οι ιστορικοί (εντός του δικού τους πολιτισμικού πλαισίου, και με βάση τις δικές τους προσλαμβάνουσες) συγκροτούν τις ιστορίες των επιμέρους επιστημών. Ας σημειώσουμε εδώ και αυτό: (παρότι σήμερα δεν λαμβάνουν χώρα πολλές συζητήσεις γύρω από αυτά) στόχος των ιστορικών δεν είναι η μελέτη ξεχωριστών (μείζονος ή ελάσσονος «σημασίας») ατόμων, απομονωμένων από το ιστορικό πολιτισμικό τους περιβάλλον. Ιστοριογραφικά δε, ανάγνωση αποκλειστικά των έργων «επιφανών» επιστημόνων -προκειμένου να βοηθηθούμε και εμείς να βρούμε λύσεις σε δικά μας προβλήματα-  αποτελεί θα λέγαμε μάλλον έναν αποκοινωνικοποιημένο σχολαστικισμό, και μάλιστα υπονοεί μια γραμμική ιστορική πορεία η οποία οδηγεί αναπόδραστα στις σημερινές δικές μας αλήθειες…

[5] Η ιστορία των επιστημών με την ιστορία της φιλοσοφίας καθώς και την ιστορία των θεολογικών αντιλήψεων είναι γι’ αυτούς τους λόγους πεδία τα οποία διαπλέκονται. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε το εξής: τα μαθηματικά κατέχουν μια ιδιομορφία και για πολλούς επιστήμονες δεν πρέπει να τοποθετούνται κάτω από την κατηγορία «φυσικές επιστήμες»: τα μαθηματικά δεν έχουν ως αντικείμενό τους κάποιες φυσικές οντότητες ή κοινωνικούς θεσμούς ή συμπεριφορές. Αντικείμενο μελέτης τους είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από ορισμούς (που εμείς επινοούμε) με βάση κάποιους κανόνες συμπερασμού. (Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι δεν έπαιξαν και δεν παίζουν μεγάλης σημασίας ρόλο στην συγκρότηση του επιστημονικού λόγου γενικότερα).

London-Bridge-1906.Andre-Derain[6] Ενδέχεται για παράδειγμα, μια συγκεκριμένη αντίληψη ή θεωρία του μακρινού παρελθόντος, με τα σημερινά δικά μας κριτήρια, να είναι «λανθασμένη» ‘ αυτό που ενδιαφέρει έναν ιστορικό είναι να διερευνήσει τον τρόπο, τους λόγους για τους οποίους παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια αδιαμφισβήτητη και καθιερωμένη ως «αληθής».  ———————————————-

Στην ιστορία ο «θετικισμός» υπήρξε ισχυρό ρεύμα: για τους θετικιστές «μόνη έγκυρη» γνώση είναι η επιστημονική και στόχος των ιστορικών οφείλει να είναι η εξαντλητική και ακριβής καταγραφή των «πραγματικών γεγονότων». Η «έγκυρη» επομένως γνώση είναι «καθαρή» γνώση, δεν περιέχει μεταφυσικές ή ηθικές προσμίξεις, θρησκευτικές ή αισθητικές διαστάσεις, κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Η ιστορική αφετηρία δεν παίζει κανέναν ρόλο στην αποτίμηση της εγκυρότητας της γνώσης και της φιλοσοφικής της ανάλυσης. Για τους θετικιστές, οι επιστημονικές θεωρίες μπορούν να αναχθούν σε περισσότερο θεμελιώδεις οντότητες. Οι παρατηρήσεις δεν είναι θεωρητικά φορτισμένες, είναι «αντικειμενικές». Οι μεταβολές στις θεωρίες έχουν σαν υπόβαθρο τα εμπειρικά στοιχεία και μια «ενιαία» παρατηρησιακή γλώσσα. «Πρόοδος» σημαίνει επιστημονική εξέλιξη. [1]

Οι θετικιστές ιστορικοί πίστευαν πως η ιστορία της επιστήμης είναι η πλήρης συλλογή και καταγραφή δεδομένων και γεγονότων.[2] Το επόμενο βήμα, η «γενίκευση» από αυτές τις συλλογές στόχευε στο να καταδειχθεί η μεγαλειώδης «πρόοδος» που συντελούνταν και η σταδιακή σταθερή προσέγγιση της «αλήθειας» ‘ μια θριαμβευτική πορεία, ανεξάρτητη από τις περιπέτειες των ιδιαίτερων (δυτικών) κοινωνιών. Ο «ηρωισμός» αυτής της αφήγησης και η ιδεολογική και ηθική της διάσταση είναι ίσως για εμάς σήμερα ξένα και μακρινά στοιχεία, ωστόσο η συμβολή των πρώτων ιστορικών στην σημερινή γνώση και τη δημιουργία του κλάδου της ιστορίας της επιστήμης είναι αδιαμφισβήτητη.

vas.perov-Dostoevsky_1872Η ιστορία των επιστημών λαμβάνει θεσμική υπόσταση περίπου μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι αντίληψη του Leopold von Ranke (1795-1886) για την ιστορία θα επηρεάσουν πολύ σημαντικά την ιστοριογραφία των επιστημών. Ο Ranke, όπως έχουμε δει αναλυτικά σε άλλο σημείο, κατά πρώτον θα επιδιώξει να καθιερώσει την ιστορία ως κλάδο διακριτό από την φιλολογία και την φιλοσοφία. Δεύτερον, το παρελθόν πρέπει να ειδωθεί σύμφωνα με τους δικούς του όρους και όχι να κριθεί με βάση τα σημερινά πρότυπα. Τρίτον, οι ιστορικοί θα έπρεπε να ελέγχουν την γνησιότητα των εγγράφων (την εσωτερική τους συνοχή και τη συνάφεια με άλλα κείμενα της εποχής) και να στηρίζονται σε πρωτογενή τεκμήρια (τα «πλέον άμεσα ντοκουμέντα») και όχι σε δευτερογενείς αφηγήσεις και κατοπινές αναφορές.[3] Αποκλίσεις από τις μεθοδολογικές αυτές αρχές θεωρούνταν πως έχουν σχέση με λάθη και παραλείψεις και δεν αμφισβητούσαν την ισχύ των αρχών αυτών.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η παραγωγή στα πλαίσια αυτού που στη συνέχεια θα κατασταλάξει ως “ιστορία των επιστημών” θα είναι ευρύτατη: εκτενείς βιβλιογραφίες, νέα περιοδικά, εκδόσεις των σημαντικότερων μεγάλων έργων, κατάλογοι και πίνακες με τις ανακαλύψεις και πολλά άλλα. Αυτός ο θαυμασμός για την πρόοδο της επιστήμης θα εκφραστεί και με ένα δέος απέναντι στα «μεγάλα πνεύματα» που στιγμάτισαν αυτό τον θρίαμβο.


[1] Για τον Auguste Comte (1798-1857), η ανθρώπινη σκέψη ιστορικά πέρασε από 3 στάδια: στη «θεολογική» φάση τα φυσικά φαινόμενα αποδίδονταν σε υπερφυσικές οντότητες ‘ στην «μεταφυσική» φάση οι «υπερφυσικές δυνάμεις» αντικαθίστανται από «αφηρημένες» δυνάμεις ‘ στην «θετική» τέλος φάση τα φαινόμενα είναι πλέον δυνατό να εξηγηθούν «ορθολογικά» και είναι «μετρήσιμα»…

[2] Τα πρώτα έργα ιστορίας της επιστήμης τα βρίσκουμε στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια του 19ου αιώνα.

Segal-Arthur.HarbourLaCiotat[3] Ιδανικά, θα έπρεπε να συλλεχθεί το σύνολο των συναφών πηγών…  ——————————————————-

Μέσα στη δεκαετία του 1930, διακρίνουμε τις πρώτες ιστοριογραφικές απόπειρες υπέρβασης του θετικιστικού μοντέλου. Σε πολλά από αυτά τα έργα η περίοδος «των απαρχών της σύγχρονης επιστήμης», η περίοδος δηλαδή της «Επιστημονικής Επανάστασης» του 16ου και 17ου αιώνα, θεωρείται πως συγκροτεί την ταυτότητα της επιστήμης και μέσα από τη ρήξη με την Αρχαιότητα. Παρά την επιμονή στην εσωτερική συνέπεια των «μεγάλων έργων» και τον υπερτονισμό του ρόλου της ιδιοφυίας, αρχίζουν να εμφανίζονται νέες αναλύσεις όπου κυρίαρχη πλέον είναι η κοινωνιολογική διάσταση.

Ο R. Merton (1911-2003), από τους πρώτους που συνέβαλαν στην ανάδυση της «κοινωνιολογίας των επιστημών», θεωρούσε πως οι «εξωτερικές επιδράσεις» δεν επηρεάζουν τον «γνωσιακό πυρήνα» της επιστήμης ‘ επηρεάζουν παρ’ όλα αυτά τον ρυθμό και την κατεύθυνση της επιστημονικής προόδου. Οι «τοπικοί» παράγοντες δεν ασκούν επίδραση στο περιεχόμενο της επιστήμης.

Υπάρχουν σύμφωνα με τον Merton τέσσερις θεμελιώδεις αξίες όσον αφορά το «επιστημονικό ήθος». Η πρώτη είναι η «καθολικότητα»: τα κριτήρια απόφασης σχετικά με μια ανακάλυψη δεν σχετίζονται με ιδιαιτερότητες των επιστημόνων, είναι «αντικειμενικά». Δεύτερη αξία, η «αμεροληψία»: οι επιστημονικές ανακαλύψεις οφείλουν να μην υποτάσσονται σε κανενός είδους ιδιοτελή συμφέροντα. Τρίτη αξία, η «κοινοκτημοσύνη»: κάθε ανακάλυψη πρέπει να δημοσιοποιείται και τότε πλέον ανήκει στο σύνολο της επιστημονικής κοινότητας. Τέταρτη αξία, ο οργανωμένος σκεπτικισμός: οι αντικειμενικές ανακαλύψεις προβάλλονται ως τέτοιες ανεξάρτητα από την άποψη που έχει για αυτές η κοινωνία.

VanEyck-GiovanniArnolfiniΜέσα στην δεκαετία του 1980, οι ιστοριογραφικές προσεγγίσεις που εμφανίζονται τότε θα αμφισβητήσουν την υπόθεση ότι η ανάπτυξη της επιστήμης είναι απόρροια αυτών των αξιών και μόνο. Ο Merton πάντως ταυτίστηκε από πολλούς και με μια θέση που έμεινε γνωστή ως «πουριτανισμός και επιστήμη»: αφορά την στενή σχέση ανάμεσα στην πουριτανική εκδοχή του αγγλικού προτεσταντισμού και επιστημονικούς θεσμούς, όπως η Royal Society. Ο Merton, μελετώντας τις βιογραφίες των μελών της Βασιλικής Εταιρίας κατέληξε στο συμπέρασμα πως η έμφαση που έδινε ο πουριτανισμός στην «κοινωνικά χρήσιμη εργασία» συνέβαλε με αποφασιστικό τρόπο στην ανάδειξη της πειραματικής πρακτικής, ενός ιδιαίτερα σημαντικού χαρακτηριστικού δηλαδή της Επιστημονικής Επανάστασης.

Ο Edgar Zilsel (1891-1944) θα διατυπώσει τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη της επιστήμης στον 16ο και 17ο αιώνα. Οι «λόγιοι» των πανεπιστημίων και οι κοσμικοί «ουμανιστές» αποτελούσαν φορείς «ορθολογικών» και μαθηματικών τρόπων σκέψης. Οι τεχνίτες ήταν φορείς εμπειρικών γνώσεων και τεχνικών. Στις ταξικές προκαπιταλιστικές κοινωνίες η επαφή ανάμεσα στα τρία αυτά στρώματα δεν ήταν ουσιώδης. Η εξέλιξη της μηχανικής τεχνολογίας και οι ανακατατάξεις που θα φέρει η συγκρότηση της καπιταλιστικής παραγωγής θα συντείνουν και στην κοινωνική ώσμωση: η συνεύρεση των φορέων στις πόλεις θα οδηγήσει σε συνθέσεις από τις οποίες θα προκύψουν και τα έργα που καθιέρωσαν τη σύγχρονη επιστήμη.

Σύμφωνα με έναν άλλο, σοβιετικό (μαρξιστή) ιστορικό, τον Boris Hessen (1893-1936), οι περισσότερες θεωρίες του 17ου αιώνα αναδείχθηκαν από τις οικονομικές και τεχνικές ανάγκες της εποχής. Ο άγγλος John Desmond Bernal (1901-1971) θα επηρεαστεί από τις αναλύσεις του Hessen[1] και μαζί με αυτόν και άλλοι ιστορικοί: J.B.Haldane (1892-1964), J.Needham[2] (1900-1995), J.Huxley (1887-1975). Εδώ, οι κοινωνικές διεργασίες καθορίζουν την εξέλιξη της επιστήμης. Για τον Bernal η κοινωνική δυναμική επηρεάζει τους θεωρητικούς προβληματισμούς των επιστημόνων: οποιαδήποτε κατανόησή τους προϋποθέτει την εξέταση της αλληλεπίδρασης επιστήμης και κοινωνίας.

Tansey-ForwardRetreatΠολύ μεγάλη επιρροή στους ιστορικούς της επιστήμης άσκησε ο ρώσος Alexandre Koyre[3] (1892-1964). Περιγράφοντας τις ιδέες του Galileo ο Koyre δεν θα ακολουθήσει την παράδοση που αρκούνταν σε μια αφήγηση των ανακαλύψεων, στην ανασυγκρότηση τεχνικών λεπτομερειών παρελθόντων θεωριών και στην ηρωοποίηση των μεγάλων πρωταγωνιστών. Η έρευνα για τον Galileo έδειχνε πως οι αντίπαλοι στις καινοτόμες ιδέες δεν ήταν τόσο η Εκκλησία και οι δεισιδαιμονίες, όσο η ίδια η «κοινή λογική», η συνήθεια, τα λάθη των ίδιων των πρωταγωνιστών.[4] Σύμφωνα με τον Koyre οι αλλαγές που επέφερε η Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα, «μπορούν να συμπτυχθούν σε δύο βασικές και στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους αρχές […] “καταστροφή του κόσμου” και “γεωμετρικοποίηση του χώρου”». Αυτό σημαίνει «υποκατάσταση της αντίληψης για τον κόσμο ως περατού και καλά οργανωμένου όλου, στο οποίο η χωρική δομή ενσαρκώνει μια ιεραρχία τελειότητας και αξίας» με εκείνη ενός «ακαθόριστου ή κι ακόμη άπειρου σύμπαντος, που δεν είναι πλέον ενιαίο χάρη σε μια φυσική ιεραρχία, αλλά απλώς ενωμένο από την ταυτότητα των έσχατων και βασικών συστατικών του και νόμων. Σημαίνει, ακόμη, την αντικατάσταση της αριστοτελικής αντίληψης του χώρου – ένα διαφοροποιημένο σύνολο τόπων στον κόσμο – από εκείνη της ευκλείδειας γεωμετρίας – μια ουσιαστικά άπειρη και ομοιογενής έκταση – που θεωρείται έκτοτε ταυτόσημη με τον πραγματικό χώρο του κόσμου».[5]

Για τον Koyre στον 16ο και 17ο αιώνα η νοοτροπία αλλάζει, περνάμε «από τον κόσμο του “περίπου” στον κόσμο της ακρίβειας», των ακριβών μετρήσεων.[6] Με τον Koyre η Επιστημονική Επανάσταση καθίσταται κεντρικό πρόβλημα μετά τα μέσα του 1940. O Herbert Butterfield[7] (1900-1979) και ο Rupert Hall[8] (1920-2009),[9]  ο Charles Gillispie[10] (1918-  ), ο Alistair Crombie[11] (1915-1996), θα υποστηρίξουν τις έρευνες του Koyre και θα τονίσουν την σημασία και την επιρροή του. Ο Thomas Kuhn θα χαρακτηρίσει την συμβολή του ως «ιστοριογραφική επανάσταση» η οποία μετασχημάτισε την ιστορία των επιστημών σε ιστορία των ιδεών.

Rosseau-CarnivalEveningΟ Henry Guerlac[12] (1910-1982), θα ασκήσει σοβαρή κριτική στην προσέγγιση του Koyre. Κατά τη δική του άποψη οι φιλοσοφικές, εξω-επιστημονικές κ.ά. επιδράσεις στον Γαλιλαίο και τους συγχρόνους του είχαν υπερεκτιμηθεί. Μεγαλύτερη σημασία έπρεπε να δοθεί μάλλον στα επιστημονικά προβλήματα της εποχής, στον ρόλο της τεχνολογίας και στη συμβολή των τεχνιτών της Αναγέννησης. Ένοχη για «ιδεαλισμό» και «υπερ-ορθολογισμό» η «αποκλειστική εμμονή στην γένεση και εξέλιξη των βασικών εννοιών» καταλήγει σε ένα είδος μετα-ιστορίας των εννοιών. Σύμφωνα με τον Guerlac οι οικονομικές και τεχνολογικές παράμετροι αποφεύγονταν από τους ιστορικούς επειδή παρέπεμπαν σε συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση. Ο Koyre θα απαντήσει επιμένοντας στη θέση του: οι πρακτικές της κοινωνίας και οι ικανότητες των τεχνικών δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις μείζονες επιστημονικές τομές ‘ η επιστήμη είναι θεωρία, η αναζήτηση της αλήθειας, κατέχει δε μια δική της αυτονομία. Η ιστορία των επιστημών είναι τμήμα της ιστορίας των ιδεών. Για τον Guerlac αντιθέτως, οι επιστήμες σχηματοποιούνται μέσα από πολύπλοκες και πολύμορφες κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες.


[1] “Science in History”.

[2] “Science and Civilization in China”.

[3] “Etudes Galileennes”.

[4] Ειδικά τα λάθη αναδεικνύουν και τους περιορισμούς μέσα στους οποίους εργάζονται και παράγουν γνώση οι επιστήμονες.

[5] “From the Closed World to the Infinite Universe” (1957).

josef-albers-homage-square-between-two-blues[6] Ο Koyre θα διατηρήσει την πεποίθησή του πως στην εδραίωση της φυσικής ο ρόλος του πειράματος υπήρξε αμελητέος.

[7] “The Origins of Modern Science” (1949).

[8] “The Scientific Revolution, 1500-1800” (1954).

[9] Οι δύο ιστορικοί επέκτειναν τη χρονική περίοδο της Επιστημονικής Επανάστασης και το περιεχόμενό της, το οποίο συμπεριέλαβε εξελίξεις και σε άλλα πεδία πέραν της φυσικής.

[10] [Ed.] “Dictionary of Scientific Biography”.

[11] “Styles of Scientific Thinking in the European Tradition” (1995).

[12] «Science in Western Civilization”.  ———————————————-

marcel_duchamp_bicycle_wheel_1913

Μετά την λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι και ιστορικοί των επιστημών θα συναντηθούν στην Philadelphia των Ηνωμένων Πολιτειών (1955) έπειτα από πρόσκληση του National Science Foundation και της American Philosophical Society.[1] Στη συνάντηση αυτή θα εισαχθεί με περισσότερο επίσημο τρόπο η κυρίαρχη ιστοριογραφική προσέγγιση. Ο (φυσικός) Herbert Dingle (1890-1978) θα το διατυπώσει με σαφήνεια: «αφού η εγκυρότητα των ανακαλύψεων της επιστήμης δεν εξαρτάται από την προέλευση και την καταγωγή τους, η Ιστορία των Επιστημών θα πρέπει να γράφεται χωρίς αναφορά στις “εξωτερικές αιτίες που οδηγούν στην πραγματοποίησή τους”. Όταν ολοκληρωθεί η συγγραφή της αληθινής ιστορίας, τότε θα είναι δυνατή η διερεύνηση των συνθηκών καταγωγής». Αυτή η μεθοδολογική κατεύθυνση σύμφωνα με τον Dingle θα μας προστάτευε από τις σοβαρές συνέπειες του μη-διαχωρισμού των δύο: οι Ναζί γνωρίζουμε πώς προχώρησαν στην αποτίμηση των επιστημονικών πορισμάτων «με βάση τα φυλετικά χαρακτηριστικά όσων έκαναν τις ανακαλύψεις», ενώ επίσης είναι γνωστή η «κομμουνιστική αποτίμηση με βάση τη συμβατότητα των ανακαλύψεων με τη φιλοσοφία του Marx και του Engels, ή την συχνή απόρριψη των αμιγώς ορθολογικών επιχειρημάτων με την πρόφαση ότι κάτι τέτοιο ήταν αποτέλεσμα της ψυχολογίας του συγγραφέα».

Allegorical.Political Events.Reigns King James I -Charles I. England1628.

Η ιστορία των επιστημών επομένως θα έπρεπε να δίνει το κύριο βάρος στους παράγοντες στο εσωτερικό της επιστήμης, στην δυναμική των ιδεών, στην αποτελεσματικότητα των μαθηματικών μεθόδων και τις δυνατότητες των καινούριων οργάνων κ.λπ. Είναι διαφορετικό πράγμα η εξέλιξη των επιστημών (η οποία δεν σχετίζεται με εξωτερικές συνθήκες) και άλλο θέμα οι «συνθήκες καταγωγής».[2]

Η χρηματοδότηση από το National Science Foundation θα αποδειχθεί καίριας σημασίας ‘ μαθήματα φιλοσοφίας και ιστορίας των επιστημών θα ενταχθούν σε πολλά πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών. Στα 1960, επτά πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέχουν δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικών διατριβών στην Ιστορία των Επιστημών. Από τη δεκαετία του 1970 θα αρχίσουν να αναδύονται ορισμένα προβλήματα τα οποία έχουν να κάνουν κυρίως με την «ταυτότητα» της ιστορίας των επιστημών.


rembrandt_van-self[1] Ο Bernard Barber μιλώντας εκ μέρους των κοινωνιολόγων της επιστήμης, θα υπογραμμίσει την σημασία της προσπάθειας ακριβούς προσδιορισμού των κοινωνικών συνθηκών οι οποίες βοηθούν την επιστήμη να προοδεύει… Ο Henry Margenau εκπροσωπούσε τους φιλοσόφους της επιστήμης: θα τονίσει την αναγκαιότητα αποτροπής του κατακερματισμού των επιστημών και διατύπωσης «αντικειμενικών και επιστημονικών κριτηρίων» για τον αποκλεισμό ερευνητικών κατευθύνσεων που δεν ανταποκρίνονται σε αυτά… Ο I.Bernard Cohen θα μιλήσει για τους ιστορικούς της επιστήμης: για να εξασφαλίσουμε «την πρόοδο της επιστήμης, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες συντελέστηκε η ακμή ή η παρακμή της επιστήμης».

[2] Για να αναφέρουμε δύο μόνο από αυτά: το ένα αφορά τα «ακροατήρια» στα οποία απευθύνονται οι ιστορικοί των επιστημών (για ποιους γράφουν οι ιστορικοί, και ποια προπαιδεία έχουν υπόψη τους όταν αποφασίζουν την δική τους θεματογραφία ‘ με ποια κριτήρια στα έργα τους επιλέγεται η ισορροπία ανάμεσα σε «τεχνικές λεπτομέρειες» και μη-τεχνικούς όρους και στοιχεία κ.λπ.) ‘ ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα αφορά την υποδομή και τις γνώσεις που είναι αναγκαίες ώστε να γίνει κανείς «ιστορικός της επιστήμης».  ————————————–

Kees van Dongen.womanlargehat1906

Αρχικώς, όπως είδαμε τα πρώτα έργα ιστορίας των επιστημών αυτό που τα χαρακτηρίζει είναι η αφήγηση των γεγονότων, και όχι η ερμηνεία τους: λεπτομερής συλλογή στοιχείων, ανεύρεση γενικών υποτίθεται νόμων εξέλιξης της επιστήμης, ανάδειξη της μιας και μόνης επιστημονικής μεθόδου… Κάποιες δεκαετίες μετά τα πράγματα θα αλλάξουν, καθώς η έμφαση θα δίνεται πλέον στην βαθύτερη ερμηνεία των γεγονότων. Υπάρχει ωστόσο κάποιο «αρχιμήδειο σημείο» από το οποίο θα καταφέρναμε να έχουμε «ολική» άποψη για το παρελθόν; Είναι, δυνατόν να θέτουμε ερωτήματα τα οποία δεν θα είναι επηρεασμένα από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε, από την εκπαίδευση από την οποία έχουμε περάσει, από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς μας προσανατολισμούς; Η απάντηση είναι πως όχι, τέτοια σημεία θέασης δεν υπάρχουν ‘ δεν υπάρχουν «αντικειμενικά» ερωτήματα μη επηρεαζόμενα από το πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί ένας ιστορικός. Η επιστήμη αποτελεί κοινωνικό-πολιτισμικό φαινόμενο και οι επιστήμονες και οι ιστορικοί είναι κομμάτι αυτού του φαινομένου. Οι ιστορικοί των επιστημών ερευνούν έχοντας και αυτοί διαμορφωμένες ήδη προσλαμβάνουσες ‘ αποτελούν μέρος του φαινομένου που μελετούν επειδή τα ερωτήματά τους τα διατυπώνουν έχοντας ήδη χρησιμοποιήσει διάφορες αναγνώσεις του παρελθόντος και έχοντας διαμορφώσει την παιδεία τους μέσα από διαφορετικές ερμηνείες των γεγονότων του παρελθόντος.

Dutch hall of curiosities. Levinus.Vincent1715

Η ίδια η διατύπωση των ερωτημάτων δεν είναι μια διαδικασία «αντικειμενική» ‘ αντιθέτως, οι ιστορικοί, με τις ιδεολογίες και προκαταλήψεις τους, με τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους για το σήμερα κλπ., αυτοί καθορίζουν το είδος και τον χαρακτήρα των ερωτημάτων που θέτουν.[1] Η προσπάθεια είναι να γίνεται κατανοητό ένα συγκεκριμένο πρόβλημα ή γεγονός στα πλαίσια ενός όσο το δυνατόν ευρύτερου περιβάλλοντος.

Οι ιστορικοί εκτός από εκφραστές κοινωνικών πολιτισμικών και ιδεολογικών χαρακτηριστικών είναι και ερευνητές οι οποίοι έχουν επιλέξει, έχουν αποδεχθεί κάποια ιστοριογραφική προσέγγιση. Στο είδος των ερωτημάτων και στις συγκεκριμένες διατυπώσεις τους, αποτυπώνονται οι γενικότερες προτιμήσεις και θεωρητικές ή ιδεολογικές δεσμεύσεις τους. Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο στόχος δεν είναι η απλή επιβεβαίωση των θεωρήσεών τους, αλλά η συνέχιση πιθανά ενός ερμηνευτικού εγχειρήματος κάποιου άλλου, ή η μετατροπή αληθών συμβάντων σε ιστορικά γεγονότα ή ακόμη η αιτιολόγηση νέων συσχετίσεων ανάμεσα σε γεγονότα. Σκοπός της κατάθεσης των ερωτημάτων δεν είναι ούτε ο έλεγχος των γενικών μας θεωρήσεων, αλλά ούτε και η συγκρότηση μιας αφήγησης αληθών συμβάντων ‘ είναι κάτι «ενδιάμεσο». 


robert-delaunay-champs-de-mars-red-tower[1] Ανάλογα με το είδος των προβλημάτων που μελετώνται, η αναπτυσσόμενη επιχειρηματολογία ενδέχεται να στηρίζεται και στην φιλοσοφία των επιστημών ή στην κοινωνιολογία την ανθρωπολογία κοκ. Η ιστορία των επιστημών είναι «διεπιστημονικός» κλάδος.Η κατανόηση δεν αφορά αποκλειστικά τον εντοπισμό των αιτίων που προκάλεσαν το γεγονός, αφορά και τις συσχετίσεις ανάμεσα στα πολλά συμβάντα του ευρύτερου πολιτισμικού-κοινωνικού περιβάλλοντος από τη μία, και στο συγκεκριμένο γεγονός από την άλλη.  ———————————————-

Στην ιστορία των επιστημών, για να απαντήσουμε στα αρχικά ερωτήματα που θέτουμε, διατυπώνουμε ορισμένες υποθέσεις ‘ αυτές αργότερα θα τις επανεξετάσουμε κ.ο.κ. Η αφετηρία μας ωστόσο δεν είναι κάποια ουδέτερη, ιδεατή και μηδενική βάση: οι αδιαμόρφωτες ιδέες, προκαταλήψεις, παλαιότερες πεποιθήσεις και μη ελεγμένες απόψεις μας κλπ., αποτελούν πολύ συχνά την αφετηρία των προβληματισμών μας.[1]

Το εάν είναι αλήθεια όσα υποστηρίζονται από κάποιον ιστορικό, δεν είναι κάτι που αναδεικνύεται από τον εντοπισμό και μόνο των πηγών. Η «ανάγνωση των πηγών» και η συσχέτισή τους δεν είναι δεδομένη. Η επιλογή των «κατάλληλων» πηγών είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη: αυτό επειδή ήδη στα ερωτήματα που έχουν τεθεί, εμπεριέχονται προτιμήσεις και κατευθύνσεις  για τον τρόπο «ανάγνωσης» και τον συσχετισμό των πηγών.

Μελετώντας κάποιο θέμα, οι ιστορικοί διαπιστώνουν πως οι νέες έρευνες φέρνουν στο φώς νέα στοιχεία και αποσαφηνίζουν ορισμένες καταστάσεις. Οι έρευνες για ιστορικά ζητήματα παρεμφερή αλλά διαφορετικά, ενδέχεται να διαμορφώσουν ένα ερμηνευτικό πλαίσιο διαφορετικό μέσα στο οποίο αναδεικνύονται άλλες πλευρές του προβλήματος που εξετάζουμε, πλευρές που ήταν αδύνατο να διερευνηθούν μέσα στο προηγούμενο πλαίσιο όπου θέταμε τα ερωτήματά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιστρέφουμε στα ερωτήματα που είχαμε αρχικώς θέσει: νέα ερωτήματα θα προστεθούν, ορισμένα θα αναδιατυπωθούν, κάποιες απαντήσεις θα αλλάξουν ή θα συμπληρωθούν, νέες ερευνητικές κατευθύνσεις θα σχεδιαστούν… Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν μπορεί να σταματήσει.[2]


Adolf Wolfli[1] Σε κάποια στοιχεία θα δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση απ’ ότι σε άλλα. Αυτή η αρχική υπόθεση που θα κάνουμε θα είναι καθοριστική και για την επιλογή των τεκμηρίων που θα μελετήσουμε.

[2] Οι ιστορικοί είναι και αυτοί «προϊόντα» του κοινωνικού-πολιτσμικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο του οποίου ερευνούν. Επομένως η οπτική τους για το παρελθόν και η ερμηνεία του εξαρτάται από το παρόν, από τους γενικότερους προβληματισμούς τους και από την συμμετοχή τους σε διαμάχες και συζητήσεις.  ————————————————

Για ένα ιστορικό των επιστημών οι απαγορεύσεις, οι θεσμικές μεταβολές, οι επιβραβεύσεις, οι διαμάχες, η αποσιώπηση μιας θεωρίας και η επικράτηση μιας άλλης, όλα αυτά είναι διαδικασίες ανάμεσα σε άτομα του παρελθόντος με διαφορετικά κριτήρια αλήθειας τα οποία επιθυμούσαν την επικράτηση εκείνης της συγκεκριμένης θεωρίας που πίστευαν ότι είναι αληθής. Εκείνο το οποίο δεν πρέπει να κάνουμε είναι να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε το παρελθόν με βάση μεταγενέστερες αξίες και αλήθειες, και αυτό επειδή με έναν τέτοιο αναχρονισμό η πολλαπλότητα η πολυμορφία και οι ιδιαιτερότητες της παρελθούσας επιστημονικής έρευνας συσκοτίζονται, ή απαλείφονται.

Κατανόηση του παρελθόντος σημαίνει και κατανόηση των κριτηρίων εγκυρότητας τα οποία υιοθετούσαν οι επιστήμονες του παρελθόντος. Εκείνα που πρέπει να μας οδηγούν είναι τα τεκμήρια και όχι όλα όσα μας φαίνονται «λογικά» (με επιχειρήματα για το πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είχαν γίνει τα πράγματα). Ο κύριος λόγος για τον οποίο πολλοί ερευνητές ιστορικοί καταφεύγουν σε έωλες «γενικεύσεις» είναι συνήθως οι σοβαρές ελλείψεις σε αρχειακό υλικό. Συχνά δηλαδή με γενικεύσεις επιδιώκεται να καλυφθούν «κενά». Η ανάγκη συμπλήρωσης των αρχείων μας δεν σημαίνει πως οι ερμηνείες στηρίζονται αποκλειστικά στην φαντασία του ιστορικού, σημαντικό ρόλο παίζει και η ικανότητά του να κατανοεί το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε το αρχειακό υλικό που έχει στη διάθεσή του.[1]

pierre.moliniereΟι ιστορικοί των επιστημών έχουν να αντιμετωπίσουν ως «αληθινούς» διάφορους ισχυρισμούς του παρελθόντος καθώς και να εντάξουν στο δικό τους χωρικό και χρονικό πλαίσιο δεδομένα και συμπεράσματα για τα οποία σήμερα έχουν την πεποίθηση ότι είναι λανθασμένα. Είναι σημαντική η εξής παρατήρηση: παρά το γεγονός ότι είναι αποτέλεσμα «ορθολογικών» διεργασιών, οι πιθανές αποτυχίες δεν είναι προβλέψιμες ‘ ούτε μάλιστα μπορεί κάποιος να εξετάσει μέσα από «γενικές αρχές» γιατί οι επιστήμονες στο παρελθόν οδηγήθηκαν σε αποτυχίες.

(Ας σημειώσουμε ξανά το εξής: οι ιστορικοί των επιστημών πρέπει να μπορούν να κατανοήσουν γιατί διάφοροι ερευνητές στο παρελθόν έκαναν «λάθη», και γιατί οι συγκεκριμένοι επιστήμονες πίστευαν ότι είναι αλήθειες αυτά που εμείς σήμερα θεωρούμε λάθη).[*]

Στην «αναχρονιστική» ιστορία, υιοθετούνται ορισμένες προσεγγίσεις που έχει σημασία να τις επισημάνουμε. Κατά πρώτον, υπάρχει η αντίληψη πως κάποιες ιδέες που σήμερα θεωρούμε πρωτοποριακές, αντιμετωπίστηκαν ως τέτοιες και κατά την εποχή που πρωτοδιατυπώθηκαν.[2] Δεύτερον, πολλές θεωρίες του παρελθόντος επαναδιατυπώνονται με μαθηματική γλώσσα και διαφορετικοί όροι που παραμένουν απλώς λεκτικά οι ίδιοι (σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους) αυτοί συγκρίνονται μηχανιστικά.[3] Κατά τρίτον, έχουμε συχνά την προσπάθεια να αναδειχτεί από ιστορικούς η «συνοχή» του αρχειακού υλικού που έχουν στη διάθεσή τους. Εντούτοις, η «συνοχή» αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται πως δεν υπάρχουν αντιφάσεις εντός τους αρχειακού υλικού, ότι δεν υπάρχουν πιθανόν «πισωγυρίσματα» ή απλοϊκοί και λανθασμένοι (σύμφωνα με τα τρέχοντα) συλλογισμοί.[4] Τέταρτον: υπάρχει η προσδοκία να ανακαλυφθούν πρωτόλειες ιδέες σε παλαιότερα κείμενα και να θεωρηθούν αυτές «αφετηριακά σημεία» νεότερων θεωριών. Κάποιες παλαιότερες θεωρίες υποτίθεται έτσι ότι «εμπεριείχαν» «έκρυβαν» μέσα τους τις σημερινές (υπονοείται πως οι τελευταίες είναι οι «απολύτως αληθινές»).[5] Πέμπτον: αμφισβήτηση του τόπου και του χρόνου ανακάλυψης ορισμένων φαινομένων, επειδή υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ίδια φαινόμενα (ή οντότητες) είχαν εντοπιστεί νωρίτερα από άλλα άτομα τα οποία δεν είχαν καταλάβει την σημασία αυτών που είχαν βρει.[6]  


[1] Στη συμπλήρωση κενών από τον ιστορικό ρόλο δεν παίζει μόνο η «φαντασία» ασφαλώς ή η «διαίσθηση», αλλά και οι διάφορες γενικότερες θεωρίες και αντιλήψεις που ασπάζεται, για τους ανθρώπους και για τις κοινωνίες στις οποίες ζουν.

kurt.seligman-mythomania1945[2] Αυτή η επισήμανση δεν σχετίζεται με κάποια θέση που θεωρεί πως ορισμένοι επιστήμονες «αδικήθηκαν» στην εποχή τους ή ότι οι «ιδέες» που είχαν ήταν πολύ «πιο μπροστά» από την εποχή τους. (Μια τέτοια θέση έχει θετικιστική χροιά: η «αλήθεια» είναι κάτι που θα λάμψει αργά ή γρήγορα, ανεξάρτητα από την υποδοχή που επιφύλασσε η κοινωνία όταν οι ιδέες αυτές πρωτοδιατυπώθηκαν).

[3] Παράδειγμα: οι αποδείξεις του Galileo, διατυπώνονται σήμερα και με αλγεβρικές μεθόδους ‘ ωστόσο αυτό αλλοιώνει το γεγονός ότι ο ίδιος τις διατύπωσε με γεωμετρικές μεθόδους και αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος σκέψης του ήταν συνυφασμένος με τις δυνατότητες που του παρείχε η γεωμετρία.

[4] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η για πολλά χρόνια επιδίωξη ανάδειξης της «συνοχής» του έργου του Newton μέσω της παντελούς αγνόησης των αλχημικών και θεολογικών του χειρογράφων (ως υλικό που «δεν είχε σχέση» με την επιστήμη του…).

[5] Αποσπάσματα και φράσεις αποκομμένες από το υπόλοιπο έργο και την εποχή είναι δυνατό να μας οδηγούν να «ανακαλύψουμε» «ψήγματα» και «απαρχές» σύγχρονων θεωριών…

[6] Βέβαια, υπάρχουν παραδείγματα επιστημόνων οι οποίοι κάποτε εντόπισαν κάτι, αλλά ούτε οι ίδιοι ούτε κανείς απ’ όσους διάβασαν στον καιρό τους τα πορίσματα των ερευνών δήλωσαν συγκεκριμένα για τι επρόκειτο. Αργότερα άλλοι επιστήμονες θα ανακαλύψουν τι ήταν το εν λόγω φαινόμενο (ή οντότητα). Το συμπέρασμα εδώ είναι πως δεν μπορούμε να αποδώσουμε την εν λόγω «ανακάλυψη» στον πρώτο ερευνητή…

[*] Τα «υποθετικά σενάρια» που διατυπώνουν πολλοί ιστορικοί («τι θα είχε συμβεί εάν…») αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα και τις αναρίθμητες δυνατές συσχετίσεις γεγονότων, εν τούτοις δεν έχουν κάποια αξία για την ιστορία των επιστημών.  —————————————————–

G.baselitz-The Great Friends

Η Επιστημονική Επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα.

Η περίοδος της Επιστημονικής Επανάστασης του 16ου και 17ου αιώνα, υπήρξε σύμφωνα με τον Richard Westfall (1924-1996) η βασική ιδέα που οδήγησε στην συγκρότηση της Ιστορίας των Επιστημών.

(Συμβατικά, αναφερόμαστε στα περίπου 150 χρόνια που μεσολάβησαν από τη δημοσίευση του DeRevolutionibusOrbiumCoelestium (1543) του Κοπέρνικου, έως το PhilosophiaeNaturalisPrincipiaMathematica (1687) του Newton).

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπήρξε πράγματι μια περίοδος που μπορεί να οριοθετηθεί και να ονομαστεί «περίοδος της Επιστημονικής Επανάστασης»; Με ποια κριτήρια προχωρούμε σε μια τέτοια περιοδολόγηση;

Για πολλούς ιστορικούς ο ύστερος Μεσαίωνας συνέβαλε στην προετοιμασία αυτής της αλλαγής, ωστόσο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Επιστημονική Επανάσταση αποτελεί απλώς την «φυσιολογική εξέλιξη» των τάσεων που διαμορφώθηκαν στον ύστερο Μεσαίωνα. Ποια λοιπόν είναι τα στοιχεία «ασυνέχειας» και ποια τα στοιχεία «συνέχειας» στην περίπτωση της Επιστημονικής Επανάστασης;

Τα γνωρίσματα που αποδίδουμε στην Επιστημονική Επανάσταση είναι χαρακτηριστικά τα οποία επιδίωξαν να καθιερώσουν συνειδητά οι ερευνητές της περιόδου ή αποτελούν χαρακτηριστικά τα οποία είχε στο μεταξύ αποκτήσει η σύγχρονη επιστήμη και εμείς αποδίδουμε τις απαρχές τους στην περίοδο του 16ου και 17ου αιώνα;

Ποιες σχέσεις διακρίνουμε ανάμεσα στην ιστορία της φιλοσοφίας και την ιστορία της Επιστημονικής Επανάστασης; Σε τι επηρέασε η φιλοσοφία του Bacon και του Descartes τον προβληματισμό της εποχής αυτής;

Edvard_Munch_-_Madonna1895Ποια υπήρξε η θέση της αριστοτέλειας φιλοσοφίας στο πλαίσιο ερευνών της εποχής αυτής; Ήταν κάτι το οποίο θεώρησαν ότι έπρεπε να αντικατασταθεί ολοκληρωτικά από ένα καινούριο σύστημα; Θεωρήθηκε κάτι από το οποίο έπρεπε επιλεκτικά να παρθούν κάποια μόνο στοιχεία για την οικοδόμηση του καινούριου (το οποίο όμως θα ήταν εντελώς διαφορετικό από το αριστοτέλειο σύστημα); Ήταν κάτι το οποίο το οποίο θα μπορούσε να μεταρρυθμιστεί και «εκσυγχρονιστεί»; Η σχολαστική παράδοση ήταν κάτι το οποίο οι φυσικοί φιλόσοφοι πίστευαν ότι έπρεπε να υπερβούν;

Οι πρωταγωνιστές της Επιστημονικής Επανάστασης ποιες στρατηγικές κατέστρωσαν για την διαμόρφωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας; Ποιο ρόλο έπαιξαν οι αναφορές στην Αρχαιότητα ή στα «ερμητικά» κείμενα; Υπήρξε συμμαχία των ερευνητών της εποχής με άλλους πολέμιους του αριστοτελισμού οι οποίοι όμως εξέφραζαν «μη-ορθολογικές» και μεταφυσικές απόψεις; Κατά πόσο η κριτική στον αριστοτελισμό τον 16ο αιώνα ήταν αποτέλεσμα και της παρουσίας νεοπλατωνικών και νεοπυθαγόρειων ρευμάτων; Ποιες νέες μεταφυσικές αρχές υιοθετήθηκαν από την επιστήμη στην εν λόγω περίοδο;

Με ποιον τρόπο η ανάγκη νομιμοποίησης των νέων κανόνων για την μελέτη της φύσης ακύρωσε σταδιακά την έρευνα της φύσης ως ιδιωτικό εγχείρημα; Με ποιον τρόπο απομακρύνονται οι «λόγιοι» από την κουλτούρα του σχολαστικισμού; Πώς αλλάζει βαθμιαία το προφίλ του «φυσικού φιλοσόφου»;

Πώς εντάσσεται η αλχημεία στο πλαίσιο της Επιστημονικής Επανάστασης; Τι σχέσεις μπορούμε να διαπιστώσουμε ανάμεσα στις πρακτικές των «μάγων» και αυτών που θα ονομαστούν «πειραματική φυσική»;

hier.bosch

Ποιες συσχετίσεις εκφράζουν με συγκεκριμένο τρόπο την σχέση του νέου πλαισίου μελέτης της φύσης με τις διεργασίες στο κοινωνικό πεδίο; Και πώς αυτές οι συσχετίσεις συνθέτουν το πεδίο των νέων πρακτικών των φυσικών φιλοσόφων;

Ποιες είναι οι σχέσεις των κοινωνικών στρωμάτων που αναδύονται με την νέα επιστήμη; Από πού αντλούν την οικονομική τους ισχύ και ποιες είναι οι ιδεολογικές τους αναφορές;

Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ακαδημιών και των «εταιριών» που ιδρύονται και ποιες νέες μορφές επικοινωνίας καθιερώνονται από την νέα κοινότητα φυσικών φιλοσόφων;

Ποια υπήρξε η δομή των εκπαιδευτικών θεσμών στον ύστερο Μεσαίωνα και πώς αυτοί επηρεάστηκαν από τις σημαντικές κοινωνικές και θρησκευτικές ανακατατάξεις του 16ου αιώνα; Πώς αλλάζει το περιεχόμενο και η εν λόγω δομή κατά την διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης; Για ποιους λόγους τα πανεπιστήμια δεν θα παίξουν βασικό ρόλο στη διάρκεια του 17ου αιώνα; Πώς εντάχθηκε η νέα φυσική φιλοσοφία στους θεσμούς αυτούς; Ποια σχέση κατασταλάζει τελικώς ανάμεσα στα πανεπιστήμια από τη μια και στις ακαδημίες και εταιρίες από την άλλη;

Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νέων σχέσεων εξουσίας, εξουσίας επάνω στην φύση και εξουσίας επάνω στους ανθρώπους;

Πώς θα έπρεπε να διερευνήσουμε τη σχέση θεολογίας και νέας φυσικής φιλοσοφίας, θρησκείας και επιστήμης, Εκκλησίας και φυσικών φιλοσόφων; Πώς συγκροτούνται και ποιες είναι οι νέες μορφές εξουσίας που διαχειρίζονται οι φυσικοί φιλόσοφοι;

Πώς συνέβαλε η Εκκλησία στην βαθμιαία νομιμοποίηση των νέων ιδεών; Ποιες συμμαχίες και ποιες διαμάχες εντοπίζουμε ανάμεσα σε εκκλησιαστικούς παράγοντες και ομάδες φυσικών φιλοσόφων και πώς αυτές άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου;

Hans BaldungΠώς υποδέχτηκε και πώς επηρέασε η Εκκλησία την διαμόρφωση των νέων πρακτικών και των νέων ιδεών της φυσικής φιλοσοφίας; Πώς ερμηνεύουμε το γεγονός ότι σε πολλούς ναούς διαπιστώνουμε αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις που πιστοποιούν πως χρησιμοποιήθηκαν και ως χώροι αστρονομικών παρατηρήσεων;

Πώς τα χαρακτηριστικά του κινήματος της «Μεταρρύθμισης» του 1516 και οι αντιδράσεις της Καθολικής Εκκλησίας διαμόρφωσαν το ιδεολογικό, κοινωνικό και θεολογικό πλαίσιο για την μελέτη των φυσικών φαινομένων; Ποιες εσωτερικές διαφοροποιήσεις διαπιστώνουμε μέσα στο κίνημα Μεταρρύθμισης και πώς αυτό εκφράστηκε σε διαφορετικά έργα, θεσμούς και τόπους της Ευρώπης; Πώς το «κίνημα της Αντιμεταρρύθμισης» επηρέασε την εξέλιξη και διάχυση των νέων επιστημονικών ιδεών ανάμεσα στους καθολικούς;

Τι πίστευαν οι φυσικοί φιλόσοφοι για τους τρόπους απόκτησης και τα κριτήρια εγκυρότητας της νέας γνώσης; Πώς νομιμοποιείται σταδιακά το «πείραμα» ως εκείνη η πρακτική η οποία δημιουργεί τους χώρους παραγωγής γνώσης για τη φύση και ελέγχουν της εγκυρότητας αυτής της γνώσης; Τι χαρακτήρα έχουν οι διαφωνίες που προκύπτουν και πώς επιλύονται; Ποιο ρόλο κατέχουν τα νέα όργανα στην παραγωγή γνώσης και ποιο ρόλο έχουν στη διαμόρφωση μιας νέας πρακτικής; Με ποιο τρόπο καθιερώνονται οι πρακτικές «συλλογικής μαρτυρίας» των πειραματικών αποτελεσμάτων και «πειραματικών επιδείξεων» στους δημόσιους χώρους;

Με ποιους τρόπους πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή των νέων επιστημονικών ιδεών στο χώρο εκτός της Δυτικής Ευρώπης; Πώς οι λόγιοι αυτών των κοινωνιών ιδιοποιήθηκαν τις νέες ιδέες και ανέπτυξαν τον δικό τους λόγο στα πλαίσια των τοπικών φιλοσοφικών και θεολογικών παραδόσεων και των τοπικών κοινωνικών περιορισμών;

Η Επιστημονική Επανάσταση είναι ένα σύνολο χαρακτηριστικών που εμφανίζονται αποκλειστικά στην Ευρώπη; Τι συμβαίνει στον Αραβικό κόσμο, την Ινδία και την Κίνα εκείνη την εποχή; Υπάρχουν «ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά» τα οποία συνέβαλαν στην πραγμάτωση της Επιστημονικής Επανάστασης;

Alphonse Maria MuchaΗ μελέτη των κλασικών κειμένων της Επιστημονικής Επανάστασης μας έχει δείξει πως η διαδικασία «πειθούς» αναφορικά με τις νέες ιδέες της εποχής υπήρξε πολύ πιο πολύπλοκη από μια απλή παράθεση των νέων θεωριών και των πειραματικών δεδομένων με έναν «λογικά συνεπή» τρόπο. Η αποδοχή των νέων υποθέσεων, των νέων τρόπων έρευνας και μέτρησης, των νέων ερωτημάτων που θα έπρεπε να απασχολούν τους φυσικούς φιλοσόφους απαιτούσε γενικά την οικοδόμηση μιας σύνθετης διαδικασίας όπου η ρητορική έπαιζε σημαντικό ρόλο. Μπορούμε λοιπόν να αναφερόμαστε σε «ρητορικές στρατηγικές» ορισμένων ερευνητών της περιόδου της Επιστημονικής Επανάστασης;

Η «πατρωνία» υπήρξε ένας θεσμός εξασφάλισης πόρων για καλλιτέχνες, αλλά επιπρόσθετα ήταν και θεσμός προστασίας σημαντικών μορφών της εποχής από εχθρούς και αντιπάλους τους. Οι «πάτρωνες» αντλούσαν κοινωνικό κύρος όταν είχαν «υπό την προστασία τους» τέτοιους σημαντικούς ανθρώπους. Στην επιστήμη (αλλά και στην τέχνη) η πατρωνία συνέβαλε και στην «νομιμοποίηση» νέων ιδεών και νέων τεχνοτροπιών. Ποιος υπήρξε λοιπόν ο ρόλος της στην ανάδειξη αλλά και καθιέρωση των νέων ιδεών και νέων πρακτικών στη διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης; Η «πατρωνία» είχε την ίδια μορφή σε όλες τις κοινωνίες της Ευρώπης;

Τέλος, ποια σχέση είχαν οι νέες επιστημονικές ιδέες με τις τεχνολογίες και τις τεχνικές της περιόδου εκείνης; …

Ο Μεσαίωνας επομένως, δια μέσου πολυσχιδών διεργασιών «προετοίμασε», με μια έννοια, την Επιστημονική Επανάσταση. Εντούτοις, αυτού του είδους η «συνέχεια» δεν αναιρεί την «σχετική αυτονομία» της περιόδου: στην διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης διαπιστώνουμε μια ολόπλευρη διαφοροποίηση των αντιλήψεών μας για την (μαθηματική) ανάλυση της φύσης, για τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση στις ιδιότητες της φύσης και τους νόμους της, για τις μεθόδους ελέγχου της εγκυρότητας των νέων γνώσεων.

EdwinAustinAbbey-King LearΗ σοβαρότητα των κοινωνικών πολιτικών θρησκευτικών γεγονότων της περιόδου και η πληθώρα των πρακτικών και των προσεγγίσεων που αναδύονται διαμόρφωσαν ποικίλους τρόπους κατανόησης των φαινομένων, και όλες αυτές οι προσεγγίσεις αλληλοσυμπληρώνονται μην επιτρέποντας την κυριαρχία ενός και μόνου χαρακτηριστικού: η συνέχεια συνυπάρχει με την ασυνέχεια ‘ η ρήξη με την αριστοτελική παράδοση δεν εμποδίζει τον σχηματισμό παράλληλα ενός νέο-αριστοτελικού ρεύματος ‘ ο «ορθολογισμός» συνυπάρχει με νεοπυθαγόρειες και ερμητικές παραδόσεις ‘ η «πατερική» παράδοση επανέρχεται σε μια λιγότερο αδιάλλακτη ερμηνεία των Γραφών ‘ η πολιτική ισχύς της καθολικής Εκκλησίας περιορίζεται ‘ αναδύονται νέες πρακτικές παρατήρησης της φύσης και η σχολαστική παράδοση εκτοπίζεται βαθμιαία από την εδραίωση της πειραματικής πρακτικής ‘ η έρευνα της φύσης παύει να είναι ιδιωτική ενασχόληση και καθίσταται νόμιμη στο βαθμό ακριβώς που εκφράζεται δημόσια ‘ οι «φυσικοί νόμοι» παραγκωνίζουν τις «ποιητικές αρχές» και καθιερώνεται η μαθηματική τους έκφραση ‘ το τι θεωρείται «φυσιολογικό» επαναπροσδιορίζεται ‘ το ηλιοκεντρικό σύστημα αφαιρεί από τον άνθρωπο την προνομιακή θέση που κατείχε στο γεωκεντρικό σύστημα ‘ σε κάθε γωνιά του νέου άπειρου σύμπαντος οι νόμοι είναι απαράλλακτα ίδιοι ‘ τα πανεπιστήμια παύουν να είναι οι μόνοι θεσμοί διαχείρισης της γνώσης, ιδρύονται «εταιρίες» και «ακαδημίες», εκδίδονται συναφή περιοδικά. **

Συμπερασματικά, στην διάρκεια της περιόδου αυτής μεταβάλλεται ο τρόπος «θέασης», οι τρόποι απόκτησης γνώσης, καθώς και οι θεσμοί διαχείρισης αυτής της νέας γνώσης.

andre.masson1938

Ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) υπήρξε μοναχός ιερέας και θεολόγος από τους ηγέτες του κινήματος της «Εκκλησιαστικής Μεταρρύθμισης» του 16ου αιώνα στην Γερμανία. Κατήγγειλε την διαφθορά της Εκκλησίας αλλά και εντόπισε τις «θεολογικές ρίζες» πολλών προβλημάτων: η καθολική εκκλησιαστική ιεραρχία    είχε εντάξει το ζήτημα της «χάριτος» μέσα σε ένα σύστημα απολαβών και μεροληψίας το οποίο δεν είχε καμία θεμελίωση επάνω στην καινή Διαθήκη. Σύμφωνα με τον Λούθηρο, ο πάπας δεν είχε καμία εξουσιοδότηση αναφορικά με το «Καθαρτήριο». Η «Μεταρρύθμιση» του 1517 προχώρησε σε σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση. Το κίνημα απέκτησε συμμάχους σε πολλά κοινωνικά στρώματα, θα το στηρίξουν ακόμη και άτομα που βρίσκονταν υψηλά στην ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας.

Η αντίδραση ενάντια στη Μεταρρύθμιση είναι γνωστή ως «Αντι-Μεταρρύθμιση». Η «Ιερά Εξέταση» θα ιδρυθεί το 1545, ενώ θα οργανωθούν αποστολές ιεραποστόλων για προσηλυτισμό διαφόρων τοπικών κοινωνιών, επικουρούμενες από τις από τις αποφάσεις της «Συνόδου του Trento» (Concilium Tridentinum).[1] Ο Καθολικισμός, όπου αμφισβητείται θα επιβληθεί με ιδιαίτερη βιαιότητα. Ο Πάπας Παύλος ο 3ος [2], προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση με τους προτεστάντες ζητά σύγκληση της εκκλησιαστικής συνόδου. Οι θεολογικές αποσαφηνίσεις θα ικανοποιήσουν πολλούς καθολικούς ιερείς και θα τους προμηθεύσουν με αναγκαία θεωρητικά όπλα… Με το τέλος της Συνόδου του Trento η καθολικοί θα διαπιστώσουν ότι η απειλή είναι πλέον και πολιτικο-στρατιωτική. Μεταξύ 1618 και 1648 (συνθήκη της Βεστφαλίας) η Ευρώπη θα οδηγηθεί στον «τριακονταετή πόλεμο». Το τέλος του πολέμου θα σημάνει την αποδοχή από την Καθολική Εκκλησία του ρεύματος του Προτεσταντισμού.

Στην Ευρώπη την εποχή αυτή συντελούνται και άλλες σοβαρές αλλαγές. Κατά πρώτον, στην Αγγλία ο εμφύλιος πόλεμος, (σχηματικά μιλώντας) μεταξύ «μοναρχικών» και υποστηρικτών του «κοινοβουλευτισμού» θα διαρκέσει μεταξύ 1642 και 1651 και θα έχει αντηχήσεις για πολλές δεκαετίες έπειτα από την επίσημη λήξη του. Δεύτερον, για όλη αυτή την περίοδο, οι Ευρωπαίοι θα αντλούν πλούτο από τις αποικίες που ελέγχουν και θα αναπτύξουν σε μεγάλο βαθμό το εμπόριο. Παράλληλα, η χαλάρωση του ελέγχου της Καθολικής Εκκλησίας θα δημιουργήσει χώρους οι οποίοι διεκδικούνται από νέα κοινωνικά στρώματα, τα οποία επιδιώκουν να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους. Η νέα επιστημονική κουλτούρα βρίσκει έδαφος πρόσφορο στις φιλοδοξίες των στρωμάτων αυτών, και εκείνα ανακαλύπτουν στον ωφελιμισμό της νέας επιστήμης έναν σύμμαχο για τους δικούς τους κοινωνικο-πολιτικούς στόχους.

card.players.p.cezanneΟι ιστορικοί των επιστημών συμφωνούν στον καθοριστικό ρόλο όλων αυτών των εξελίξεων αναφορικά με την διαμόρφωση της νέας επιστήμης, ωστόσο διαφωνούν μεταξύ τους όσον αφορά τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τη διαμόρφωση του νέου επιστημονικού λόγου, καθώς επίσης και για το ειδικό βάρος που είχε το κάθε γεγονός στην εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών.[3]

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί το εξής: η καθιέρωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας τον 16ο και 17ο αιώνα, δεν ταυτίζεται πλήρως με ό,τι στη συνέχεια ονομάσαμε «επιστήμη» ‘ η ιστορία των επιστημών δεν μπορεί να μελετά αποκλειστικά ιδέες και πρακτικές εκείνης της περιόδου οι οποίες παρουσιάζουν «αντιστοιχίες» με την σημερινή αντίληψη που έχουμε για το τι είναι επιστήμη. Οι διαφορετικές ιδέες και πολιτισμικές πρακτικές για την κατανόηση και τον έλεγχο της φύσης βρίσκονταν σε συνεχή αλληλεπίδραση με όλα τα κοινωνικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Οι πρακτικές που διαμόρφωσαν αυτό που ονομάζουμε «Επιστημονική Επανάσταση» δεν φαίνεται να είχαν τους ίδιους στόχους και χαρακτηριστικά με ό,τι σήμερα αποκαλούμε «επιστήμη».[4]

Κατά την διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης παγιώθηκαν οι νέοι «κανόνες άσκησης» της φυσικής: η αναζήτηση «νόμων της φύσης» αντικαθιστά την έρευνα για «γενεσιουργές αιτίες» των φαινομένων ‘ η ακριβής μαθηματική γλώσσα, η «πρόβλεψη» ποσοτήτων μεγεθών ή χαρακτηριστικών νέων φαινομένων που δεν έχουν ακόμη παρατηρηθεί, αντικαθιστά τις «ποιοτικές» περιγραφές και ερμηνείες φαινομένων ‘ σχεδιάζονται τώρα πειράματα τα οποία μπορούν να επαναληφθούν και στα οποία είναι δυνατό να γίνουν ακριβείς μετρήσεις, στη θέση παλαιότερων επιδείξεων φαινομένων όπου αναδεικνύονταν ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η πειραματική πρακτική αποκτά πλέον «δημόσιο χαρακτήρα» και καλεί και άλλους να συμμετάσχουν σε ανάλογες διαδικασίες: η κατανόηση της φύσης δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο για λίγους «μυημένους». Κατά την δημοσιοποίηση των πειραμάτων εκτίθενται με λεπτομέρειες οι πειραματικές διατάξεις και οι διάφορες δυσκολίες που προέκυψαν, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αναπαραγωγή τους. Αυτή η «δημοσιότητα» θα διαμορφώσει τους «όρους διαφωνίας» και τους «κανόνες επίλυσης» διαφωνιών και έτσι θα συμβάλλει στη δημιουργία του πλαισίου συναίνεσης της επιστημονικής κοινότητας ως προς αυτούς τους όρους.

henri.de.toulouse.At_the_Moulin_Rouge1892Αναφορικά με τα παραπάνω, πρέπει να σημειώσουμε το εξής: από τους ιστορικούς, η έμφαση εδώ δίνεται στην πειραματική «πρακτική» και όχι σε εκείνο που πολλοί θεωρούσαν ως την (μια) «πειραματική μέθοδο». Εντούτοις σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πειραματικής πρακτικής και στην διάδοση των επιστημονικών πειραματικών οργάνων,[5] θα παίξει το συνολικότερο εγχείρημα της «μαθηματικοποίησης».

Είναι πολύ σημαντική η εξής εξέλιξη: κατά την διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης η «εργαλειακή» χρήση των μαθηματικών βαθμιαία ακυρώνεται, και εδραιώνεται η άποψη πως «αληθινό» (και επομένως «πραγματικό») είναι ό,τι είναι δυνατόν να εκφραστεί με μαθηματικό τρόπο. Τα μαθηματικά χρησιμοποιούνται για να «εξηγηθούν» τα φυσικά φαινόμενα και όχι για να «περιγραφεί» η φύση.[6]

Ποια είναι τα νέα κριτήρια ελέγχου και εγκυρότητας των προτάσεων της νέας «φυσικής φιλοσοφίας»; «Αληθινό» δεν είναι πλέον ό,τι φαίνεται «λογικό και φυσιολογικό».[7] Παράλληλα με την φυσική φιλοσοφία, η οποία θέλει να εξηγήσει τον κόσμο, υφίστανται και πολλές άλλες δραστηριότητες: αστρονομία, μηχανική, οπτική, μουσική ‘ επίσης, η ανατομία, η φυσιολογία, η χειρουργική, η φαρμακολογία ‘ η ναυπηγική, η χαρτογραφία, η μεταλλουργία κ.ά. Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει την περίοδο της Επιστημονικής Επανάστασης θα πρέπει να εξετάσουμε και την σχέση, την αλληλο-διαπλοκή όλων αυτών των δραστηριοτήτων με την νέα φυσική φιλοσοφία.

Όπως αναφέραμε και αλλού, η μαγεία, η αστρολογία, η αλχημεία, και η θρησκεία έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Η «μαγεία» στηρίχθηκε στην εμπειρική παρατήρηση και την λεπτομερή καταγραφή των ιδιοτήτων[8] και της συμπεριφοράς των σωμάτων. Η αιτία που την βρίσκουμε να έχει εκλείψει μετά τα τέλη του 17ου αιώνα είναι επειδή πολλά από τα στοιχεία της ενσωματώθηκαν στην νέα «επιστημονική» πρακτική και αντίληψη για τον κόσμο. Επομένως ο εμπειρισμός της μαγείας συνέβαλε στην ανάδυση της πειραματικής πρακτικής και στην μετάβαση από την σχολαστική παράδοση στην εμπειρική παράδοση της σύγχρονης επιστήμης.[9] Η αλχημεία* (όπως και η μαγεία) επικεντρώνονταν, σε αντίθεση με τους αριστοτελικούς, σε φαινόμενα οι αιτίες των οποίων δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν άμεσα με τις αισθήσεις.[10] Πολλοί θα υποστηρίξουν πως ορισμένες αιτίες είναι αδύνατο μεν να εντοπιστούν με τις αισθήσεις, αλλά ωστόσο είναι δυνατό να γίνουν κατανοητές.[11] Άλλοι θα ισχυριστούν πως οι αιτίες πρέπει να είναι πραγματικές επειδή τα αποτελέσματά τους είναι πραγματικά. Η νέα πειραματική πρακτική θα αναφέρεται συχνά σε «ανεξήγητα» φυσικά φαινόμενα, σημασία όμως θα έχει να φανερώνονται, να εκτίθενται (μέσα από τα πειράματα) οι διάφορες επιδράσεις τους.[12]

thomas.Eakins.AgnewClinic1889Στο αριστοτελικό σύμπαν η Γη βρίσκεται στο κέντρο και ο κόσμος είναι κλειστός και αυστηρά ιεραρχημένος: κάθε σώμα και στοιχείο «κατέχει» τη «φυσιολογική θέση» του ‘ ανάλογα με τη θέση του τα σώματα υπακούουν σε διαφορετικούς κανόνες συμπεριφοράς, η κίνηση δε ενός σώματος απαιτεί ένα «κινούν» σε επαφή με το σώμα ώστε αυτό να συνεχίζει την κίνησή του… Με τη διατύπωση των νόμων του Newton όλα αυτά ανατρέπονται. Μόνο για την αλλαγή της κατεύθυνσης της κίνησης ενός σώματος χρειάζεται η εφαρμογή μιας δύναμης. Τα σώματα βρίσκονται σε αέναες κινήσεις, και δεν μας απασχολεί πλέον τόσο το γιατί απέκτησαν αυτή την κίνηση αλλά το πώς αυτή αλλάζει. Δεν υπάρχουν τώρα «παρά φύσιν» κινήσεις, ούτε «φυσικοί τόποι», ούτε διαφορά ανάμεσα στον χώρο τον υπερσελήνιο και τον υποσελήνιο…[13]

Όσον αφορά τέλος την σχέση Εκκλησίας και νέας επιστήμης, τα ιστορικά γεγονότα δείχνουν πως πολλοί φυσικοί φιλόσοφοι προσπαθούσαν να συμβιβάσουν με κάποιον τρόπο την επίσημη θεολογία με την νέα φυσική φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια πάντως της Επιστημονικής Επανάστασης αυτού του είδους οι προβληματισμοί λαμβάνουν χώρα έξω από το πλαίσιο λειτουργίας των εκκλησιαστικών και μοναστικών θεσμών (και ορισμένες -όχι όλες τέτοιες αναζητήσεις αποκτούν μια νομιμότητα). Υπάρχουν λοιπόν απόπειρες να εναρμονιστούν στοιχεία της νέας μηχανιστικής φιλοσοφίας με στοιχεία του χριστιανικού δόγματος ώστε το ένα να συμβάλει στην επίλυση θεωρητικών προβλημάτων του άλλου… Οι διαμάχες ξεσπούν σε ένα πεδίο όπου και στα δύο στρατόπεδα υπάρχουν και φυσικοί φιλόσοφοι αλλά και θεολόγοι, επομένως το ερμηνευτικό σχήμα που θέλει να υπάρχουν από την μια πλευρά οι «προοδευτικοί» επιστήμονες και από την άλλοι οι συντηρητικοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας είναι προβληματικό.[14]

Édouard Manet.zolaΕδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και μια ακόμη μεταβολή κατά την περίοδο της Επιστημονικής Επανάστασης. Στο μυαλό πολλών ερευνητών, υπήρχε το εξής σοβαρό δίλημμα: έχει ο άνθρωπος το (ηθικό) δικαίωμα να προχωρά στη μελέτη προβλημάτων που θα μπορούσαν να τον φέρουν αντιμέτωπο με τη «λογική του Θεού», με τον τρόπο που Εκείνος σκεφτόταν όταν δημιουργούσε τον κόσμο; Μήπως η έρευνα της φύσης είναι δείγμα απύθμενης ματαιοδοξίας, ένας ακόμη αξιόμεμπτος πειρασμός και αμαρτία; Ο κοινωνικός ρόλος του γνωστικού υποκειμένου που ερευνά τη φύση θα αρχίσει βαθμιαία να αλλάζει. Τα ηθικά διλήμματα σταδιακά φαίνεται να σβήνουν έπειτα και από τις νέες ισορροπίες ανάμεσα σε φυσικούς φιλοσόφους και θεολόγους και όταν πια η Καθολική Εκκλησία (προς τα τέλη 17ου αιώνα) αρχίζει να αποδέχεται τον νέο της ρόλο στον τρόπο άσκησης της εξουσίας εντός της νέας θρησκευτικής τάξης στην Δυτική Ευρώπη.


[1] 25 συνεδριάσεις σε τρεις περιόδους, μεταξύ 1545 και 1563.

[2] Σε εκείνον αφιέρωσε ο Κοπέρνικος το De Revolutionibus.

[3] Υπάρχουν ασφαλώς και διαφορετικά ερωτήματα που τίθενται από τους ιστορικούς, έρευνες για διαφορετικά ιστορικά πρόσωπα και για διαφορετικά προβλήματα…

[4]Ενδεικτικάαναφέρουμε (εντόςαυτήςτηςπροβληματικής) τοέργοτων Steven Shapin & Simon Schaffer: Leviathan and the Air Pump- Hobbes, Boyle and the Experimental Life (1985). Σε αυτό εξετάζεται η σχέση ανάμεσα σε δύο διαδικασίες: τους τρόπους με τους οποίους (πρέπει να) διεξάγονται και να τερματίζονται οι επιστημονικές διαμάχες, και τους τρόπους με τους οποίους η αγγλική κοινωνία (μετά τον εμφύλιο πόλεμο) αντιμετώπιζε την επιβολή της τάξης και την δημιουργία «συναίνεσης» για την αποδοχή της νέας κατάστασης…

Lascaux. France cave[5] όπως επίσης και σε ότι αφορά τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένα τα όργανα και οι περιορισμοί που έθεταν, όπως και τα όρια ακρίβειας των μετρήσεων…     

[6] Μαθηματικοποίηση και πειραματική πρακτική θα αλληλο-τροφοδοτούνται, και σύντομα θα επέλθει αυτό που ονομάστηκε «ρήξη με την Αρχαιότητα» (κυριολεκτώντας, θα έπρεπε να πούμε ρήξη με τον «αριστοτελισμό»). Το «σώζειν τα φαινόμενα» θα πάψει να ισχύει. Συμφωνία της παρατήρησης με την μαθηματική περιγραφή πιστοποιεί και την οντολογία που απορρέει από ένα σύνολο μεταφυσικών αρχών. Επομένως, τα μαθηματικά οδηγούν στην «ανάδειξη της πραγματικότητας», αυτό που «εκφράζεται μαθηματικά» είναι και αυτό «που υπάρχει».

[7] Ούτε θα έχει πλέον σημασία ιδιαίτερη το οτιδήποτε ανταποκρίνεται σε επιταγές ορισμένων μεταφυσικών αρχών, όπως για παράδειγμα ήταν οι «κυκλικές τροχιές», οι οποίες θεωρούνταν «τέλειες» και «άρα έπρεπε» να είναι «οι πραγματικές» τροχιές των («τέλειων») ουράνιων σωμάτων…

[8] «απόκρυφες», όχι γιατί ήταν «δαιμονικές» αλλά επειδή δεν ήταν άμεσα κατανοητές και προσπελάσιμες από τις αισθήσεις.

[9] Θα παρατηρήσουμε εδώ πως πολλοί μάγοι ήταν συχνοί επισκέπτες σε αυλές και σπίτια πλουσίων (κάποιοι πουλούσαν και περίεργα όργανα ή πετρώματα με μυστήριες ιδιότητες)…

klimtgustav[10] Ο αριστοτελισμός δεχόταν εξηγήσεις βασισμένες σε άμεσες και σαφείς αιτίες, και όχι «απόκρυφες».

[11] ορθολογική ανάλυση δηλαδή συγκεκριμένων μηχανισμών που θα μπορούσαν να μην είναι πραγματικοί.

[12] Σταδιακά λοιπόν η έμφαση αρχίζει να δίνεται στο «πώς» λειτουργούν τα πράγματα και όχι στο «γιατί» λειτουργούν έτσι όπως λειτουργούν.

[13] Σημειώνουμε βέβαια εδώ την προβληματικότητα της έννοιας της «δύναμης»: ακόμη και για τον Newton ήταν δύσκολο να απαντήσει στο τι είναι αυτή, ποιος είναι ο χαρακτήρας της δύναμης…

[14] Επιπρόσθετα, θα πρέπει να εξετάσει κάποιος και τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων λειτουργούσαν οι εκκλησιαστικοί θεσμοί σε διαφορετικές χώρες. Εκείνο που έχει σημασία να υπογραμμίσουμε είναι πως μετά την Επιστημονική Επανάσταση η «αυθεντία» και το κύρος της επιστήμης σταδιακά κερδίζουν έδαφος σε ότι αφορά τα φυσικά φαινόμενα ‘ αυτό σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο όπου η κυριαρχία της θρησκείας ήταν απόλυτη και δεδομένη σε οποιοδήποτε ζήτημα.

* Ας σημειώσουμε εδώ το εξής:

Η αλχημεία από πολλούς θεωρείται ως η «προεπιστημονική» κατάσταση του κλάδου της χημείας, ωστόσο αυτό είναι λάθος: η αλχημεία είναι μια σειρά αρχών και πρακτικών οι οποίες από κοινού με πρακτικές άλλων δραστηριοτήτων διαμόρφωσαν σταδιακά την χημεία.[a] Δεν επρόκειτο για κάτι αποκλειστικά «μυστικιστικό» που σχετιζόταν μόνο με την μαγεία. Οι αλχημιστές χωρίς να ακολουθούν «θεωρητικά» σχήματα, είχαν γνώσεις για τον μετασχηματισμό διαφόρων ουσιών – και βέβαια χειρίζονταν ποικίλες… «συνταγές» με τις «αναγκαίες αναλογίες» για την παρασκευή πολλών προϊόντων. Όμως συνέβαλαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην κατάταξη και καταγραφή πολλών ουσιών, προσέφεραν μεθόδους απομόνωσης μετάλλων από τα μεταλλεύματα των ορυχείων, έκαναν αποστάξεις υγρών από φυτά, παρασκεύαζαν διαφόρων ειδών δηλητήρια, χρωστικές ουσίες κ.ά., ενώ παράλληλα τελειοποιούσαν τα σχετικά όργανα κλπ.

Robert Berény, Modiano Poster1930Μετά τον θάνατό του, διάφορα αλχημικά χειρόγραφα του Newton κρίθηκαν «ακατάλληλα για δημοσίευση». Στην έκδοση των «απάντων» του Newton αυτά τα έγγραφα δεν συμπεριελήφθησαν (αυτή η παράλειψη δεν χρειαζόταν καν να δικαιολογηθεί). Κάποια στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η καταλογογράφηση των χειρογράφων του, όλα τα κείμενα επεστράφησαν στους κληρονόμους. Το 1936 οι κληρονόμοι αποφάσισαν να πουλήσουν τα «αλχημικά» μαζί με κάποια άλλα «θεολογικά» κείμενα. Ο J.Maynard Keynes κατάφερε να αγοράσει ξανά από τους αγοραστές 57 από τους 121 φακέλους που περιείχαν αλχημικά χειρόγραφα και τελικώς θα τα δωρίσει όλα στο King’s College του πανεπιστημίου του Cambridge. Οι ιστορικοί δεν συμφωνούν όλοι για τους τρόπους με τους οποίους ο Newton επηρεάστηκε από την αλχημεία, ωστόσο οι μελέτες αυτών των εγγράφων μας έχουν οδηγήσει σε αναθεώρηση των απόψεών μας για το τι ήταν η φυσική φιλοσοφία και η επιστήμη κατά τον 17ο αιώνα και την εποχή του Newton.[b] Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως πλέον οι αλχημικές μελέτες του Newton θεωρούνται από τους περισσότερους ερευνητές κομμάτι, μέρος της διαμόρφωσης της νέας φυσικής φιλοσοφίας ‘ δηλαδή η αλχημεία γίνεται κατανοητή ως παράμετρος των διεργασιών που διαμόρφωσαν την Επιστημονική Επανάσταση και όχι ως τροχοπέδη και εμπόδιο.


[a] Η σύγχρονη χημεία εδραιώνεται μετά τον Lavoisier, εντούτοις οι «απαρχές» της βρίσκονται στην Επιστημονική Επανάσταση.

[b] Ο R. Westfall, ισχυρίστηκε πως η αλχημεία «διεύρυνε» και επηρέασε γόνιμα τον πνευματικό ορίζοντα του Newton, και ότι του παρείχε σημαντικές κατηγορίες και έννοιες συμπληρωματικές εκείνων της μηχανιστικής φιλοσοφίας. ——————

** Η AcademiadeLinceiιδρύεται στην Ρώμη το 1603, αλλά θα κλείσει το 1630 με τον θάνατο του ιδρυτή της. Η RoyalSocietyιδρύεται στο Λονδίνο το 1662. Η AcademieRoyaldesSciencesιδρύεται στο Παρίσι το 1666.    

——————————————————–

Albert-Pinkham-Ryder-Pond-in-Moonlight

Τα τεκμήρια

Οι ιστορικοί χρειάζονται στοιχεία, υλικό πάνω στο οποίο θα στηρίξουν την αφήγησή τους και την ερμηνεία των γεγονότων. Ωστόσο, με την μεροληπτικότητα, τις προθέσεις και τις ενδόμυχες προκαταλήψεις που τους διακρίνουν, έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πλαίσιο και συγκεκριμένες προσδοκίες για το είδος των απαντήσεων που επιθυμούν να λάβουν… Το πλαίσιο είναι δυνατό στην πορεία των ερευνών να μεταβληθεί, εντούτοις πρέπει να υπάρχει από την αρχή ‘ αυτό θα επιστρέψει την αντιληπτική πρόσληψη όσων έχουν να μας πουν τα τεκμήρια. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, αντικειμενικότητα, ουδετερότητα, απροϋπόθετη δεκτικότητα δεν υπάρχει στο εγχείρημα του ιστορικού. Το αρχικό πλαίσιο δε του ιστορικού οφείλει να προσαρμόζεται, να αλλάζει έτσι ώστε ό,τι μας φαινόταν αρχικά ως δευτερεύουσας σημασίας, παραπλανητικό ή «ενοχλητικό» να μπορεί να ενσωματώνεται στο νέο πλαίσιο που θα διαμορφωθεί.

Για τους ιστορικούς που ακολουθούν αυτήν την κατεύθυνση που περιγράφουμε στις έρευνές τους για τις επιστήμες, αντικείμενο της μελέτης είναι αρχικώς οι «συγκεκριμένοι άνθρωποι»: αυτοί έζησαν σε συγκεκριμένο χώρο και έδρασαν σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, δημιούργησαν συγκεκριμένες σχέσεις με άλλους, πολύ συχνά ανήκαν σε θεσμούς, εργαστήρια, ερευνητικές σχολές ή πειραματικές ομάδες. Η ιστορία των Επιστημών στην οποία αναφερόμαστε εδώ ξεκινά από τους συγκεκριμένους επιστήμονες και σε δεύτερο χρόνο επεκτείνεται στις πολιτισμικές και κοινωνικές διεργασίες οι οποίες με κάποιους τρόπους αντανακλώνται στα έργα τους.[1]

Aleksander GryglewskiWnetrze_kosciolaΑναγκαία για την εργασία του ιστορικού είναι η διάκριση «πρωτογενών» και «δευτερογενών» πηγών. «Πρωτογενείς» θεωρούνται οι πηγές οι οποίες δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο που μελετούν οι ιστορικοί ‘ «δευτερογενείς» είναι όσες δημιουργήθηκαν αργότερα και βασίζονται στην ανάλυση των πρώτων. Όλες οι πρωτογενείς (και δευτερογενείς) πηγές δεν έχουν το ίδιο ειδικό βάρος στην κατάστρωση των επιχειρημάτων και την δόμηση των απαντήσεων στα ερωτήματα που έχουν τεθεί ‘ η αξιολόγηση των πηγών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γραφής της ιστορίας. Στα τεκμήρια ανήκουν τα δημοσιευμένα έργα των ερευνητών που εμπλέκονται στο ζήτημα που μελετάμε ή έργα τους αδημοσίευτα (ολοκληρωμένα ή μη) ‘ επίσης: χειρόγραφα ή προσωπικές σημειώσεις, τα βιβλία του επιστήμονα καθώς και εκείνα που δανειζόταν από βιβλιοθήκες, επίσημες επιστολές ή αλληλογραφία, παράγραφοι ή διατυπώσεις κάποιων ιδεών οι οποίες δεν συμπεριελήφθησαν τελικώς στην δημοσίευση μιας θεωρίας (ακόμη οι διαφορές στις διαφορετικές εκδόσεις ενός έργου), πρόχειροι ή μη υπολογισμοί, όργανα πειραμάτων και, πιο κοντά στην εποχή μας, συνεντεύξεις ή οπτικο-ακουστικό υλικό.* Στις (πρωτογενής ή δευτερογενής) πηγές ανήκουν επίσης πρακτικά συνεδρίων, δικαστικά πρακτικά (ή άλλων θεσμών), πρακτικά επιτροπών (ακαδημαϊκές εξελίξεις σε βαθμίδες, απονομές βραβείων, εκλογές νέων μελών, απολογισμοί δραστηριοτήτων, νεκρολογίες, αιτήσεις για χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων και οι κριτικές εκθέσεις τους, απαντήσεις εκδοτών και  επιμελητών ή υπεύθυνων επιστημονικών περιοδικών κ.ά.). Ακόμη: εκθέσεις (επίσημες ή ανεπίσημες) για την προκήρυξη θέσεων ή την ίδρυση θεσμών (νέα τμήματα ή ακαδημίες, εργαστήρια, νέες έδρες κλπ.). Η προσπάθεια είναι να κατανοήσει ο ιστορικός τον τρόπο σκέψης του ερευνητή, τους πιθανούς δισταγμούς του, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, την κριτική που άσκησε και του ασκήθηκε, την επίδραση που είχαν στις αποφάσεις του πιθανές παραινέσεις.[2]


[1] Επιπρόσθετα, την ιστορική έρευνα ενδιαφέρουν και οι κοινωνικές επιπτώσεις των έργων τους.

Austin Osman Spare, -Self as Hitler-1936[2] Στις εκδόσεις των έργων (π.χ. τα «άπαντα») ενός επιστήμονα, οι παρεμβάσεις στις οποίες προβαίνει ο επιμελητής είναι πολύ συχνά καθοριστικής σημασίας πηγές πληροφοριών: υποσημειώσεις, για παράδειγμα, με υπολογισμούς τους οποίους δεν θα ήμασταν σε θέση να κατανοήσουμε αλλιώς, συμπληρώσεις ώστε να γίνει προσβάσιμο το αρχικό κείμενο (πράγματα που ο συγγραφέας θεωρούσε «αυτονόητα»), πρόσθετες λεπτομέρειες για όργανα που χρησιμοποιήθηκαν, εκτενείς ή μη εισαγωγές, υπομνήματα για συναφείς εργασίες, για πιθανά λάθη σε πειραματικές μετρήσεις, κατάλογοι εργασιών άλλων οι οποίοι επηρεάστηκαν από τα αποτελέσματα του εν λόγω επιστήμονα κ.ά.

* Διαφόρων ειδών τρισδιάστατα ομοιώματα τα οποία είχαν χρήση εκπαιδευτική (ή και διακοσμητική), ζωγραφικοί πίνακες με απεικονίσεις (π.χ. επιστημονικών οργάνων), εικονογραφήσεις παλαιών βιβλίων, αρχιτεκτονικά σχέδια χώρων εργασίας των επιστημόνων, όλα αυτά μας βοηθούν επίσης να αντιληφθούμε καλύτερα το παρελθόν.

————————————————–

Πριν απ’ όλα τα άλλα, οι ιστορικοί των επιστημών θα πρέπει να αποφασίσουν για την αυθεντικότητα ενός τεκμηρίου: εάν συντάχθηκε όντως την εποχή που υποτίθεται ότι γράφτηκε, εάν συντάχθηκε όντως από το άτομο που θεωρείται συγγραφέας του, εάν είναι βέβαιο ότι δεν αποτελεί πλαστό έγγραφο ή αντίγραφο, εάν το τεκμήριο ανήκει όντως στο άτομο ή τον θεσμό που υποτίθεται ότι το παρήγαγε, εάν αυτά που αναφέρονται στο τεκμήριο είναι πιθανά με βάση τη γνώση που έχουμε της εποχής κλπ. Επίσης: ποιος είναι ο βαθμός αξιοπιστίας των τεκμηρίων; Ο συγγραφέας βρισκόταν σε κατάλληλη θέση ώστε να δώσει πιστή αναφορά των γεγονότων; Ήταν παρών ή η συγγραφή έγινε πολύ αργότερα;

Γεγονός παραμένει το ότι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλα τα τεκμήρια και όλες οι μαρτυρίες είναι ατελή, ελλιπή, «ανακριβή» ‘ εμπεριέχουν την «ιδιοτέλεια» του συντάκτη τους και έναν βαθμό προκατάληψης -δεν υφίστανται «αντικειμενικά» τεκμήρια.

Nussbaum's Self-Portrait with Jewish Identity Card1942Οι ιστορικοί πρέπει να καταλήξουν με ποιον τρόπο θα αξιολογήσουν τα τεκμήρια, υπάρχει επομένως το πρόβλημα των «κριτηρίων επιλογής». Μια σημαντική παρατήρηση που πρέπει να κάνουμε εδώ είναι ότι τα τεκμήρια δεν μας οδηγούν πάντοτε να εκτιμήσουμε την «σχετική» σημασία των διαφόρων παραμέτρων ή των συσχετισμών τους. Η σχετική σημασία έχει να κάνει με την ερμηνεία των γεγονότων. Ακόμη και εάν στα ερωτήματα που έθεταν οι ιστορικοί διαφαινόντουσαν ορισμένα κριτήρια αξιολόγησης των πηγών, η τελική αποσαφήνιση των κριτήριων γίνεται έπειτα από την επαφή με τα συγκεκριμένα τεκμήρια.[1]

Επομένως, ο εντοπισμός των τεκμηρίων δεν αρκεί, το θεμελιώδες ζήτημα είναι οι «επιλογές» των σχετικών πηγών, των ιστορικών γεγονότων και των κατάλληλων ερμηνειών ‘ αυτές οι επιλογές πολύ συχνά ενυπάρχουν ήδη στις ερωτήσεις που διατυπώνονται. Η μελέτη ενός ιστορικού επικεντρώνεται (διαισθητικά συνήθως) σε ορισμένα μόνο από τα διαθέσιμα τεκμήρια, με γνώμονα το ποια από αυτά θα υποστηρίξουν την επιχειρηματολογία του. Ωστόσο είναι αναγκαίο να διαπιστώσει κανείς κατά πόσον τα τεκμήρια που δεν επέλεξε θα μπορούσαν δυνητικά να αντικρούσουν την επιχειρηματολογία, κατά πόσον η ερμηνεία υπονομεύεται από αυτά ή τελικώς εάν δεν προσθέτουν τίποτα ουσιώδες.[2]


[1] Για παράδειγμα, η αντίληψη για την συμβολή των γυναικών στην επιστήμη: παλαιότερα ο ρόλος τους σχεδόν αγνοούνταν ‘ οι νεότερες μελέτες στοιχείων τα οποία εντούτοις είχαμε από πριν και πάντοτε στα χέρια μας, μας οδήγησαν σε διαφορετικά συμπεράσματα…

[2] Ακόμη παραπέρα, θα ήταν δόκιμο να σκεφτεί κάποιος τι είδους τεκμήρια λείπουν τα οποία θα μπορούσαν να υποσκάψουν την ερμηνεία, και να αναζητήσει εάν υπάρχουν τέτοια.  ——————————————————–

F. W. Köbner, Mondaine und Demimondaine Skizzen1921

Τα ερωτήματα που θα διατυπώσουμε, τα κριτήρια επιλογής των τεκμηρίων, τα ίδια τα τεκμήρια που θα σταχυολογήσουμε, οι αρχικές μας θεωρητικές προσλαμβάνουσες, η ερμηνεία των γεγονότων που θα προτείνουμε, όλα αυτά συναποτελούν ένα σύμπλεγμα παραγόντων οι οποίοι αλληλεπιδρούν, η ύπαρξη του καθενός αντλεί νόημα από τα υπόλοιπα, ενώ ταυτόχρονα το κάθε στοιχείο διατηρεί την σχετική του αυτονομία… Κατά τη συγγραφή της ιστορίας πραγματοποιείται κάποια ιεράρχηση των στοιχείων ‘ το πότε θα εκτιμήσει ένας ιστορικός ότι τα ερωτήματα απαντήθηκαν ικανοποιητικά δεν είναι κάτι που μπορεί να προκαθοριστεί.

Σύμφωνα λοιπόν με την ιστοριογραφική αντίληψη την οποία περιγράφουμε εδώ, η προσέγγιση των πηγών είναι μη-αντικειμενική, πάντοτε «θεωρητικά βεβαρημένη». Ο στόχος είναι ο «μετασχηματισμός» των «αληθινών συμβάντων» σε «ιστορικά γεγονότα». Το να μετουσιωθούν παρελθόντα γεγονότα σε «ιστορικά» γεγονότα σημαίνει να ερμηνευθούν και να συσχετισθούν. Από το αρχειακό υλικό ζητούμε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα τα οποία έχουμε ήδη θέσει και τα οποία «εν μέρει» αντανακλούν και την ιστοριογραφική μας τοποθέτηση, γενικότερους ερευνητικούς μας προβληματισμούς, γενικότερες αντιλήψεις μας για την επιστήμη ή την κοινωνία. Τα ερωτήματα είναι η συγκεκριμενοποίηση των προβληματισμών μας – αυτός είναι και ο λόγος που η ερμηνεία του παρελθόντος εξαρτάται από το παρόν, οι ιστορικοί είναι προϊόντα του παρόντος. Προσεγγίζοντας τις πηγές του ο ιστορικός έχει ήδη μελετήσει τα αποτελέσματα άλλων ερευνών που αφορούν το ίδιο ή παραπλήσια θέματα (μελέτες οι οποίες στηρίχθηκαν στην χρήση των ίδιων πηγών στις οποίες ανατρέχουμε και εμείς).[1] Η διατύπωση της ερώτησης επομένως προσδιορίζει το είδος των πηγών που θεωρεί ο ιστορικός ότι τον αφορά και τις γενικές προσδοκίες που έχει από αυτές (οι πηγές επιλέγονται ως καταλληλότερες ώστε να μας βοηθήσουν –χωρίς ασφαλώς αυτό να είναι βέβαιο- να απαντήσουμε στα ερωτήματα).

Οι ιστορικοί, είναι σημαντικό να διαθέτουν την ικανότητα να εντοπίζουν τι είναι αυτό που μπορούν να αντλήσουν από τις πηγές, με ποιο τρόπο οι τελευταίες πιθανά αντιστέκονται στο να δομηθεί μια απάντηση, κατά πόσο επίσης το αρχειακό υλικό βοηθά στη διατύπωση νέων ερωτημάτων. Κορεσμός σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δεν σημαίνει πως έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες ερμηνείας των συγκεκριμένων πηγών: οι πηγές «ομιλούν» ανάλογα με τα ερωτήματα που τους απευθύνουν οι ιστορικοί.[2] Αυτό που υπογραμμίζουμε εδώ είναι ότι οι πηγές είναι πάντοτε «ενεργές» (ακόμη και εάν για μεγάλο διάστημα έχουν αγνοηθεί), δεν «εξαντλούνται» ‘ αυτό που μπορούν να δώσουν εξαρτάται από τα ερωτήματα που ανά καιρούς θέτουμε.**

Ubaldo Oppi, The Three Surgeons1926Το «νόημα» των τεκμηρίων του παρελθόντος δεν είναι «διαχρονικό», υφίσταται μια συνεχής διαμάχη ερμηνειών και επανερμηνειών. Σύμφωνα με την αντίληψη που συζητάμε εδώ, τα τεκμήρια δεν είναι «διαφανή»: όχι μόνο επειδή τα νοήματα των όρων έχουν στο μεταξύ αλλάξει, αλλά και επειδή το κάθε τεκμήριο απευθύνεται σε συγκεκριμένο ακροατήριο, σε συγκεκριμένο αποδέκτη (ακόμη και εάν αυτό είναι ο ίδιος ο επιστήμονας, ο οποίος κρατά τις προσωπικές του σημειώσεις). Η ανάγνωση του κάθε τεκμηρίου επιβάλλει και την ανασυγκρότηση του πλαισίου στο οποίο είχε συνταχθεί…[3]


[1] Μελετώντας την συναφή βιβλιογραφία παίρνουμε θέση: ορισμένες απαντήσεις που έχουν ήδη δοθεί δεν μας ικανοποιούν, για διάφορους λόγους.

[2] αυτό έχει σχέση κυρίως με τις συζητήσεις μεταξύ των ιστορικών των επιστημών, ή και ανάμεσα στα μέλη άλλων κοινοτήτων. (…)

[3] η ανασυγκρότηση του πλαισίου είναι και αυτή αποτέλεσμα ιστορικής έρευνας, η οποία βασίζεται στην ανάγνωση άλλων τεκμηρίων κ.ο.κ. Εδώ δεν πρόκειται για «φαύλο κύκλο» ‘ ο ιστορικός πάντοτε από κάπου ξεκινά, δεν μελετά στο «κενό», υπάρχει πάντοτε μια προηγούμενη «πρώτη» προσέγγιση… 

** Ας σημειώσουμε εδώ πως έχουμε περιπτώσεις όπου τεκμήρια υπάρχουν και είναι αυθεντικά (παράδειγμα η βαβυλωνιακή επιστήμη), ενώ υπάρχουν άλλες περιπτώσεις όπου δεν έχουμε κανένα τέτοιο υλικό παρά μόνο (πολύ μεταγενέστερα, χειρόγραφα) αντίγραφα (αντιγράφων) των αυθεντικών, όπως είναι εκείνη των αρχαίων ελληνικών κειμένων. Τα συναφή προβλήματα αποκατάστασης και ανασυγκρότησης τέτοιων έργων τα αντιμετωπίζουν με ειδικές μεθόδους και τεχνικές κλασικοί φιλόλογοι ειδικευμένοι στην επιγραφική, στην παπυρολογία, στην παλαιογραφία κλπ. Συγκρίσεις (αντιγράφων) επί συγκρίσεων καταλήγουν στη σύνταξη ενός «γενεαλογικού δέντρου» των χειρογράφων (κάθε μια «οικογένεια» εκπροσωπείται από ένα «αρχέτυπο» ‘ από τα αρχέτυπα ανασυγκροτείται τελικώς το αρχικό κείμενο). Ένα πολύ σημαντικό επιπρόσθετο πρόβλημα αναφορικά με τα αντίγραφα, είναι ότι διασώζονται μόνο εκείνα τα οποία οι επόμενες γενιές θεώρησαν ότι άξιζε, ή έπρεπε να αντιγραφούν. ———————————————————–

George Grosz, Suicide1916

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα αληθή συμβάντα μετασχηματίζονται, συγκροτούνται σε «ιστορικά γεγονότα» μέσα από την διατύπωση ενός (αρχικού) ερμηνευτικού πλαισίου. Εκείνο που θα οδηγήσει στη μετατροπή του συμβάντος σε ιστορικό γεγονός είναι τα ερωτήματα που θέτουμε. Παράλληλα με τη διατύπωση των ερωτημάτων οι ιστορικοί διαμορφώνουν ένα είδος «διαισθητικής ερμηνείας», μια υπόθεση και αυτό είναι το πρώτο στάδιο της μετατροπής. «Αντικειμενικά» κριτήρια για την αποτίμηση και επιλογή εκείνων που είναι τα «πιο σημαντικά» δεν υπάρχουν.

Πώς καταλήγουμε σε συσχετίσεις ανάμεσα σε παρελθόντα συμβάντα; Είναι μήπως οι συσχετίσεις αυτές απλώς «κατασκευές» των ιστορικών που επιλέγουν με τέτοιο τρόπο τα τεκμήρια ώστε να αναδείξουν τις συσχετίσεις που οι ίδιοι επιθυμούν; Στην πραγματικότητα οι ιστορικοί αναζητούν συσχετισμούς που «αντικειμενικά» υπήρχαν στο παρελθόν και οι οποίοι βρίσκονται «εντός» των τεκμηρίων. Εντούτοις είναι σχεδόν πάντα υποχρεωμένοι να συμπληρώνουν τις «ελλείψεις» των τεκμηρίων. Η συμπλήρωση αυτή στηρίζεται σε ποικίλα ερμηνευτικά στοιχεία τα οποί με τη σειρά τους βασίζονται στα σωζόμενα τεκμήρια. Πολλές διαμάχες μάλιστα μεταξύ των ιστορικών αφορούν ακριβώς το ορθό ή μη της επιλογής τέτοιων ερμηνευτικών στοιχείων για να καλύπτονται «κενά».[1] Οι ιστορικοί κατέχουν μια παιδεία, έχουν επιλέξει θεωρητικούς προσανατολισμούς, ασπάζονται κάποιες αξίες, και όλα αυτά θα εκφραστούν και στο πλέγμα των ερωτήσεων που θα θέσουν. Οι συσχετισμοί που θα υποδείξουν θεωρούνται «αντικειμενικοί» εάν ακολουθήθηκαν οι κανόνες που εμείς θεωρούμε ότι μέσα από τη χρήση τους έχουν αποδείξει την εγκυρότητά τους. Ταυτοχρόνως, οι συσχετισμοί αυτοί είναι «υποκειμενικοί» επειδή η πρόσληψή τους λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ιστορικού. Η πρακτική άσκηση της ιστορίας δεν είναι παρά η «σύνθεση» αυτών των δύο όψεων.


[1] Το «νόμιμο» ή μη του να καλύπτονται κενά με τον τρόπο αυτό δεν συζητείται επί της ουσίας, θεωρείται αναπόδραστο.  ———————

Armand Henrion, Self Portrait, Clown with Monocle 1920

Σύμφωνα με την ιστοριογραφική προσέγγιση που παρουσιάζουμε εδώ, το παρελθόν είναι «μοναδικό» αλλά αυτό δεν σημαίνει πως τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να έχουν καταλήξει αλλιώς. Η «μοναδικότητα» της αλληλουχίας των γεγονότων του παρελθόντος δεν πηγάζει από κάποιο «γενικό νόμο» που τα ανάγκασε να είναι αυτά που είναι – επομένως δεν αποτελούν «εκφράσεις» κάποιου «καθολικού νόμου» τον οποίο εμείς καλούμαστε να «ανακαλύψουμε». Το παρελθόν είναι «μοναδικό» ακόμη και εάν αγνοούμε τα γεγονότα και δεν κατορθώνουμε να καταλήξουμε σε κάποια συγκεκριμένη αφήγηση. Ακόμη και εάν δεν γνωρίζουμε όλα τα αληθινά συμβάντα που εκφράζουν αυτή τη μοναδικότητα, υποστηρίζουμε πως τα γεγονότα του παρελθόντος ακολούθησαν μια συγκεκριμένη αλληλουχία στο χρόνο. Το τι διαφορετικό θα μπορούσε να έχει συμβεί δεν έχει νόημα να επιμένουμε να το εξετάζουμε ‘ αυτό που αφορά τους ιστορικούς είναι τα «αληθή συμβάντα».

Ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον υφίσταται μια εγγενής και ακραία «ασυμμετρία». Εάν τοποθετήσει κάποιος τον εαυτό του κάπου στο παρελθόν και προσπαθήσει να διαγράψει -έστω αδρά- εκείνο που θα φανταζόταν (με τα δεδομένα της εποχής) για το μέλλον των επιστημών των επόμενων δεκαετιών, δεν θα μπορούσε τελικώς να «συμπεριλάβει» στις «θεωρητικές δυνατότητες» την μεγάλη πλειοψηφία των γεγονότων που πραγματικά συνέβησαν – ίσως ούτε καν τις γενικότερες κατευθύνσεις των εξελίξεων…

Είναι το παρελθόν πλήρως «ανακτήσιμο»; Μπορούμε να καταλήξουμε (τελεσίδικα) σε μία (μόνη) ιστορία του παρελθόντος; Αυτό λοιπόν δεν φαίνεται δυνατό- και η αδυναμία μας αυτή οφείλεται στην εγγενή «ασυμμετρία» παρελθόντος-μέλλοντος που προαναφέραμε. Μεγάλο μέρος των δυσχερειών στην ανάκτηση του παρελθόντος αφορά ελλειπή στοιχεία, κατεστραμμένα αρχεία, μαρτυρίες που είναι πολύ σπάνιες κλπ. Ωστόσο: ακόμη και εάν είχαμε στα χέρια μας «όλα» τα είδη τεκμηρίων και «όλες» τις «απαραίτητες» γνώσεις[1] για μια λεπτομερή αφήγηση…, ακόμη και τότε δεν θα ήταν δυνατή η «πλήρης ανάκτηση» του παρελθόντος. Ο βασικός λόγος είναι (εκτός των άλλων) ότι: η «ανάκτηση» εξαρτάται πλήρως από την ερμηνεία του παρελθόντος ‘ η τελευταία όμως όπως έχουμε δει εξαρτάται εν μέρει και από το παρόν.[2] Αυτή η εξάρτηση ευθύνεται και για την αδυναμία «πλήρους ανάκτησης» ΄ η αδυναμία μας αυτή δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης τεκμηρίων. Ανάκτηση δεν σημαίνει μόνο αφήγηση αλλά και ερμηνεία των γεγονότων. 


Carlo Sbisà, Il palombaro1931[1] Είναι δεδομένη η δυσκολία προφανώς να προσδιορίσουμε τι ακριβώς εννοούμε λέγοντας «όλα» (τα τεκμήρια)… ή «όλες» τις «απαραίτητες» γνώσεις…

[2] «ερμηνεύω» σημαίνει απευθύνω στο παρελθόν ερωτήματα, «απαιτώντας» από αυτό όλο και περισσότερα… Όμως όλα αυτά τα ερωτήματα, τα εργαλεία μου κλπ. είναι επηρεασμένα από ιδεολογικές αναφορές, προσωπικές στοχεύσεις και ιδιοτέλειες, μεθοδολογικές προτιμήσεις ή φιλοσοφικές δεσμεύσεις.  ———————————————–

Τα ερωτήματα που θέτουμε για το παρελθόν είναι δυνατόν να τα διαχωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες: κατά πρώτον, έχουμε εκείνα τα ερωτήματα τα οποία σχετίζονται με το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της γνώσης που είχαν οι επιστήμονες για τη φύση ‘ κατά δεύτερον, έχουμε τα ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις των φυσικών φιλοσόφων και των επιστημόνων με το θεσμικό, κοινωνικό-πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής τους ‘ τρίτον, τέλος θέτουμε ερωτήματα που σχετίζονται με τη διερεύνηση νοοτροπιών και «μορφών ζωής». Η τρίτη κατηγορία είναι η περισσότερο περίπλοκη διότι παραπέμπει στην κατανόηση συνηθειών, νοοτροπιών, τρόπων ζωής, αξιακών συστημάτων (για παράδειγμα σε κοινωνικές διαδικασίες που αφορούν το κοινωνικό κύρος, την συμβολική ή πραγματική εξουσία κάποιων προσώπων κ.ο.κ.). Αυτά είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτηθούν διότι οι νοοτροπίες σβήνουν, οι συνήθειες πιθανόν δεν αναπαράγονται και οι μορφές ζωής αποκτούν νόημα μέσα σε συγκεκριμένο χώρο-χρόνο ‘ όλα αυτά επομένως μπορεί να χαθούν χωρίς να αφήσουν ίχνη.[1]    


[1] Παράδειγμα: όπως έχουμε αναφέρει, ιδιαίτερη σημασία για τους ιστορικούς έχει η μελέτη της αλληλογραφίας μεταξύ των επιστημόνων. Ικανοποιητική αποτίμηση αυτής της αλληλογραφίας μπορεί να γίνει μόνο λαμβάνοντας υπόψη το γενικότερο πολιτισμικό πλαίσιο σε ό,τι αφορά τις αντιλήψεις των ανθρώπων για την επικοινωνία, σε ό,τι αφορά τις ακαδημαϊκές ιεραρχίες, τις δομές των συναφών θεσμών (π.χ. συνέδρια κ.ά.), τις τεχνολογίες επικοινωνίας – τεχνολογίες οι οποίες έχουν τη δύναμη να μεταβάλλουν συνήθειες, να επιβάλλουν νέους κώδικες και μετασχηματίζουν αναλόγως τα υφιστάμενα αξιακά πλαίσια. Ενδεικτική πολύ σημαντικών αλλαγών, είναι μια σύγκριση με την εποχή μας: των τεχνολογιών της πληροφορικής – ο υπολογιστής ως μέσο έχει επιβάλλει «δικούς του κανόνες» ‘ παράδειγμα: η έννοια του «πρόχειρου» -με σημειώσεις στο περιθώριο, διορθώσεις, πρόχειρες πράξεις, παρατηρήσεις, υπογραμμίσεις κ.ά.- έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Έχει αλλάξει συνολικά ο τρόπος που γράφουμε και παράλληλα και ο τρόπος που σκεφτόμαστε.  —————————————————

Tauentzien Street Team, Berlin1920

Όπως έχουμε τονίσει παραπάνω, τα ιστορικά έργα έχουν και μια «ιδεολογική» λειτουργία που επιτελούν ‘ πολύ συχνά, ακόμη και οι γενικές κατευθύνσεις της έρευνας αντανακλούν μια πολιτική-ιδεολογική σκοπιμότητα. Όπως αναφέραμε ήδη, η έμφαση στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και την αρχαία Ελλάδα και η παράλληλη εκμηδένιση του Μεσαίωνα, η υποτίμηση της Αραβικής Κινεζικής και Ινδικής γραμματείας, η έμφυλη αντιμετώπιση και εξιστόρηση της πορείας των επιστημών, όλα αυτά είναι συνοδοιπόροι των κυρίαρχων ιδεολογικών-πολιτικών τάσεων και ακαδημαϊκών αξιών του 20ου αιώνα. Οι ιστορικοί των επιστημών και αυτοί είναι μεροληπτικοί, φορείς και εκφραστές ιδεολογίας και προκαταλήψεων ‘ οικειοποιούνται το παρόν προκειμένου να διευρύνουν τα όρια του προβληματισμού τους και να θέσουν νέα ερωτήματα τα οποία δεν είχαν προηγουμένως τεθεί ή δεν είχαν πείσει ικανό αριθμό μελών της κοινότητας. Η ιστορία των επιστημών ερμηνεύει το παρελθόν αλλά ταυτοχρόνως εκφράζει και τους ιστορικούς που την μελετούν.[1] Ας το υπογραμμίσουμε ξανά: ιστορικοί που ερευνούν με «αντικειμενικότητα» τις πηγές απλώς δεν υπάρχουν, ούτε ως οριακή κατάσταση – είναι έννοια άνευ περιεχομένου.


[1]Ο Newton «του» Koyre ανήκει ταυτοχρόνως στην ιστορία αλλά και στον ιστορικό… ο ένας Newton δίχως τον άλλο είναι είτε απλώς μια αφήγηση είτε απλώς μια προσωπική κατασκευή ‘ «και οι δύο» αλληλοελέγχονται για μια «αληθινή» ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Κάθε ένας ιστορικός που μελετά ένα πρόσωπο ισχυρίζεται πως τα χαρακτηριστικά στα οποία επιλέγει να δώσει έμφαση τον βοηθούν να δώσει πειστικότερες απαντήσεις και να εντάξει καλύτερα το ιστορικό πρόσωπο στο πλαίσιο της εποχής του. Από κάθε έναν εκφράζονται διαφορετικές όψεις του ιστορικού προσώπου που φωτίζουν τους τρόπους συμμετοχής του στα ιδεολογικά, πνευματικά, πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά δρώμενα της εποχής. Τα ερωτήματα και οι μέθοδοι είναι δηλωτικά της φυσιογνωμίας ενός ιστορικού.  ——————————-

Alberto Martini, Ritratto Wally Toscanini1925

Τα γεγονότα σχεδόν πάντοτε «υπερκαθορίζονται» – δεν υφίσταται δηλαδή μία και μόνη αιτία. Συνήθως οι ιστορικοί επιδιώκουν να αποσαφηνίσουν την ιεραρχία των αιτίων και να κατανοήσουν τις σχέσεις μεταξύ τους. Η αναζήτηση «αιτίων» παραμένει συνήθης (αν και όχι κυρίαρχη) πρακτική των ιστορικών, χωρίς αυτό βέβαια να συνεπάγεται και μια απόλυτα «αιτιοκρατική» αντίληψη. Ο αιτιοκρατικός χαρακτήρας δε που αποδίδεται στις επιστήμες δεν αποτελεί «πρότυπο» για την ιστορία τους: είναι μάλλον μια ακόμη έκφραση μιας ιδεολογίας η οποία θέλει κάθε προσπάθεια κατανόησης της κοινωνίας να βασίζεται στις μεθόδους των φυσικών επιστημών.[1] Στην ιστορία των επιστημών, αιτίες αναγνωρίζονται, εντούτοις μια απόλυτη εμμονή αποκλειστικά σε αυτές στερεί την ιστορία από την πολλαπλότητα των δυνατών προσεγγίσεων που αναδεικνύουν τον πολιτισμικό χαρακτήρα της επιστήμης.[2] Η επιδίωξη να αναδεικνύονται (μονοσήμαντες) «πλήρως αιτιοκρατικές» σχέσεις ανάμεσα στα γεγονότα οδηγεί με τη σειρά της σε μια «γραμμική» εξιστόρηση, μια αιτιακή αλυσίδα που εκφράζει υποτίθεται την «πρόοδο» της επιστήμης.

Η ιστορική έρευνα δεν εξαντλείται επομένως στην αποκλειστική αναζήτηση αιτίων: ταυτόχρονα με τη διερεύνηση αιτιακών σχέσεων[3], μελετάμε το πώς διαμορφώθηκαν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ενός γεγονότος ή κατάστασης, πώς επηρέασαν αυτά τα γεγονότα άλλες καταστάσεις, πώς στερεοποιήθηκαν νοοτροπίες, πώς εδραιώθηκαν θεωρίες, τεχνικές κλπ. Μιλάμε λοιπόν για αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε καταστάσεις, πρόσωπα, θεσμούς, πρακτικές, όργανα, παρατηρήσεις… Εκτός επομένως από αιτίες αναζητούμε και συσχετίσεις, συνυπάρξεις, συμβολές, συνδρομές.[4]

Cesare Sofianopulo, Maschere1930Διευκρινίζουμε εδώ πως οι «συσχετίσεις» στις οποίες αναφερόμαστε δεν αφορούν τον εντοπισμό γεγονότων που έχουν λάβει χώρα την ίδια περίπου περίοδο ‘ αφορούν κυρίως τους τρόπους «επαφής» των γεγονότων, τους τρόπους αλληλεπίδρασης και αλληλομετασχηματισμού τους. Δεν πρόκειται δηλαδή για καταγραφή απλών χρονικών συμπτώσεων ανάμεσα σε διάφορα γεγονότα ‘ μιλώντας για «συνύπαρξη» και «συσχέτιση» εννοούμε την κατανόηση σχέσεων που υπερβαίνουν την απλή γραμμική αιτιότητα. Αναδεικνύουμε στο βαθμό του δυνατού όλο το φάσμα των σχέσεων που πιθανά εμπλέκονται στο πρόβλημα που μελετάμε: σχέσεις εξουσίας, εξάρτησης, σχέσεις λατρευτικές, σχέσεις καθοδηγητικές, σχέσεις υπακοής ή υποταγής, σχέσεις ερωτικές ή οικογενειακές, ιδιοτέλειας ή σχέσεις πολιτικές… Κάθε ιστορικός θα εκφράσει πρακτικά τον δικό του τρόπο προσέγγισης του αρχειακού υλικού και τον δικό του τρόπο ερμηνείας της αρχής που λέει ότι το «παρελθόν εξαρτάται εν μέρει από το παρόν». Ο πλουραλισμός και η ελευθερία των ερμηνειών δεν σημαίνει ότι όλες ανεξαιρέτως οι απαντήσεις μπορούν (ή θα έπρεπε) να γίνουν αποδεκτές από τους υπόλοιπους ή ότι πρέπει η κάθε απάντηση να θεωρηθεί εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη.


[1] Για πολλούς το «αιτιοκρατικό» ταυτίζεται με το «επιστημονικό», επειδή το επιστημονικό είναι ταυτισμένο αποκλειστικά με τις φυσικές επιστήμες.

[2] Ο κίνδυνος με μια (πλήρως) «αιτιοκρατική» ιστορία των επιστημών είναι να καταλήξουμε σε μια τελεολογική αντίληψη για την επιστήμη.

[3] Ο εντοπισμός αιτίων βοηθά τις εξηγήσεις σε ερωτήματα κυρίως περιορισμένου και τοπικού βεληνεκούς.

[4] Σημειώνουμε εδώ το εξής: «αλήθεια», «αιτιότητα», «αντικειμενικότητα», πραγματικότητα»… Το ότι υπάρχουν προβλήματα «φιλοσοφικού» χαρακτήρα με έννοιες που χρησιμοποιούνται (με σχετικά «διευρυμένο» τρόπο) στην ιστορία δεν σημαίνει πως η πλήρης φιλοσοφική διαύγαση συνιστά και προϋπόθεση για να κάνουμε ιστορία.  ————————————————

Marianne von Werefkin, Autumn.School 1907

Επιστημονικές κοινότητες – επιστημονική πρακτική

Η διαμόρφωση μιας νέας κοινότητας πολύ συχνά πραγματοποιείται εις βάρος κάποιας υπάρχουσας άλλης ‘ εισβάλλει στο ιδεολογικό της πλαίσιο, θίγει υλικά συμφέροντα, αμφισβητεί πνευματικά κεκτημένα, αφαιρεί πιθανόν διάφορα κοινωνικά προνόμια. Πρόκειται επί της ουσίας για ανακατανομή εξουσιών, η υποδοχή επομένως δεν είναι πάντοτε θετική από όλα τα μέλη άλλων κοινοτήτων.

Μια επιστημονική κοινότητα εδραιώνεται στο βαθμό που καταφέρνει να πείσει ότι είναι ικανότερη για να διαχειριστεί προβλήματα για τα οποία έως τότε δικαιοδοσία είχε μια άλλη κοινότητα. Η υπό διαμόρφωση κοινότητα επεξεργάζεται έναν δικό της χαρακτηριστικό λόγο και πιθανά ένα σύνολο ιδιαίτερων νέων πρακτικών.

Ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινότητας, αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικές κοινότητες, αναπτύσσονται διαφορετικές συμμαχίες, τακτικές και στρατηγικές. Σε κάθε κοινωνία, όλοι οι «χώροι» (πλέγματα ιδεών ή πλέγματα σχέσεων) βρίσκονται υπό τη διαχείριση κάποιων κοινοτήτων.[1] 

Τι εννοούμε όταν λέμε «συναίνεση» της επιστημονικής κοινότητας; Με τον όρο αυτόν δεν αναφερόμαστε σε μια απόλυτη συμφωνία όλων των μελών πάνω σε όλα τα προβλήματα (θεωρίες, πρακτικές, οντολογικές-φιλοσοφικές δεσμεύσεις κ.ά.). Η «συναίνεση» σχετίζεται περισσότερο με την αποδοχή εκ μέρους πολλών μελών της των γενικών κατευθύνσεων της έρευνας, αποδοχή της ύπαρξης ορισμένων οντοτήτων για παράδειγμα ή της προωθητικής δυναμικής που υπόσχεται μια νέα τεχνική ή μέθοδος κλπ.


[1] Για παράδειγμα, στον Μεσαίωνα τον «χώρο» των ιδεών γύρω από την κοσμολογία εκείνοι που «νομιμοποιούνταν» να τον διαχειρίζονται ήταν οι θεολόγοι ‘ οι φιλόσοφοι, για τα ίδια προβλήματα, έπρεπε να μην έρχονται σε αντίθεση με τις θεολογικές ερμηνείες. ——————-

Tea_Room_Tango_Jullius_M.Massdorf__German18631963

Η συναίνεση δεν επιτυγχάνεται αποκλειστικά και μόνο μέσα από ορθολογικές διαδικασίες, αλλά και μέσα από διαδικασίες πειθούς (η ρητορική για παράδειγμα) οι οποίες είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αλλαγές αντιλήψεων ή νοοτροπιών. Η συναίνεση υπονοεί συμφωνία σε νέες αρχές, σε νέες τεχνικές, νέες δεσμεύσεις, νέες συμπεριφορές, νέες καθημερινές πρακτικές. Η καθιέρωση μιας συναίνεσης εις πείσμα των αντιρρήσεων και των διαφωνιών, δεν σημαίνει και την πλήρη υιοθέτηση των προτεινόμενων νέων θεωριών, πρακτικών κλπ. Πολύ συχνά αυτό που έχουμε είναι οικειοποίηση του καινούριου και ένταξή του στο υπάρχον πλαίσιο θεωρητικού λόγου ‘ πρόκειται δηλαδή για μια ενεργητική -όχι παθητική- αποδοχή ‘ αποδοχή της συνύπαρξης πολλών επιστημονικών συμπερασμάτων και διαφοροποιημένων (τοπικών) λόγων.

Τι είναι οι «επιστημονικές διαμάχες»; Όλοι σχεδόν συμφωνούν σήμερα πως δεν πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε ως διαφορετικής μορφής περιστατικά από τα υπόλοιπα γεγονότα που αφορούν την επιστημονική δραστηριότητα. Οι διαφωνίες ανάμεσα στους επιστήμονες είναι κάτι αναπόδραστο, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το τι είναι «αληθές» πώς το ανακαλύπτουμε και πώς ελέγχεται. Υπάρχουν διαφωνίες για την εγκυρότητα των απόψεων περί της αλήθειας και για τα κριτήρια πιστοποίησής της. Ποτέ δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση απόψεων για την «πραγματικότητα»… Η ιστορικότητα της επιστήμης συνυφαίνεται με την ιστορικότητα της ορθολογικότητας, την ιστορικότητα της έννοιας της «αλήθειας», την ιστορικότητα της «πειθούς», την ιστορικότητα των διαδικασιών «συναίνεσης» γύρω από το τι συνιστά «αλήθεια».

Η επιστημονική «διαμάχη», σε αντίθεση με μια διαφωνία, έχει διάρκεια στο χρόνο και οι εμπλεκόμενοι διατυπώνουν δημόσια τα επιχειρήματά τους (δημοσίευση άρθρων, έκδοση βιβλίων κ.ά.). Το διακύβευμα μιας διαμάχης ενδέχεται να μην αφορά θεωρίες ή ιδέες ή ερμηνείες, αλλά πρακτικές που υιοθετούνται από την κοινότητα. Πρόκειται εξ ορισμού για μια «δημόσια» διαδικασία. Σημαντικές διαμάχες για κρίσιμα ζητήματα μπορεί να μετασχηματίσουν τη φυσιογνωμία όλου του κλάδου ή και να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός νέου.

Aleksander Gierymski.Zydowka_z_cytrynami

Η κάθε μια πλευρά που εμπλέκεται σε μια διαμάχη, έχει στόχο όχι μόνο να πείσει τον αντίπαλό της αλλά και να δημιουργήσει ένα «δικό της» φιλικό ακροατήριο. Πολλοί που παρακολουθούν τέτοιες διαμάχες δεν γνωρίζουν πλήρως τις τεχνικές λεπτομέρειες εντούτοις ενδιαφέρονται για την έκβαση για λόγους προσωπικούς (ιδεολογικούς-πολιτικούς, φιλοσοφικούς κ.ά.). Σε μια επιστημονική διαμάχη μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες μορφές «διένεξης», εφόσον η ίδια η άσκηση της επιστημονικής πρακτικής εμπεριέχει αδιαχώριστα και το εμπειρικό και το θεωρητικό και το οντολογικό επίπεδο. Οι ιστορικοί, με τέτοιου είδους ταξινομήσεις βοηθούνται στη μελέτη των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της διαμάχης και μπορούν έτσι ευκολότερα να αναδείξουν το ρόλο που αυτή έπαιξε στη συγκρότηση της «κουλτούρας» ενός κλάδου.

Στις διαμάχες «γεγονότων», εκείνο που αμφισβητείται είναι η ύπαρξη διαφόρων ιδιοτήτων που παρατηρούνται πειραματικά, ή η ορθότητα συγκεκριμένων παρατηρήσεων και των συμπερασμάτων που παράγονται. Οι «διαμάχες θεωριών», αφορούν κυρίως θεωρητικά σχήματα που περιγράφουν παρατηρούμενα φαινόμενα και προβλέπουν την πειραματική συμπεριφορά συγκεκριμένων συστημάτων.[1] Στις διαμάχες «αρχών», το διακύβευμα αφορά τη νομιμοποίηση ορισμένων αρχών που διέπουν μια θεωρία, καθώς και τον χαρακτήρα του γενικότερου θεωρητικού λόγου που διαμορφώνεται για την λειτουργία μιας θεωρίας.

Πώς τελειώνει μια διαμάχη; Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι φθάνει σε ένα «τέλος» με την πειραματική επιβεβαίωση της αλήθειας μιας θεωρίας ή με την παραγωγή μιας θεωρητικής σύνθεσης από μια σειρά νέων πειραματικών δεδομένων. Εντούτοις: πολλές φορές η θεωρητική σύνθεση που τελικώς επικρατεί σε μια διαμάχη στηρίζεται στα ίδια πειραματικά δεδομένα που στηριζόταν και η αντίπαλή της, ενώ επίσης δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τα νέα πειραματικά δεδομένα μπορούν να εξηγηθούν εξίσου ικανοποιητικά τόσο από την νέα όσο και από μια μετασχηματισμένη εκδοχή της παλιάς… Ένα ενδιαφέρον «χαρακτηριστικό τους», είναι ακριβώς το ότι οι διαμάχες δεν τελειώνουν ποτέ με έναν «απόλυτο» και «ξεκάθαρο» τρόπο. Στον βαθμό που οι επιστημονικές διαμάχες είναι δημόσιες, η κοινότητα (ως κοινωνικό σώμα) αποφασίζει και την «εγκυρότητα» των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται προκειμένου να γίνουν αποδεκτές ή να απορριφθούν οι απόψεις που αντιτίθενται.

Stanisław GrocholskiKobieta_z_BawariiΌλες αυτές οι έννοιες (περί «κοινότητας», «συναίνεσης», «χαρακτηριστικού λόγου», «διαπραγμάτευσης», «στρατηγικών», «συμμαχιών» κλπ.) παραπέμπουν σε έντονα «κοινωνιολογικούς» όρους κατανόησης της ιστορίας των επιστημών… Μήπως η υιοθέτηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης συμβάλει στο να συσκοτισθεί ή και να χαθεί τελικώς η έννοια της «αλήθειας» και των «σωστών ιδεών» στην εξέλιξη των επιστημών;

Στην ιστορία των επιστημών: συγκεκριμένοι άνθρωποι επιδίωξαν να κατανοήσουν τη λειτουργία και τη δομή της φύσης και να πείσουν άλλους για την ορθότητα των απόψεών τους. Οι διαδικασίες «πειθούς» έχουν κοινωνικό-πολτισμικό χαρακτήρα, δεν βασίζονται «αποκλειστικά» σε «ορθολογικά επιχειρήματα». Ιστορικά, οι διαδικασίες πειθούς ήταν επιτυχημένες στον βαθμό που καθιέρωναν νέα κριτήρια που θα χρησιμοποιούνταν για την αποτίμηση της αλήθειας των νέων προτάσεων. Συχνά, οι διαδικασίες πειθούς ήταν «επιτυχείς» διότι κατάφεραν να διαπραγματευθούν τα όρια δικαιοδοσίας επιστημονικών κοινοτήτων, να νομιμοποιήσουν ιδέες, υποθέσεις, κανόνες, και να δημιουργήσουν συναινέσεις γύρω από οντολογικές δεσμεύσεις, πειραματικές τεχνικές και θεωρητικά σχήματα.

Σε όλα αυτά δεν υπάρχει κάποια «υπονόμευση» της «αντικειμενικότητας» ή της «αληθειας» των θεωριών, διότι είναι αδύνατο να εδραιωθεί μια θεωρία ή μια άποψη χωρίς να πληρούνται στοιχειωδώς τα κριτήρια αλήθειας τα οποία χρησιμοποιεί η κοινότητα. (Τα κριτήρια ασφαλώς δεν είναι αμετάβλητα και σε σημαντικές «τομές» αλλάζουν ή τροποποιούνται). Η φιλοσοφική πραγμάτευση προβλημάτων και όψεων της ιστορίας των επιστημών παραμένει απολύτως σημαντική. Πολύ συχνά μάλιστα διαμάχες μεγάλου ενδιαφέροντος στην ιστορία των επιστημών έχουν καθαρά φιλοσοφικό υπόβαθρο.


[1] Εδώ, στις διαφορετικές θεωρίες που προτείνονται, συχνά η διαμάχη αφορά τις «οντότητες» που εμπλέκονται στις θεωρίες.  ——————–

Marcel Ronay, Nuns1929

Οι περισσότεροι φιλόσοφοι της επιστήμης έχουν σήμερα δεχθεί ότι έννοιες όπως αλήθεια, ορθολογικότητα, επιχείρημα, πείραμα, ένδειξη, όργανο, νόμος, έλεγχος κλπ. είναι έννοιες ιστορικά διαμορφωμένες ‘ κοινωνικές διαδικασίες όπως αυτές της πειθούς και της συναίνεσης είναι ιστορικές κατηγορίες και αυτό σημαίνει πως αποκτούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο χωρο-χρονικών πολιτισμικών τοπικοτήτων του παρελθόντος. Η αφήγηση της ιστορίας των επιστημών συναρτάται με την πεποίθησή μας ότι στις επιστήμες, μέσα από την ιστορική τους διαδρομή, καταγράφηκε και αποτυπώθηκε ένα σύνολο τοπικοτήτων και ότι μέσα από αυτές τις σύνθετες εγγραφές έχει διαμορφωθεί ο χαρακτήρας τους.

Για πολλούς (φιλοσόφους και μη) ορισμένες νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, όπως εκείνη της «κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας», οδηγούν στον «σχετικισμό» τη στιγμή που η «επιστήμη» αποτελεί κατεξοχήν «αντικειμενική» και «αληθή γνώση» της φύσης γύρω μας. Εάν η ιστορία των επιστημών δεν αποτελεί τη μελέτη των τρόπων με τους οποίους αποκαλύφθηκε «εκείνη» η αλήθεια για τη φύση η οποία επιβεβαιώθηκε μέσω πειραμάτων και παρατηρήσεων, τότε «όλες» οι αλήθειες που αναδείχθηκαν από τις ποικίλες δραστηριότητες των επιστημόνων θα έχουν την «ίδια αξία» και ίδια «εγκυρότητα»…

Κατά πόσον είναι «αντικειμενικές» οι απαντήσεις που δίνονται στην ιστορία των επιστημών; Θα έπρεπε κάποτε να καταλήξουμε σε μια ενιαία αφήγηση και ερμηνεία η οποία θα ήταν η «επίσημη» και «αντικειμενική»; Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε την παραδοχή που ενυπάρχει στον παραπάνω συλλογισμό: ότι δηλαδή είναι πράγματι δυνατόν να συγκροτηθεί «η» ιστορία των επιστημών, ότι δηλαδή «είναι δυνατόν» να εκφραστεί το παρελθόν («η αλήθεια του») μέσα από μια (ενιαία) και μόνη αφήγηση και ερμηνεία. Κατά γενική ομολογία υπάρχουν περιστατικά όπου αυτό είναι δυνατόν να γίνει, ωστόσο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν είναι δυνατό να δοθούν απαντήσεις παρά μόνο μέσα από πολλαπλές αφηγήσεις και ποικίλες ερμηνείες με στόχο την ανάδειξη ακριβώς των διαφορετικών πτυχών ενός φαινομένου ή γεγονότος.

charles.corbet.melancholia1910

Οι ιστορικοί πρέπει να κατορθώσουν να «συν-ταιριάξουν» τις πολλές αλήθειες που αναδύονται κατά τη μελέτη του παρελθόντος, ενώ συχνά φαίνεται να προκύπτουν «αντιφατικές αλήθειες» ή «αντιφατικές καταστάσεις». Εν τούτοις στην ιστορία εκείνο που φαίνεται «αντιφατικό» μπορεί να μην κρίνεται απορριπτέο. Καθοδηγητικός μίτος της ιστορικής έρευνας δεν μπορεί να είναι «η απόλυτη αλήθεια του παρελθόντος», δεν υπάρχει με αυτή την έννοια «η» ιστορία, παρά μόνο «ιστορίες» των επιστημών. Αυτό δεν δηλώνει σχετικισμό ή υποκειμενισμό ‘ αντιθέτως, αυτό που υποδηλώνεται είναι ότι η ιστορία μπορεί να έχει χαρακτήρα «αντικειμενικό» τότε μόνο όταν αναδεικνύει πολλές συμπληρωματικές αλήθειες ή νέες αλήθειες ως περισσότερο επεξεργασμένες εκφράσεις αρχικών προσεγγίσεων. Αυτή η πρακτική ενισχύει την κριτική ως διαδικασία ελέγχου της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων της έρευνας.

Η κοινότητα των ιστορικών της επιστήμης συναινεί σε κάποια κριτήρια για να ελέγξει την εγκυρότητα μιας νέας ερμηνείας – αυτή η διαδικασία οδηγεί στην νομιμοποίηση των ερμηνειών χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει πως όλα τα μέλη θεωρούν σωστές όλες ανεξαιρέτως τις ερμηνείες.[1] Μια πραγματιστική στάση μας επιτρέπει να συνεχίζουμε να ερευνούμε συγκεκριμένα ερωτήματα ενώ έχουμε ταυτόχρονα συνείδηση των σοβαρών θεωρητικών ζητημάτων που υφίστανται.[2] Αυτό που θα σημειώσουμε εδώ είναι πως τα θεωρητικά προβλήματα ενός γνωστικού αντικειμένου δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά έξω από το πλέγμα της καθημερινής πρακτικής που αφορά αυτό το γνωστικό αντικείμενο.

Για την ιστορία των επιστημών, όλες οι «μορφές γνώσης» πρέπει να αποτελούν αντικείμενο μελέτης (και όχι αποκλειστικά εκείνες που με τα δικά μας κριτήρια θεωρούμε «αληθινές»). Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως όλες οι κοινωνικές διεργασίες που οι ίδιες ισχυρίζονται ότι παράγουν γνώση, ότι είναι εξίσου «έγκυρες». Ούτε συνεπάγεται πως όλες μπορούν να παράγουν αληθείς προτάσεις… Αυτό που δεν πρέπει οι ιστορικοί να κάνουν είναι να απαξιώνουν αυτές τις διεργασίες ‘ είμαστε υποχρεωμένοι δηλαδή να δίνουμε την ίδια βαρύτητα. Οι μορφές γνώσης θεωρούνται «ισοδύναμες» όχι ως προς την δυνατότητα της κάθε μιας για επιστημονική γνώση, αλλά ως προς το ότι εκφράζουν διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές που παράγουν γνώση (και μάλιστα μεταξύ τους ενδέχεται να έχουν υποστεί αλληλεπιδράσεις).[3]

Walter Schnackenberg, Prominenz1957Με ποιον τρόπο αποτιμούμε την «εγκυρότητα» της γνώσης που αποκτάται με την ιστορία των επιστημών; Ορισμένα από τα κριτήρια που η κοινότητα των ιστορικών έχει θεωρήσει αναγκαία είναι η διατύπωση των ερωτημάτων, η ενδελεχής μελέτη των πηγών, η αναφορές σε συναφείς εργασίες, η σαφήνεια και πειστικότητα της επιχειρηματολογίας κ.ά. Οι σοβαρές συζητήσεις και η προσεκτική κριτική συμβάλλουν επίσης στην εγκυρότητα ενός ιστορικού έργου.            


[1] Ενδέχεται να συνυπάρχουν ακόμη και «αλληλοσυγκρουόμενες» ερμηνείες.

[2] Η φιλοσοφική διερεύνηση είναι αναγκαία. Ωστόσο η «επίλυση» θεωρητικών προβλημάτων (όπως είναι τα σχετικά με την «αλήθεια» την «αντικειμενικότητα» κλπ.) δεν αποτελεί προϋπόθεση για να κάνουμε ιστορία… Εννοείται πάντως ότι οι ιστορικοί των επιστημών πρέπει να έχουν γνώση των σοβαρών φιλοσοφικών προβλημάτων ‘ η φιλοσοφία της επιστήμης είναι μέρος της αναγκαίας ευρύτερης παιδείας των ιστορικών, αλλά βέβαια δεν έχει «καθοδηγητικό» ρόλο. Αυτό που βοηθά ίσως να ξεκαθαρίσει το τοπίο είναι η ένταξη των (φιλοσοφικών) εννοιών στην καθημερινή πρακτική των ιστορικών των επιστημών. (Πολλά έργα από εκείνα που συνέβαλαν στην συγκρότηση της κοινότητας των ιστορικών των επιστημών ήταν μελέτες που πραγματεύθηκαν πολύ συγκεκριμένα θέματα σε βάθος και για ένα ειδικευμένο ακροατήριο).

[3] Στην κοινωνία η συνείδηση της ιστορίας των επιστημών είναι διαμορφωμένη με βάση κατά κύριο λόγο ένα θετικιστικό πρότυπο: είναι δηλαδή διαδεδομένη η αντίληψη ότι στις επιστήμες «το παρόν» είναι «απολύτως αληθινό» και ότι η ιστορία των επιστημών περιέχει ένα σύνολο από λανθασμένες (επομένως άχρηστες) συμβολές παλαιότερων, ενώ βήμα βήμα οικοδομήθηκε η σημερινή επιστήμη από αλήθειες που την μορφοποίησαν βαθμιαία.  ———————————————

Thomas Hart Benton, Boomtown1928Παρέκβαση: για την «κοινωνική κατασκευασιοκρατία»

Πολλοί οπαδοί της «κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας» υποστηρίζουν ότι ακόμη και οι φυσικές οντότητες είναι «κοινωνικές κατασκευές». Μια πιο ήπια θέση, προτείνει πως εκείνο που «κατασκευάζεται» κοινωνικά δεν είναι το «αντικείμενο» αλλά οι ιδέες μας για αυτές τις φυσικές οντότητες. Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε η «κοινωνική κατασκευασιοκρατία» δεν έρχεται σε ρήξη με την αντικειμενική ύπαρξη των οντοτήτων. Επιπρόσθετα, η ιδέα μας για την εκάστοτε συγκεκριμένη οντότητα μετασχηματίζεται, ενώ η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην οντότητα και την ιδέα μας γι’ αυτή είναι συνεχής.

Πολλοί μελετητές που ακολουθούν την κατεύθυνση της «κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας», δίνουν έμφαση στο εξής: κοινωνική κατασκευή του Υ μπορεί να παραπέμπει σε ένα Υ «δεδομένο» και «αναπόφευκτο», εντούτοις –ισχυρίζονται- το Υ θα μπορούσε να μην υπήρχε, ή να μην ήταν όπως είναι σήμερα. Το Υ όπως είναι στη σημερινή συγκυρία δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από τη «φύση των πραγμάτων» (δεν είναι στη φύση του να είναι αναπόφευκτο). Αυτός ο ισχυρισμός του «μη αναπόδραστου» ή της «ενδεχομενικότητας», δηλώνει πως «τα πράγματα», οι γνώσεις μας για την φύση κλπ. δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σταδιακής «αποκάλυψης» της «αντικειμενικής δομής» της φύσης.[1]

Shalva Kikodze, City1920Σε αντίθεση με τους προβληματισμούς της «υποθετικής ιστορίας» (συζήτηση για το πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει τα πράγματα), η «ενδεχομενικότητα» στην ιστορία των επιστημών παραπέμπει σε κάτι διαφορετικό: η έμφαση δεν δίνεται στην επινόηση διαφορετικών γεγονότων από αυτά που όντως συνέβησαν, αλλά στον εντοπισμό εκείνων των διεργασιών οι οποίες υποδηλώνουν ότι υπήρχε δυνατότητα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα. Επομένως η «ενδεχομενικότητα» προτρέπει να μελετήσουμε όχι γεγονότα που θα είχαν συμβεί κάτω από άλλες, υποθετικές, συνθήκες, αλλά εκείνες τις συγκεκριμένες καταστάσεις όπου οι συμπεριφορές και αποφάσεις μελών της επιστημονικής κοινότητας, οι σχέσεις των επιστημόνων με το κράτος ή άλλους θεσμούς, επηρέασαν την συγκεκριμένη κατεύθυνση και πορεία των εξελίξεων.[2]

Οι κρίσεις, οι επιλογές, οι αποφάσεις των επιστημόνων παίζουν ρόλο στην εξέλιξη ενός επιστημονικού κλάδου: τα κριτήρια λήψης αυτών των αποφάσεων μπορεί να έχουν σχέση με τεχνικούς περιορισμούς (των οργάνων ή των πειραματικών διατάξεων), με την αποτελεσματικότητα των μαθηματικών προσεγγίσεων, με τις δυνατότητες παροχής χρηματοδότησης διαφορετικών ερευνητικών κατευθύνσεων κ.ο.κ. Για πολλούς «κοινωνικούς κατασκευασιοκράτες» οι επιλογές και οι κρίσεις των επιστημόνων ρυθμίζουν ζητήματα τα οποία συνιστούν «προϋποθέσεις για την διεξαγωγή της έρευνας» και επομένως δεν αντανακλούν «τη φύση των πραγμάτων».[3] Εάν η επιστήμη είναι κοινωνικό-πολιτισμικό φαινόμενο, τότε διαφορετικές αποφάσεις θα είχαν οδηγήσει σε κάτι ριζικά διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε σήμερα; Ίσως σε αυτό το ερώτημα να μην μπορούμε να απαντήσουμε με κατηγορηματικό τρόπο, εντούτοις εκείνο που απασχολεί τους ιστορικούς των επιστημών είναι το εάν η επιστήμη είχε «την δυνατότητα» να ακολουθήσει διαφορετική πορεία και να έχει διαφορετική μορφή και περιεχόμενο από το σημερινό.[4]

K.A. Vjalov, Policeman1923Σύμφωνα με τα παραπάνω επομένως, η εξέλιξη των επιστημών δεν εκφράζει κάποια βαθμιαία αποκάλυψη της αντικειμενικής δομής της φύσης ‘ η εξέλιξη καθορίζεται από τους ανθρώπους, χωρίς εντούτοις αυτό να θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματικότητα των οντοτήτων ή των φαινομένων (ή την πεποίθηση για την ορθότητα μιας θεωρίας, αφού πάντοτε στην ιστορία υπάρχουν τρόποι «πιστοποίησης της εγκυρότητας» της νέας γνώσης).[5] Οι τρόποι και οι τόποι έρευνας, τα κριτήρια, οι διαμάχες, οι επιστημονικοί θεσμοί, οι χρηματοδοτήσεις και οι υλικοί πόροι κ.ο.κ. όλα αυτά είναι παράγοντες που μελετώνται και από την «κοινωνική και πολιτισμική» ιστορία των επιστημών ‘ το διαφορετικό που κομίζει η κοινωνική κατασκευασιοκρατία είναι η πεποίθηση ότι «τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά» των επιστημονικών εξελίξεων εξαρτώνται και από αυτούς τους παράγοντες…, οι παράγοντες αυτοί σχετίζονται με την ίδια την συγκεκριμένη πορεία των επιμέρους επιστημονικών κλάδων, αφού καθορίζουν την εξέλιξή τους και τα χαρακτηριστικά τους.

Υπάρχουν περιορισμοί που προσδιορίζονται από την ίδια τη φύση, οι οποίοι δεν καθιστούν το κάθε ενδεχόμενο πιθανό, ή και δυνατό; Όλες οι αποφάσεις των μελών μιας επιστημονικής κοινότητας είναι αποφάσεις που παίρνονται «εντελώς ανεξάρτητα» από τη δομή της φύσης (όπως αυτή φαίνεται να είναι από τις μέχρι σήμερα έρευνές μας); Οι ταξινομήσεις μας προσδιορίζονται από το πώς είναι ο κόσμος, ή αποτελούν βολικούς τρόπους αναπαράστασής του; Τα φαινόμενα που ανακαλύπτουμε αποτελούν το αποτέλεσμα των τρόπων με τους οποίους απεικονίζουμε, αναπαριστούμε και παρεμβαίνουμε στον κόσμο. Οι επιστήμονες προσαρμόζονται μπροστά στις αντιστάσεις που συναντούν κατά τη μελέτη της φύσης (οι αλλαγές μάλιστα της περιγραφής που κάνουν συχνά συνοδεύονται και από αλλαγές στις οντολογικές τους δεσμεύσεις – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαία ότι εντοπίστηκαν νέες οντότητες).


[1] Μια διατύπωση θα μπορούσε να είναι η εξής: εάν είχαμε διαφορετικές απαιτήσεις Joe Jones, American Justice1933από τη φύση και εάν είχαμε διαμορφώσει μια άλλη πρακτική στη σχέση μας με τον φυσικό κόσμο (θέτοντας άλλα ερωτήματα στη φύση), τότε θα ήταν δυνατό να αποσπάσουμε φαινόμενα τα οποία θα μπορούσαν να εκληφθούν ως μαρτυρία για μια διαφορετική (όχι λογικά ασύμβατη, αλλά όμως διαφορετική) επιτυχημένη φυσική επιστήμη… Όσον αφορά τις «οντότητες», σύμφωνα με αυτά, μια σειρά φαινομένων ενδέχεται πράγματι να μπορεί να θεωρηθεί «μαρτυρία» της ύπαρξής τους, ωστόσο δεν υπάρχει κάτι που να προδικάζει ότι οι συγκεκριμένες οντότητες θα αποκαλυφθούν κάποτε αναγκαία, αλλά και ούτε ότι μια διαφορετική πορεία (της φυσικής) δεν θα τις αποκάλυπτε.

[2] Για τους κοινωνικούς κατασκευασιοκράτες, ούτε η φύση ούτε οι αρχικές συνθήκες μπορούν να καθορίσουν το ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο στην εξέλιξη…

[3] Πρέπει να σημειώσουμε, σε αυτά που συζητούμε περί «ενδεχομενικότητας» και το εξής: σε κάθε ιστορική περίοδο δεν υπάρχει αναγκαστικά μόνο ένα θεωρητικό σχήμα ούτε και μια μοναδική πρακτική (πειραματική ή θεωρητική) ‘ «συνυπάρχουν» διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνευτικά σχήματα, διαφορετικές πρακτικές και τεχνικές κλπ. Το ποιος «συνδυασμός» θα υπερισχύσει (και γιατί) ανάμεσα σε όλες αυτές τις διαφορετικότητες αποτελεί αντικείμενο ιστορικής μελέτης.

[4] Τρόπος να γνωρίσουμε τις διαφορετικές κατευθύνσεις που θα είχαν ακολουθήσει οι επιμέρους επιστήμες πιθανότατα δεν υπάρχει, ωστόσο για τους ιστορικούς έχει ενδιαφέρον να εντοπιστούν εκείνες οι καταστάσεις όπου οι αποφάσεις συγκεκριμένων επιστημόνων οδήγησαν την επιστήμη εκεί όπου οδηγήθηκε – η συγκεκριμένη πορεία της δηλαδή δεν ήταν αυτή που ήταν επειδή εκεί -σε αυτό το «τέλος»- την οδηγούσε «αντικειμενικά» η δομή της φύσης…

[5] Το «μη αναπόδραστο» των επιστημονικών εξελίξεων δεν συνεπάγεται ότι όλοι οι Train-Station-Impressionismδιαφορετικοί τρόποι δεν θα αναδείξουν τελικώς την ίδια δομή της φύσης, ότι δεν θα μπορούσαν οι πορείες να συγκλίνουν.  ————————————————–

Όπως έχουμε δει και σε άλλο σημείο, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η επιστήμη (συνώνυμη της «προόδου») θεωρείται το κατεξοχήν «πρότυπο έγκυρης γνώσης», αποστειρωμένη από κάθε ίχνος «ανορθολογισμού», ή στοιχεία υποκειμενικότητας. Την δεκαετία του 1950 αρχίζει να ασκείται κριτική στον «λογικό θετικισμό» ‘ τα πειραματικά δεδομένα δεν θεωρούνται πλέον αδιαμφισβήτητα και «αντικειμενικά δεδομένα», «ερμηνεύονται», αναγνωρίζεται δηλαδή η εξάρτησή τους από τις υπάρχουσες πεποιθήσεις και εν ισχύ θεωρίες.[1] Παύει δε η προηγούμενη, αποκλειστική, έμφαση στην «λογική δομή» των θεωριών, στις διαδικασίες επικύρωσης και στα κριτήρια διάκρισης της επιστήμης από την μεταφυσική. Με το έργο, πιο συγκεκριμένα, των T.S.Kuhn, N.R.Hanson, I.Lakatos, P.Feyerabend (δεκαετία του 1960), υποστηρίζεται πλέον με ρητό τρόπο η ιστορικότητα της επιστήμης.

Η παρέμβαση του Kuhnθα μετατοπίσει τον προβληματισμό από το ζήτημα του ρόλου των ενδογενών και των εξωγενών παραγόντων στην εξέλιξη της επιστήμης, στο πρόβλημα της καθημερινής πρακτικής της επιστημονικής κοινότητας. Η ίδια η έννοια της «αλήθειας» θα επαναπροσδιορισθεί.

Τα πορίσματα αυτών των ερευνητών θα αλλάξουν γενικά την αντιμετώπιση της ιστορίας των επιστημών. Αυτό που διαπιστώνονταν ήταν ότι: διαφορετικά άτομα, από τις παρατηρήσεις για τα ίδια φυσικά φαινόμενα, κατέληγαν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Τα θεωρούμενα ως «αντικειμενικά» δεδομένα φαίνονταν να εξαρτώνται από τις υπάρχουσες πεποιθήσεις και θεωρίες. Οι τρόποι υπεράσπισης μιας συγκεκριμένης ερμηνείας από τα μέλη μιας κοινότητας δεν ακολουθούσαν κάθε φορά τους ίδιους κανόνες: οι διαμάχες για επιστημονικά θέματα εξέφραζαν «πάθη» τα οποία δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε εάν επικεντρωθούμε αποκλειστικά σε εκείνο που φαινομενικά μοιάζει να διακυβεύεται.

Gerd Arntz .Street1924Όπως γνωρίζουμε το «Παράδειγμα» (κατά Kuhn) εμπεριέχει μεθοδολογικές οντολογικές γνωσιολογικές παραδοχές, γενικούς νόμους, πρότυπες πειραματικές διατάξεις κ.ά. Εντός του καθιερωμένου Παραδείγματος όλα αυτά παρέχουν μια συνεκτική εικόνα του κόσμου και οι επιστήμονες στο πλαίσιο αυτό ασχολούνται με την επίλυση «γρίφων» (είναι η περίοδος της «κανονικής» επιστήμης). Στις περιόδους «κρίσης» (οι οποίες κατά κανόνα οδηγούν στις «επιστημονικές επαναστάσεις») η επιστημονική κοινότητα δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στο κυρίαρχο Παράδειγμα για να επιλύσει τους γρίφους, οπότε δημιουργείται ένα νέο Παράδειγμα που θα το αντικαταστήσει. Τα δύο Παραδείγματα είναι «ασύμμετρα», «ασύμβατα», οπότε οι επιστήμονες τους ενός και του άλλου «βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο». Αυτά όλα  σημαίνουν πως «εξέλιξη» της επιστήμης δεν σημαίνει αναγκαία και «πρόοδο». Ούτε «συνέχεια» υφίσταται στην πορεία αυτή, ούτε «συσσώρευση». Κατά την διάρκεια της «κανονικής» επιστήμης έχουμε αναθεωρήσεις πιθανόν αλλά όχι συνολικές ανακατατάξεις στα εννοιολογικά πλαίσια. Όταν μια αλλαγή είναι «επαναστατική» είναι ολική.

Οι μελέτες του Kuhn είναι πολύ σημαντικές γιατί μέσα από την στροφή της προσοχής στην εσωτερική λειτουργία των επιστημονικών κοινοτήτων οδήγησαν σε νέες ιδέες, γόνιμες συζητήσεις και τελικώς σε νέες προσεγγίσεις και στην ιστορία των επιστημών. Όπως όλα μαρτυρούν πλέον, η επιστήμη είναι μια πολύ περισσότερο σύνθετη διαδικασία από εκείνη που φαντάζονταν παλαιότερα οι οπαδοί του θετικισμού.     


[1] Συχνά δε για να παραχθούν τα «δεδομένα» απαιτούνταν χρήση οργάνων για την κατασκευή των οποίων ενεργοποιούνταν η ίδια η θεωρία την οποία υποτίθεται ότι αυτά θα έλεγχαν. Γενικότερα, το είδος της εκπαίδευσης, παράγοντες ιδεολογικοί, τα προβλήματα που επιλέγει η επιστημονική κοινότητα να μελετήσει κλπ., όλα αυτά επηρεάζουν τις ερμηνείες των «δεδομένων».  ——————

milo.manara

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, πολλοί ιστορικοί και κοινωνιολόγοι θα υποστηρίξουν πως την επιστήμη οφείλουμε να την μελετάμε ως κομμάτι της ανθρώπινης κουλτούρας, ανεξάρτητα από το αληθές ή μη των δικών της πορισμάτων. Η επιστήμη γίνεται πλέον αντιληπτή από πολλούς μελετητές ως ένα σύνολο πρακτικών (οι καθημερινές λειτουργίες των επιστημόνων).

Η πρακτική των επιστημόνων κυριαρχείται από μια σειρά πρότυπα: αυτά αφορούν την επίλυση ποικίλων προβλημάτων ‘ στις εν λόγω διεργασίες ενέχονται δεσμεύσεις που αφορούν θεωρητικές έννοιες, μεθόδους υπολογισμού, διατάξεις οργάνων κ.ά. Η δέσμευση ενός επιστήμονα σε ένα Παράδειγμα σημαίνει αποδοχή ενός αξιακού πλαισίου, του οποίου οι αρχές δεν ορίζονται με τη μορφή ρητών κανόνων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι επιστήμονες διαμορφώνουν συμπεριφορές, υιοθετούν νοοτροπίες, επινοούν συγκεκριμένες πρακτικές. Πολλές φορές η εφαρμογή ενός ορισμένου προτύπου για την επίλυση ενός προβλήματος δεν καθορίζεται τόσο με κάποιο «λογικό» κριτήριο και επιχείρημα, όσο με βάση τις πραγματιστικές ανάγκες της καθημερινής λειτουργίας των επιστημόνων.[1] Οι επιστήμονες υιοθετούν το κυρίαρχο Παράδειγμα και τις συναφείς αξίες και πρακτικές που το αναπαράγουν: είναι όλα αυτά τα οποία λειτούργησαν στο παρελθόν με ικανοποιητικό τρόπο και έχουν την συναίνεση των περισσότερων μελών. Η αλλαγή του Παραδείγματος λαμβάνει χώρα όχι εξαιτίας μιας θεωρητικής κριτικής αλλά επειδή δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της κοινότητας.

Σύμφωνα με τον Kuhn, η ταυτότητα των επιστημόνων δεν «ορίζεται» με όρους θεσμικούς ή κλαδικούς: το κύριο στον ορισμό της ταυτότητά τους είναι η αποδοχή εκ μέρους τους μιας συγκεκριμένης πρακτικής και αυτή η πρακτική προσδιορίζει και έναν αντίστοιχο τύπο κοινωνικών σχέσεων εντός κοινότητας. Για τον Kuhnη επιστημονική κοινότητα αποτελεί «προϋπόθεση» για την ταυτότητα του επιστήμονα. Η ταυτότητα αυτή είναι «κοινωνικά προσδιορισμένη» όχι μόνο επειδή αυτός κατέχει κάποια κοινωνική θέση ή επειδή εντάσσεται σε ένα γενικότερο αξιακό σύστημα, αλλά κυρίως επειδή αυτός ή αυτή αποφασίζει να ενστερνιστεί ένα σύνολο συγκεκριμένων πρακτικών και επειδή «δεσμεύεται» πως αυτές οι επιλογές δεν είναι παροδικές. Δέσμευση επομένως σε μια πρακτική και στο συναφές αξιακό σύστημα: αυτή είναι η έκφραση της συμμετοχής ενός επιστήμονα σε μια κοινότητα.[2]

Bernhard Klein Berlin 1943.Burning CityΟι επιστημονικές πρακτικές γίνονται κτήμα ενός ερευνητή διαμέσου μιας ποικιλίας «σχέσεων εξουσίας»: η εξειδικευμένη εκπαίδευση, η εκπόνηση εργασιών και διατριβών, η εργασία εντός εργαστηρίων κλπ. Αυτή η «εκπαιδευτική» διαδικασία δεν συνιστά απλώς μια διαδικασία «αναπαραγωγής» γνώσεων, αποτελεί και ένα σύνολο σχέσεων που επιβάλλει συγκεκριμένους τρόπους σκέψης για την διαχείριση των επιστημονικών προβλημάτων. Η εκπαιδευτικοί μηχανισμοί δηλαδή και η επιστημονική κοινότητα συμβάλουν στην αναπαραγωγή μεθόδων επίλυσης προβλημάτων και πειραματικών διατάξεων.[3]

Υπάρχει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα και την ευρύτερη κοινωνία.

Οι προβληματισμοί για την «τοπικότητα» δεν εκτοπίζουν το χαρακτηριστικό της «καθολικότητας» του επιστημονικού λόγου ‘ η τοπικότητα δεν τίθεται με τρόπο ανταγωνιστικό απέναντι στην καθολικότητα, το πρόβλημα είναι διερευνήσουμε το πώς σχετίζονται αυτά τα δύο, να μελετήσουμε την ιστορικότητα ατής της σχέσης. Η ιστορία των επιστημών δείχνει πως η «καθολικότητα» του επιστημονικού λόγου δεν είναι αυτονόητη ‘ είναι άλλο πράγμα η καθολική ισχύς των φυσικών νόμων και διαφορετικό πράγμα η καθολικότητα του επιστημονικού λόγου.

Clovis Trouille. La voyeuse1960Κάποιες από τις αξίες που κατευθύνουν την επιστημονική πρακτική είναι «τοπικές» και αναφέρονται σε συγκεκριμένους πολιτισμικούς χώρους περισσότερο περιορισμένους από εκείνον που ορίζουν όλοι όσοι ερευνούν σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο. Το εργαστήριο για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, έχει μια δική του «κουλτούρα» και μια σχετική αυτονομία σε σχέση με το υπόλοιπο πεδίο. Αυτές οι τοπικές πολιτισμικές αξίες συνδέονται με συγκεκριμένες «μορφές ζωής», δηλαδή συγκεκριμένες πρακτικές.[4] Οι «τοπικές κουλτούρες» και πρακτικές συνθέτουν εκείνο το οποίο θεωρείται «καθολικός λόγος ενός γνωστικού κλάδου». Η έννοια της τοπικής κουλτούρας ενός εργαστηρίου, μιας σχολής, μιας ερευνητικής ομάδας κλπ. αναφέρεται σε ένα σύνθετο πλέγμα εννοιών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, πρακτικών που έχουν διαμορφώσει οι άνθρωποι που εργάζονται στον κάθε ένα από τους παραπάνω χώρους. Εντός του πλέγματος αυτού έχουν εγγραφεί μεθοδολογικές και υπολογιστικές επιλογές, πειραματικές τεχνικές, θεωρητικοί προσανατολισμοί, οντολογικές και φιλοσοφικές δεσμεύσεις, ενδεχομένως μεταφυσικές πεποιθήσεις. Η επιστημονική πρακτική «πηγάζει» από πολλά διαφορετικά στοιχεία αυτής της κουλτούρας, και επαναπροσδιορίζει αυτά τα στοιχεία.[5]


[1] Για παράδειγμα, πολύ συχνά μια μέθοδος ή μια πειραματική διάταξη επιλέγεται επειδή είχε λειτουργήσει αποτελεσματικά στο παρελθόν, όταν εφαρμόστηκε σε «παραπλήσιο» πρόβλημα. Το τι ακριβώς σημαίνει «παραπλήσιο» είναι κάτι το οποίο κατασταλάζει κατά την διάρκεια της κανονικής επιστήμης μέσα από συνήθειες και κοινές αξίες.

Isaak Brodsky, Lenin in Smolniy1917- 1930[2] Οι πρακτικές των ερευνητών ακόμη και στην «ίδια επιστήμη» μπορεί να είναι σημαντικά διαφορετικές: αυτό σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, αφορά τους τρόπους χρήσης των υπολογιστών, τις απαιτήσεις που υπάρχουν ως προς την αυστηρότητα των μαθηματικών μεθόδων, τα είδη των μοντέλων που ταιριάζουν στην κάθε κατηγορία, τις διαφορετικές απαιτήσεις ως προς την ακρίβεια των μετρήσεων, αφορά τα είδη «θορύβου» που θέλουν να αποκλείσουν, αφορά τους διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης των πληροφοριών, τους διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας, αφορά τους κανόνες για την δημοσιοποίηση των νέων αποτελεσμάτων κ.ά.

[3] Η ακαδημαϊκή ιεραρχία, οι διαδικασίες επίβλεψης διατριβών, η άρρητη ιεραρχία σε ένα εργαστήριο, η σύνθεση και λειτουργία μιας ερευνητικής αποστολής, οι προϋποθέσεις για την σύνταξη αίτησης χρηματοδότησης, οι λειτουργία των επιτροπών «κρίσης» κ.ά., όλα αυτά είναι «όψεις» μιας δομημένης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

[4] Αυτές οι διαφορές στις αξίες είναι δυνατό να εκφραστούν και να εντοπιστούν στα πλαίσια μιας επιστημονικής διαμάχης.

Mikhail Nesterov- Philosophers1917[5] Γενικά, τα κριτήρια επιλογής των προβλημάτων, το τι θεωρείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατάλληλη (πειραματική ή άλλη) διάταξη, οι τρόποι με τους οποίους ένα πρόβλημα ανάγεται σε μια άλλη κατηγορία προβλημάτων, τα κριτήρια με βάση τα οποία επιτελείται η αναγωγή ή η αναλογία κλπ., όλα αυτά θεωρούνται στοιχεία της «κουλτούρας» μιας επιστημονικής ομάδας.  ———————————-

Τα εργαστήρια για πολλά χρόνια θεωρούνταν χώροι εφαρμογής μιας «ενιαίας» επιστημονικής και πειραματικής «μεθόδου». Για κάποιους άλλους αποτελούσαν απλώς χώρους όπου γίνονται παρατηρήσεις, ή όπου επιβεβαιώνονται (και ελέγχονται) οι θεωρίες. Τις τελευταίες δεκαετίες θα αναπτυχθεί μια διαφορετική αντίληψη: το βάρος δίνεται στις τεχνικές και στις συμπεριφορές και πρακτικές που διαμορφώνονται εντός των εργαστηρίων και θεωρείται ότι σε αυτές αποτυπώνονται τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά όσων εργάζονται στα εργαστήρια.

Οι μελέτες επάνω στην ιστορία των εργαστηρίων οδήγησαν στην αμφισβήτηση της άποψης που τα ήθελε αποκλειστικώς «αντικειμενικά πεδία», χώρους επιβεβαίωσης μιας αντίληψης που τασσόταν υπέρ της κυριαρχίας των μετρήσεων και των αριθμών. Σύμφωνα με νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, στα εργαστήρια δεν λαμβάνουν χώρα απλώς νέα φαινόμενα, διαμορφώνονται και νομιμοποιούνται νέες «πρακτικές».

Lasar Segall, Die Krankenstube-The Sickness Room1921Στο εργαστήριο συνυπάρχουν «δύο κόσμοι»: εκείνος της φύσης και εκείνος των επιστημόνων με τις ιδεολογικές, θεωρητικές, οντολογικές τους αναφορές, τις ιδιαίτερές τους προσλαμβάνουσες, τους υλικούς τους διαθέσιμους πόρους, με τα πειραματικά τους όργανα και τους περιορισμούς τους κλπ. Το εργαστήριο σύμφωνα με αυτή την αντίληψη είναι ένας χώρος όπου «αποκωδικοποιείται» και όπου ταυτοχρόνως «αντιστέκεται» η φύση ‘ οι επιστήμονες προσπαθούν να εντάξουν τη φύση στον δικό τους κόσμο…, είναι χώρος μιας «άρρητης διαπραγμάτευσης» ανάμεσα στη φύση και τους ερευνητές, ένας χώρος «διαμεσολάβησης». Ο κόσμος των επιστημόνων επαναπροσδιορίζεται μέσα από αυτή την διαπραγμάτευση, αλλά και ο «κόσμος της φύσης» -τον οποίο εμείς με την παρέμβασή μας αναδεικνύουμε- αλλάζει συνεχώς εφόσον μεταβάλλονται συνεχώς οι ιδέες μας για τις φυσικές οντότητες και τα νέα φυσικά φαινόμενα.

Για πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, τα εργαστήρια αποτελούν χώρους μελέτης της γένεσης νέων πρακτικών και διαμόρφωσης της «κουλτούρας» ενός επιστημονικού κλάδου.[1] Το πρόβλημα του πώς διαχέεται και μεταδίδεται η επιστημονική γνώση από τα εργαστήρια απαιτεί μελέτη των πρακτικών εσωτερικά στους χώρους αυτούς, αλλά και έρευνα των πολλαπλών συνδέσεων των εργαστηρίων με θεσμούς και ανθρώπους έξω από αυτά. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όσοι ακολουθούν αυτές τις ερευνητικές κατευθύνσεις, στο πεδίο μελέτης τους συμπεριλαμβάνουν «δίκτυα» ευρείας έκτασης: ανειδίκευτο και εκπαιδευμένο προσωπικό, απεικονίσεις, αναπαραστάσεις, κείμενα, σχέδια, σημειώσεις, ποικίλα τεχνικά όργανα και πειραματικές διατάξεις, πρώτες ύλες, ζωντανούς οργανισμούς κ.ά.

Ben Shahn, Red Stairway1944Πολλοί θεωρούν πως έπειτα από την δεκαετία του 1920 περίπου, η ιστορία των εργαστηρίων αφορά απλώς την επινόηση νέων τεχνικών, τη διερεύνηση νέων φαινομένων, την εφεύρεση καινούριων οργάνων κλπ. – όλα αυτά μέσα στο αμετάβλητο και αυτοαναπαραγόμενο πλαίσιο του τυποποιημένου εργαστηρίου. Εντούτοις η «ιστορικότητα» των εργαστηρίων υποδεικνύει μάλλον έναν συνεχή επανακαθορισμό των πρακτικών που συνθέτουν το φαινόμενο που ονομάζουμε «επιστήμη».

Κάποια από τα ερωτήματα τα οποία αφορούν τις καθημερινές λειτουργίες των εργαστηρίων μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: τι είδους «ιεραρχία» σχηματίζεται ανάμεσα σε όσους εργάζονται σε ένα εργαστήριο; Πώς αποφασίζεται η έρευνα ενός συγκεκριμένου φαινομένου και πώς σχεδιάζεται η μελέτη ενός προβλήματος; Πώς επιμερίζονται οι διαφορετικές εργασίες; Τι ρόλο έχουν οι τεχνικοί και οι σχεδιαστές και κατασκευαστές των οργάνων; Πώς πραγματοποιείται, λόγω νέων τεχνολογιών και νέων μεθόδων, η ανακατανομή των δεξιοτήτων ανάμεσα σε ανθρώπους και μηχανές; Με ποια «γλώσσα» οι επιστήμονες εξηγούν στους τεχνικούς τις ανάγκες των πειραμάτων που σχεδιάζονται; Τι συμβαίνει όταν παρατηρούνται «μη αναμενόμενα» φαινόμενα; Με ποιους τρόπους δημοσιοποιούνται τα αποτελέσματα; Με ποιους τρόπους η χωροταξία και η φυσική δόμηση του χώρου προσδιορίζουν συμπεριφορές και ορίζουν ρόλους; Ποιου είδους συγκρίσεις μπορούμε να κάνουμε ανάμεσα στα εργαστήρια και σε άλλους χώρους παραγωγής γνώσης για τη φύση όπως είναι οι ερευνητικές αποστολές, οι κλινικές, τα μουσεία κ.ά.; Πώς εξασφαλίζονται υλικοί πόροι για τα εργαστήρια και πώς ελέγχεται η διαχείριση τους;

Lucien Coutaud, L'armoire-chair de la porteuse de pan1947Η ιστορία των εργαστηρίων συμπεριλαμβάνει τη μελέτη των ιστορικών χώρων όπου βαθμιαία νομιμοποιήθηκαν λειτουργίες και πρακτικές οι οποίες αργότερα θα χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τους πειραματιστές: κελιά μοναχών, αίθουσες κολεγίων και αυλές παλατιών, επαύλεις αριστοκρατών, φαρμακεία κ.ά. Η μυστικότητα και ιδιωτικότητα που χαρακτηρίζει τις λειτουργίες στα εργαστήρια έως τον 17ο αιώνα σχετίζεται με την αλχημική παράδοση και την συναφή κουλτούρα παραγωγής γνώσης: η νέα γνώση είναι πηγή πλούτου και εξουσίας για τον αλχημιστή.[2] Η αποφασιστική αλλαγή που συμβαίνει μετά τον 17ο αιώνα και θα συμβάλει στην εδραίωση της φυσικής φιλοσοφίας, θεωρείται πως είναι ο μετασχηματισμός των εργαστηρίων σε χώρους που διατηρούν την «ιδιωτικότητά» τους δικαιολογώντας την ως «αναγκαία» για την αποτελεσματική παραγωγή γνώσης «για όλους».[3] Η επιβεβλημένη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων δεν έχει σχέση με κάποια «νέα ηθική» των επιστημόνων οι οποίοι με ανιδιοτέλεια επιθυμούν να μην κρατούν «μυστικά» από τον κόσμο. Η υποχρεωτική δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων είναι «συγκροτητικό» χαρακτηριστικό της επιστήμης, επειδή η νομιμοποίησή της είναι κοινωνική, αφορά δηλαδή την κοινωνική αποδοχή των νέων πρακτικών, των νέων κανόνων μελέτης και των νέων αποτελεσμάτων. Η νομιμοποίηση της επιστήμης προέρχεται επίσης απο την επανάληψη των παρατηρήσεων και σε χώρους διαφορετικούς από εκείνους όπου είχαν αρχικά εντοπιστεί τα φαινόμενα.[4]

Lyonel Feininger- White Man1907Εκείνο που πολλοί αποκαλούν «καθολικότητα της επιστημονικής γνώσης» είναι επί της ουσίας το αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας τυποποίησης: εκπαίδευση σε πρακτικές δεξιότητες, μαζική παραγωγή οργάνων, ρύθμιση μονάδων μέτρησης… Μπορούμε να ισχυριστούμε πως η καθολικότητα της επιστήμης είναι ενός είδους «μακροσκοπική προέκταση» των τοπικών τρόπων ζωής; Είναι καταρχήν δυνατό να μελετηθούν οι πολιτισμικές πρακτικές και οι τεχνικές σε τοπικό επίπεδο, και να ερευνηθεί πώς το γενικότερο πλαίσιο καθιστά δυνατή τη μεταφορά και αναπαραγωγή των πρακτικών σε άλλα μέρη, να γίνει κατανοητό το πώς η επιστημονική πρακτική δομεί εκ νέου το κοινωνικό της περιβάλλον όσο παράγει νέα γνώση. Η «καθολικότητα» σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη είναι «θεμελιωμένη» σε «τοπικές τεχνογνωσίες».

Ας παρατηρήσουμε τέλος και τα εξής: οι διαδικασίες της «συναίνεσης», οι συγκεκριμένοι όροι κάτω από τους οποίους αυτή επιτυγχάνεται είναι στοιχεία που μπορούν να αναδειχθούν μέσα από την ιστορική ανάλυση συγκεκριμένων περιπτώσεων. Το αίτημα της συναίνεσης αφορά τα νέα φαινόμενα και τα νέα αποτελέσματα, τους τρόπους δημοσιοποίησής τους, τους τρόπους αναπαραγωγής των νέων φαινομένων, τις νέες τεχνικές κλπ. Καθολική γνώση δεν μπορεί να υπάρχει εάν δεν υπάρχει συναίνεση ως προς το σύνολο των χαρακτηριστικών της τοπικότητας που δημιούργησε αυτή τη γνώση. Η μεγάλη σε διάρκεια διαφορά χρόνου που πολλές φορές παρατηρείται (διαφορετική ανά περίσταση) προκειμένου να γίνει αποδεκτή μια ανακάλυψη (ή για παράδειγμα μια θεωρία που πρωτοδιατυπώνεται) απο τη στιγμή που δημοσιοποιείται για πρώτη φορά, εκφράζει ακριβώς αυτές τις χρονοβόρες διαδικασίες συναίνεσης που συντελούνται μέσα από διάφορους θεσμούς και πρακτικές: ανακοινώσεις, δημοσιεύσεις, διατριβές, σεμινάρια κ.ά.

Hans Erni, Icarus-Lilienthal II1941Θα σημειώσουμε τέλος και μια πρόσθετη διάσταση της «συναίνεσης»: αφορά την ιστορική εξέλιξη συγκεκριμένων πειραματικών διατάξεων. Πότε, πού και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αποδεκτή η ικανότητα ενός οργάνου να δημιουργεί «έγκυρα φαινόμενα»; Χρειάζεται συναίνεση για το πώς θα πρέπει να γίνουν κατανοητές οι λειτουργίες των εξαρτημάτων και οι κανόνες χρήσης ενός οργάνου. Η συμφωνία γύρω από την «πραγματικότητα» των φαινομένων που παρατηρούνται αποτελεί ταυτοχρόνως και συμφωνία για την χρήση μιας συγκεκριμένης πειραματικής διάταξης ή ενός οργάνου (και αντιστρόφως).[5]

Στα πλαίσια της παραπάνω ανάλυσης, τα εργαστήρια μπορούν να θεωρηθούν «πολυπολιτισμικοί» χώροι: συνυπάρχουν εκεί μέσα διαφορετικές «κουλτούρες», διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές πρακτικές. Οι όροι με τους οποίους επικοινωνούν οι «θεωρητικοί» μεταξύ τους διαφοροποιούνται όταν πρόκειται για συζήτηση με τους «πειραματικούς» ή με τους «τεχνικούς» των εργαστηρίων. Πάντως οι διαφορετικές αξίες, οι διαφορετικές γλώσσες κλπ. δεν εμποδίζουν τελικά τις ομάδες να δημιουργούν δυνατότητες τοπικής επικοινωνίας. Παρ’ όλες τις δυσκολίες στην κατανόηση λεπτομερειών που αφορούν τα πεδία διαφορετικών ομάδων, στα μεγάλα εργαστήρια στο 2ο μισό του 20ου αιώνα ανταλλάσσονται μέθοδοι, ιδέες, έννοιες, προγράμματα, τεχνικές. Οι θεωρητικοί, οι πειραματικοί και οι τεχνικοί προσπαθούν να πείσουν τους υπόλοιπους για τις προτάσεις τους, όμως η κάθε ομάδα θα αποδεχθεί κάποια πρόταση μέσα από ένα πλέγμα «φίλτρων» που έχουν να κάνουν με το δικό της ξεχωριστό πλαίσιο (αξιακό σύστημα, δεσμεύσεις, μεθοδολογικές παραδοχές κλπ.). Μια πρόταση δηλαδή γίνεται αποδεχτή εφόσον έχει μετασχηματιστεί ώστε να είναι συμβατή με την κουλτούρα της κάθε ομάδας.  


Pierre Roy, Danger on the Stairs1927[1] Πολλές σύγχρονες μελέτες της ιστορίας των εργαστηρίων, για παράδειγμα, ενεργοποιούν έρευνες γλωσσολογικές και αφορούν τις διαδικασίες επικοινωνίας των επιστημόνων μεταξύ τους και με τον «έξω κόσμο».

[2] Ένα παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση παρασκευής φαρμάκων.

[3] Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους χαράσσονται τα όρια ανάμεσα στο «ιδιωτικό» και το «δημόσιο», σε διαφορετική χρονική περίοδο και διαφορετικά εργαστήρια, είναι αντικείμενο μελέτης των ιστορικών των επιστημών.

[4] Έμμεση νομιμοποίηση της νέας γνώσης συντελούνταν και από την πεποίθηση πως τα εργαστήρια παράγουν όχι μόνο επιστημονική -άρα έγκυρη- γνώση αλλά ταυτοχρόνως «χρήσιμη» γνώση. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την πιστοποίηση της χρησιμότητας της νέας γνώσης.

[5] Συναφές με αυτά είναι το πρόβλημα της διαμόρφωσης της έννοιας της «καταλληλότητας» ενός οργάνου για την παραγωγή νέας και έγκυρης γνώσης. Ένα ενδιαφέρον επίσης ερώτημα είναι το πώς τα όργανα μπορούν να οδηγήσουν τους χρήστες να αλλάξουν την πρακτική τους. Τα όργανα δεν είναι απλώς εργαλεία στα χέρια τους, επιδρούν στους χρήστες επαναπροσδιορίζοντας καθημερινές εργαστηριακές ρουτίνες.  ——————————————

Lajos Vajda, Houses in Szentendre Blue Sky1935

NYΑυτόνομη Πρωτοβουλία

Advertisements

113. …ποιο άσυλο;

Maurice de VlaminckΠανεπιστημιακό άσυλο… «Τα τανκς τώρα δικαιώνονται» : (17-11-1991) http://www.iospress.gr/ios1991/ios19911117.htm  ————————–

(…)  «   Αθήνα, 21 Αυγούστου 2013.     ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ –   Ευρεία αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στο κέντρο της Αθήνας.

Τις πρωινές ώρες σήμερα (21.08.2013) πραγματοποιήθηκε ευρεία επιχείρηση, με τη συμμετοχή αστυνομικών από διάφορες υπηρεσίες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, πέριξ (στις οδούς Στουρνάρη, Μπουμπουλίνας, Τοσίτσα κλπ) και εντός των χώρων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, επί της οδού Πατησίων […]   » http://www.hellenicpolice.gr/newsite.php?&lang=

«…μια συντεταγμένη πολιτεία πρέπει να πράττει το αυτονόητο: ευνομία, ευταξία…» (δημ.“αρ”) – για τα «αχούρια», τους «εγκληματίες» κ.ά. ενδεικτικά εδώ: http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=13063:h-lr-&catid=81:kivernisi&Itemid=198

…σ.κ. Α.Π.Θ. http://syndesmosauth.gr/?cat=6  –  http://www.esos.gr/articles/eidisis-tritovathmia-ekpaidefsi

Π.Ο.Σ.Δ.Ε.Π. http://www.posdep.gr/

‘Δίκτυο Πανεπιστημιακών’ : «Υπερασπιζόμαστε το πανεπιστημιακό άσυλο» http://www.alfavita.gr/

——————————–

http://www.poedhn.gr/

egon-schieleΚαταγγελία : http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=234162&catid=3

35-year sentence http://www.democracynow.org/2013/8/22/he_wanted_to_help_america_manning

Syria – http://childrenofsyria.info/  ——————-

Fukushima : http://www.scientificamerican.com/article.cfm?id=radioactive-water-leaks-from-fukushima

steichen.ed

I.A.E.A. : http://www.iaea.org/newscenter/news/2013/daiichistatement.html

http://www.spiegel.de/international/europe/germany-deviates-from-france-and-asserts-itself-on-foreign-policy-a-918211.html

church.indian.school

http://mg.co.za/article/2013-08-16-whistle-blowers-our-new-heroes/

http://www.agelioforos.gr/default.asp?pid=7&ct=1&artid=186227

http://rt.com/news/assad-interview-syria-chemical-989/

αριθμοί : http://www.euro2day.gr/news/economy/article/1127036/ta-mathhmatika-ths-krishs.html

Jozsef Rippl-Ronaihttp://www.wsws.org/el/

«The Egyptian center for public opinion research» (baseera) : http://baseera.com.eg/baseera/recentpolls_en.aspx

Συρία http://omniatv.com/blog/3249-%CE%B7-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22792&subid=2&pubid=63877266

small Planet : http://www.smallplanet.gr/

http://www.reuters.com/article/2013/08/27/us-syria-crisis-idUSBRE97K0EL20130827

Ελληνική συνδρομή για επέμβαση στη Συρία http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_27/08/2013_515606

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/giati-kai-pos-tha-eisbaloyn-oi-ipa-sti-syria

Francis Bacon Figures  Crucifixionμεσοπολεμική ελλάδα  http://www.efsyn.gr/?p=98695

http://pararthma.squat.gr/

R.Fisk- Syria http://www.independent.co.uk/voices/comment/does-obama-know-hes-fighting-on-alqaidas-side-8786680.html

Strike! magazine http://www.strikemag.org/the-summer-of/

28-08-2013 απεργία πείνας από 400 πρόσφυγες. Ορεστιάδα. http://www.antiracismfascism.org/index.php?option=com_content&view=article&id=749:-400

Kim Jong-un’s ex-girlfriend was among a dozen well-known North Korean performers who were executed by firing squad on Aug. 20 http://english.chosun.com/site/data/html_dir/2013/08/29/2013082901412.html

«the Black Budget» http://www.washingtonpost.com/wp-srv/special/national/black-budget/

Syria : http://www.democracynow.org/2013/8/29/syria_debate_does_us_have_the

29-08-2013 εκκένωση της κατάληψης «Αντιβίωση» στα Ιωάννινα https://athens.indymedia.org/

Την Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζονται ο πρώην πρύτανης του ΕΜΠ, Κ. Μουτζούρης για τη λειτουργία του Indymedia και ο Σάββας Μιχαήλ μέλος του ΕΕΚ, με τις κατηγορίες της  «συκοφαντικής δυσφήμισης», «διέγερσης πολιτών σε βιαιοπραγίες και αμοιβαία διχόνοια » και «διατάραξης κοινής ειρήνης» με αφορμή αντιφασιστική προκήρυξη του EEK τον Mάιο του 2009 […] 

Αλλος ένας «τυχαίος» θάνατος στις Φυλακές Γρεβενών… http://www.efsyn.gr/?p=100888

Georg GroszGranma (Cuba) http://www.granma.cu/ingles/cuba-i/cuba-i.html

Κέντρο Μεσογειακών Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών http://www.cemmis.edu.gr/

ΕΕΚ http://www.eek.gr/

USA- Syria http://prin.gr/?p=1754

Αίγυπτος : http://epohi.gr/portal/diethni/14623-aigyptos3a-pros-palinorthosi-toy-palaioy-kathestotos3b

δίκη 03-09 : http://enthemata.wordpress.com/2013/09/01/bournazos-49/

Πρόκειται για μία απόπειρα ποινικοποίησης κάθε αντιφασιστικής έκφρασης. ΙΟΣ http://www.efsyn.gr/?p=103260

«Δεν είναι παιδαγωγικώς και ηθικώς αποδεκτό να επιβραβεύεται μέσα στο σχολείο η οκνηρία και σε τελική ανάλυση δεν είναι δίκαιο ορισμένοι μαθητές nullo labore να βρίσκονται στην επόμενη τάξη με μαθησιακά κενά» […] «λόγω του ότι δεν διαθέτουν την προαπαιτούμενη γνωστική επάρκεια νιώθουν μειονεκτικά», αλλά δεν είναι δίκαιο και για τους συμμαθητές τους διότι αυτοί, οι nullo labore, «παρακωλύουν την απρόσκοπτη μάθηση των άλλων»… http://epohi.gr/portal/politiki/14639-nullo-labore2ae280a6-o-kathe-katergaris-ston-pagko-toy21

Τα Νοσοκομεία παρέχουν υπηρεσίες υγείας σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτου χρώματος δέρματος και καταγωγής και δεν κάνουν ρατσιστικές διακρίσεις μεταξύ Ελλήνων και αλλοδαπών. Ως εκ τούτου άνθρωποι με αντίθετη ιδεολογία και ρατσιστικές αντιλήψεις δεν είναι ευπρόσδεκτοι στις κινητοποιήσεις που γίνονται στην είσοδο του Νοσοκομείου.      Σωματείο εργαζομένων ΓΝΔΑ «Η Αγία Βαρβάρα» http://sinialo.espivblogs.net/

ΚΑΜΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ – να σταματήσει η μηχανή του πολέμου.

Josef Scharl, The Massacre of the Innocents1942«η al qaeda και ένας ψεύτης πρόεδρος» http://info-war.gr/

Map of attacks on migrants in Athens http://map.crisis-scape.net/

Πολλά χρόνια πριν τα πρώτα σύννεφα της κρίσης σκεπάσουν τον ελληνικό ουρανό, στις πιο ένδοξες στιγμές και στις πιο ανιαρές ημέρες της ελληνικής κοινωνίας δρομολογούταν με ζήλο η υποτίμηση της εργασίας και της ζωής των μεταναστών/τριών. http://crisis-scape.net/blog/item/152-impossible-biographies

On the other hand there now exists a social condition very much resembling the ruins of literal post-war societies: suicides, mass lay-offs, sky-rocketing unemployment, vast impoverishment and outright violence in the streets of Athens have become, with little exaggeration, the new normal. http://www.opendemocracy.net/opensecurity/antonis-vradis/crisis-of-presence-war-on-greek-cities

[…] Σε εποχές τόσο βαθιάς γενικευμένης κρίσης υπάρχει συμπύκνωση του ιστορικού χρόνου. Ότι χθες ήθελε χρόνια και δεκαετίες για να εμφανιστεί, σήμερα θέλει λίγους μήνες. Η αντιπαράθεση με τον φασισμό έχει μία ιστορική πολιτική διάσταση. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με κάποια ισχυρή αντιρατσιστική νομοθεσία που θα περιορίζει την ελευθερία λόγου. Είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο θα γίνει όπλο εναντίον του δικού μας ταξικού στρατοπέδου. Οι κατηγορίες που φορτώνουν στους συντρόφους μας οι κρατικές αρχές θα μπορούσαν να τις εξαπολύσουν και στους χρυσαυγίτες, κάτι που ποτέ δεν πραγματοποιείται. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να καλλιεργούνται τέτοιες αυταπάτες για την ταξική φύση του Κράτους και της Δικαιοσύνης. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σημαίνει ότι παραιτούμαστε από την διεκδίκηση και των ελάχιστων δημοκρατικών ελευθεριών. H αντιφασιστική πάλη δεν μπορεί να διεξαχθεί με μια προσπάθεια να στριμωχτεί όλη η αριστερά στο συνταγματικό τόξο και την αστική νομιμότητα σε «δημοκρατικό μέτωπο» με τις δυνάμεις του ταξικού αντίπαλου που έχουν φέρει σε πέρας την πιο βαθιά κοινωνική καταστροφή. Καμία τύχη δεν θα έχει εκείνο το κομμάτι της αριστεράς που αποποιείται μια ειδική, μαχητική αντιπαράθεση με τον φασισμό, στο όνομα της συνολικής πάλης ενάντια στον καπιταλισμό.
René Magritte, Return of the Flame1943Μπορεί ο σαπισμένος ελληνικός καπιταλισμός να ξερνά νεοναζιστές, αλλά παράλληλα γεννά και τους σύγχρονους νεκροθάφτες του. Το συνειδητό τμήμα των καταπιεσμένων που δεν επέλεξαν τον δρόμο της ατομικής λύσης, αλλά όρθωσαν το ανάστημα τους απέναντι στα μέτρα ταξικού πολέμου, εκείνο το κομμάτι της νεολαίας που δεν έλκεται από την λοβοτομημένη καγκουριά της χρυσής αυγής και εδώ και κάμποσα χρόνια είναι σε ανοιχτή μετωπική σύγκρουση με το σύστημα. Όλες οι δυνάμεις του οργανωμένου εργατικού κινήματος, οι δυνάμεις της αριστεράς και της αναρχίας οφείλουμε να κάνουμε αποτελεσματική χρήση του χρόνου που μας έχει απομείνει και να αντιληφθούμε ότι η συντριβή του φασισμού είναι αποκλειστικά δική μας υπόθεση.  […] http://komepd.wordpress.com/

SHARE http://www.share-eu.org/node/61

————————————————–

«The Concept of Race» (R. C. Lewontin – University of California .tv) : youtube.com/watch?v=JvG1ylKhzoo

plateau Simone Signoret Michel Foucault : http://www.ina.fr/video/CAB8201425101/plateau-simone-signoret-michel-foucault-video.html

representative

Cyborg  http://www.egs.edu/faculty/donna-haraway/articles/donna-haraway-a-cyborg-manifesto/

university.athens73Αυτόνομη Πρωτοβουλία

112. ιστορία των ιδεών γύρω από την επιστημονική μέθοδο (i)

Ιστορία των ιδεών γύρω από την επιστημονική μέθοδο: οι μεταβολές στις αντιλήψεις έως τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο.

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue FoundationΕάν δεχθούμε πως η «φιλοσοφία της επιστήμης» αποτελεί έναν λόγο (δεύτερης τάξης) περί «κριτηρίων»[1], τότε θα πρέπει να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ερωτήσεις όπως είναι οι εξής: ποια χαρακτηριστικά διακρίνουν την «επιστημονική» έρευνα από άλλα είδη έρευνας; Υπάρχουν συγκεκριμένες «μέθοδοι» τις οποίες οφείλουν να ακολουθούν οι επιστήμονες; Ποιες συνθήκες πρέπει να πληρούνται ώστε να χαρακτηριστεί μια «επιστημονική ερμηνεία» «ορθή»; Ποιο είναι το «γνωστικό υπόβαθρο» των επιστημονικών νόμων και αρχών;

  1. i. Αριστοτέλης.

Θα ξεκινήσουμε την ιστορία μας από τον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.).[2]

Η «επαγωγική-απαγωγική» μέθοδος του Αριστοτέλη συνίσταται στο εξής αίτημα: ο επιστήμονας «επάγεται» (δηλαδή συνάγει επαγωγικώς) ερμηνευτικές αρχές από τα φαινόμενα, και ακολούθως «παράγει» προτάσεις για τα φαινόμενα αυτά εκκινώντας από υποθέσεις τις οποίες εμπεριέχουν οι αρχές αυτές. Κατά συνέπεια η «επιστημονική ερμηνεία» είναι μια μετάβαση από τη γνώση (παρατήρηση) ενός συμβάντος στη γνώση (κατανόηση) των αιτίων που το προκάλεσαν.

Για τον Αριστοτέλη κάθε ατομικό ιδιαίτερο ον συνίσταται στην ένωση «μορφής» και «ύλης»: η ύλη είναι αυτό που κάνει ένα ιδιαίτερο ον ένα μοναδικό ατομικό ον και η μορφή είναι εκείνο που καθιστά το ιδιαίτερο ον μέλος μιας τάξης όμοιων όντων. Τα όμοια όντα μοιράζονται κοινές ιδιότητες. Οι γενικεύσεις που αφορούν τις μορφές συνάγονται επαγωγικώς από τις εμπειρίες των αισθήσεων.

George Inness.Fisherman in a StreamΈχουμε δύο ειδών επαγωγές (πορεία από ατομικές σε γενικές προτάσεις): το 1ο είδος επαγωγής είναι μια απαρίθμηση: προτάσεις για επιμέρους ατομικά όντα ή συμβάντα (ή «είδη», σε ένα υψηλότερο επίπεδο) αποτελούν βάση μιας γενίκευσης που αφορά το «είδος» (ή το «γένος»). Δηλαδή: ό,τι παρατηρείται ότι ισχύει για πολλά ιδιαίτερα όντα (ή είδη) με τη γενίκευση το συμπέρασμα είναι ότι αληθεύει για ολόκληρο το είδος (ή το γένος).

Το 2ο είδος επαγωγής αφορά μια «κατευθείαν διαισθητική» γνώση εκείνων των γενικών αρχών οι οποίες εμφανίζονται ως χαρακτηριστικές στα φαινόμενα. Πρόκειται δηλαδή για «ενόραση»: μια ικανότητα να διακρίνουμε, να βλέπουμε αυτό που είναι «ουσιώδες» στα δεδομένα της εμπειρίας των αισθήσεων[3].

Στο στάδιο της «απαγωγής» κατά την επιστημονική έρευνα, οι γενικεύσεις που παράχθηκαν με την επαγωγή χρησιμοποιούνται ως υποθέσεις για την παραγωγή προτάσεων που αφορούν τις αρχικές παρατηρήσεις. Ο Αριστοτέλης έθεσε έναν περιορισμό στα είδη των προτάσεων που μπορούν να εμφανίζονται ως συμπεράσματα απαγωγικών (παραγωγικών) επιχειρημάτων στην επιστήμη: επέτρεψε εκείνες μόνο τις προτάσεις οι οποίες βεβαιώνουν ότι μια τάξη (Α) περικλείεται μέσα (ή αποκλείεται από) μια δεύτερη τάξη (Β), δηλαδή επέτρεψε τις προτάσεις: «όλα τα Α είναι Β» που οδηγούν στη σχέση «το Α περιέχεται εξολοκλήρου στο Β». Για τον Αριστοτέλη μια «αληθής» επιστημονική ερμηνεία πρέπει να δίνεται με τη βοήθεια προτάσεων αυτού του τύπου. «όλα τα (μ) είναι (β)», όλα τα (α) είναι (μ), επομένως όλα τα (α) είναι (β): β είναι ο «μείζον» όρος, α είναι ο «ελάσσων» και μ ο «μέσος» όρος του συλλογισμού. Ο Αριστοτέλης έδειξε πως αυτός ο τύπος συλλογισμού ισχύει: εάν είναι αληθές ότι κάθε Α περιέχεται στο Μ και ότι κάθε Μ περιέχεται στο Β, τότε θα πρέπει επίσης να είναι αληθές ότι κάθε Α περιέχεται στο Β[4].

Rudolf Schlichter.Portrait.Karola Neher1929Διαφορετικά επιχειρήματα είναι δυνατόν να προκύψουν όταν επιλέγονται διαφορετικοί «μέσοι όροι», και ορισμένα επιχειρήματα είναι «ικανοποιητικότερα» από άλλα… Το ουσιώδες εδώ είναι το σύνολο των «προκείμενων». Για τον Αριστοτέλη οι προκείμενες μιας ικανοποιητικής ερμηνείας πρέπει να είναι αληθείς: αποκλείονται επομένως εκείνοι οι (ισχύοντες) συλλογισμοί οι οποίοι έχουν αληθή συμπεράσματα μεν αλλά ψευδείς προκείμενες.

Η απαίτηση οι προκείμενες να είναι αληθείς είναι μια από τις τέσσερις «υπερ-λογικές» απαιτήσεις. Οι υπόλοιπες τρεις είναι οι εξής: οι προκείμενες πρέπει να είναι μη αποδείξιμες, καλύτερα γνωστές από το συμπέρασμα, και αιτίες του προσδιορισμού που γίνεται στο συμπέρασμα.

Το θεμελιώδες για τον Αριστοτέλη είναι σε κάθε επιστήμη να υπάρχουν κάποιες αρχές οι οποίες να μην μπορεί να παραχθούν από άλλες πιο βασικές αρχές[5]. Οι πλέον «γενικοί νόμοι» μιας επιστήμης (καθώς και οι ορισμοί που καθορίζουν το νόημα των ιδιαίτερων προσδιορισμών αυτής της επιστήμης) είναι «μη αποδείξιμοι».

Η απαίτηση οι προκείμενες να είναι «καλύτερα γνωστές» από το συμπέρασμα παραπέμπει στην επιμονή του Αριστοτέλη οι πρώτες αρχές μιας απόδειξης να είναι τουλάχιστον το ίδιο προφανείς όσο και τα συμπεράσματα που βγάζουμε από αυτές.

Η απαίτηση της «αιτιώδους» συσχέτισης είναι η σημαντικότερη. Είναι δυνατόν να κάνουμε ισχυρούς συλλογισμούς με αληθείς προκείμενες με τέτοιον τρόπο που οι προκείμενες να μην πετυχαίνουν να αποδώσουν την αιτία του προσδιορισμού που γίνεται στο συμπέρασμα. Ποιο μπορεί να είναι ένα κριτήριο διάκρισης των αιτιωδών από τις τυχαίες συσχετίσεις; Ο Αριστοτέλης υπέδειξε ότι σε μια αιτιώδη σχέση ο προσδιορισμός πρέπει: (α) να είναι αληθής για κάθε χαρακτηριστική περίπτωση του υποκειμένου, (β) να είναι αληθής ακριβώς για το υποκείμενο το ίδιο και όχι ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, (γ) να είναι «ουσιώδης» για το υποκείμενο. Η (α) απαίτηση επιδιώκει να απαλείψει κάθε σχέση για την οποία υπάρχουν εξαιρέσεις. Το κριτήριο αυτό ωστόσο μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η τάξη των υποκειμένων μπορεί να απαριθμηθεί πλήρως ‘ αντιθέτως, για την πλειοψηφία των αιτιωδών σχέσεων το πεδίο προσδιορισμού είναι ανοιχτό. Όσον αφορά τέλος την τρίτη απαίτηση του Αριστοτέλη, ο ίδιος δεν μπόρεσε να ορίσει ένα γενικό κριτήριο για να αποφασίζουμε ποιοι προσδιορισμοί είναι «ουσιώδεις».

John Henry Twachtman.new-york-harborΠαρόλη την έλλειψη ρητής απόδοσης ουσιωδών κατηγορημάτων, κάθε επιστήμη φαίνεται να έχει ένα δικό της χαρακτηριστικό γένος υποκειμένων… (Για παράδειγμα η φυσική αφορά σώματα που αλλάζουν θέση στο χώρο, επομένως ορισμένα χαρακτηριστικά κατηγορήματα, ανάμεσα σε άλλα, του γένους των υποκειμένων της φυσικής είναι η θέση, η αντίσταση και η ταχύτητα..). Μια ικανοποιητική λοιπόν ερμηνεία ενός φαινομένου οφείλει να κάνει χρήση των κατηγορημάτων εκείνης της επιστήμης στην οποία «ανήκει» το φαινόμενο (επομένως δεν θα ήταν χρήσιμο ένα βιολογικό κατηγόρημα για την ερμηνεία της κίνησης ενός βλήματος).

Μια ιδιαίτερη επιστήμη είναι μια παραγωγικά (απαγωγικά) οργανωμένη ομάδα προτάσεων. Στο «υψηλότερο» επίπεδο γενικότητας συναντάμε τις «πρώτες αρχές» κάθε απόδειξης: (1) ‘αρχή της ταυτότητας’, (2) αρχή της ‘μη αντίφασης’, (3) αρχή του ‘αποκλειόμενου μέσου’[6]. Στο επόμενο επίπεδο γενικότητας θα βρούμε τους ορισμούς και τις πρώτες αρχές της συγκεκριμένης ιδιαίτερης επιστήμης: είναι τα σημεία εκκίνησης για κάθε απόδειξη, οι πιο γενικές αληθείς προτάσεις που μπορούν να διατυπωθούν για τα συναφή κατηγορήματα της εν λόγω επιστήμης, είναι προκείμενες για την παραγωγή συσχετίσεων σε χαμηλότερα επίπεδα γενικότητας..

Για τον Αριστοτέλη υφίσταται ακόμη μια απαίτηση για τις επιστημονικές ερμηνείες: μια επαρκής ερμηνεία κάποιας συσχέτισης πρέπει να αναφέρεται και στις τέσσερις πλευρές της σχέσης αιτίου-αιτιατού: το να περιγράψουμε την «μορφική αιτία» σημαίνει να καθορίσουμε (γενίκευση) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιείται αλλαγή της μορφής ‘ «υλική αιτία» είναι εκείνη η ουσία που υφίσταται την εν λόγω αλλαγή ‘ η «κινούσα αιτία» αφορά την κίνηση, ενώ η «τελική αιτία» αφορά το «τέλος» δηλαδή τον σκοπό («τελεολογική» είναι μια ερμηνεία που καταλήγει στην έκφραση «με το σκοπό να»…). Ο Αριστοτέλης υπέθεσε ως αναγκαίες τις τελεολογικές ερμηνείες όχι μόνο για ζώντες οργανισμούς αλλά ακόμη και για τις κινήσεις των άψυχων όντων.

ed.munch-stormy.night.1893Οι τελεολογικές ερμηνείες δεν προαπαιτούν ενσυνείδητη εκλογή και στόχευση, ωστόσο προϋποθέτουν πως μια μελλοντική κατάσταση προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μια παρούσα κατάσταση εκτυλίσσεται. Με άλλα λόγια η μελλοντική κατάσταση -θα λέγαμε- «έλκει» την διαδοχή εκείνη των καταστάσεων που τελικώς οδηγούν σε αυτή…

Επιδίωξη του Αριστοτέλη, εκτός από τον προσδιορισμό των αντικειμένων κάθε ιδιαίτερης επιστήμης, υπήρξε και η διάκριση ανάμεσα στα «εφαρμοσμένα» μαθηματικά και στα «καθαρά» μαθηματικά τα οποία ασχολούνται με αριθμούς και αφηρημένα σχήματα. Ενώ το αντικείμενο της «εμπειρικής» επιστήμης είναι η «μεταβολή», το αντικείμενο των καθαρών μαθηματικών είναι εκείνο που «δεν μεταβάλλεται»[7]. Οι καθαρές αυτές μαθηματικές μορφές δεν έχουν αντικειμενική ύπαρξη.

Η γνήσια επιστημονική γνώση έχει την υπόσταση αναγκαίας αλήθειας ‘ οι επιστημονικοί νόμοι εκφράζουν αναγκαίες αλήθειες. Οι πρώτες αρχές των επιστημών (αντικατοπτρίζουν σχέσεις μέσα στη φύση) και οι συνέπειες που απορρέουν από αυτές δεν μπορούν παρά να είναι αληθινές.


[1] Από τα «γεγονότα» στην «ερμηνεία» τους και από εκεί στην ανάλυση των μεθόδων και της «λογικής» της επιστημονικής έρευνας.

[2] Η πρώτη «φιλοσοφία της επιστήμης»…

[3] Πρόκειται για μια όραση και οξυδέρκεια που χαρακτηρίζει τον «ταξινόμο». Η ικανότητα αυτή υποθέτουμε αποκτάται έπειτα από πολύ μακρά εμπειρία.

[4] …ανεξάρτητα από το ποιες τάξεις συμβολίζονται με Α, Β και Μ. Η ισχύς του επιχειρήματος καθορίζεται μόνο από τη σχέση ανάμεσα στις υποθέσεις και το συμπέρασμα.

[5] Με την απαίτηση αυτή αποφεύγεται μια αναδρομή επ’ άπειρον κατά την (επιστημονική) ερμηνεία.

[6] Αυτές οι 3 αρχές εφαρμόζονται σε όλα τα παραγωγικά επιχειρήματα.

[7] Στα καθαρά αυτά μαθηματικά, αφαιρούνται από τις φυσικές καταστάσεις ορισμένες πλευρές ποσοτικές και μελετώνται αποκλειστικά οι σχέσεις ανάμεσά τους.  ———————————————————

manray_dada

  1. ii. Πυθαγόρας – Πλάτων – Πτολεμαίος

Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της «πυθαγόρειας» αντίληψης αυτό που είναι «πραγματικό» είναι η μαθηματική αρμονία, πανταχού παρούσα στην φύση: αυτή είναι η θεμελιώδης δομή του σύμπαντος. Όπως θα δηλώσει πολύ αργότερα και ο Γαλιλαίος, το σύμπαν, αυτό το «μεγάλο βιβλίο» είναι γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών και «οι χαρακτήρες του είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα».[1]

Η σκέψη του Πλάτωνα (428 -348π.Χ.) θα οδηγήσει από τα εφήμερα φαινόμενα σε μια θεώρηση των αφηρημένων ιδεών και των καθαρών γεωμετρικών σχέσεων. Η βαθύτερη «γνώση» κατακτάται εφόσον με την απομάκρυνση από τα δεδομένα της εμπειρίας των αισθήσεων αποκαλυφθεί η «υποκείμενη» ορθολογική τάξη. Για τους «πλατωνιστές» αυτό που πρέπει να αποκαλυφθεί είναι το «σχέδιο» που βρίσκεται «κρυμμένο μέσα» στα φαινόμενα. Ένας από τους λόγους που η πυθαγόρεια αντίληψη επέζησε ανά τους αιώνες στην χριστιανική δύση είναι ακριβώς η «σύνθεση» του πλατωνικού Τίμαιου με την Αγία Γραφή: ο Πλάτων περιέγραφε την «δημιουργία» του σύμπαντος από έναν Δημιουργό ο οποίος επέβαλε πάνω σε μια άμορφη ακατέργαστη «πρώτη ύλη» ένα «μαθηματικό σχέδιο».[2] Αυτή την ερμηνεία του πλατωνικού έργου την οικειοποιήθηκαν χριστιανοί διδάσκαλοι και ταύτισαν αυτή την μαθηματική δόμηση με το δικό τους «θεϊκό» σχέδιο.

Για τους πυθαγόρειους οι μαθηματικές σχέσεις εξηγούν «γιατί τα πράγματα είναι έτσι όπως είναι». Για τους αντιπάλους αυτής της άποψης, το να επιβάλλεις μαθηματικές υποθέσεις στα φαινόμενα είναι μεν ένας τρόπος «να σώζεις τα φαινόμενα», αυτό όμως είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να «εξηγείς» (με κάποια θεωρία που αφορά τη δομή του σύμπαντος) «γιατί» τα φαινόμενα είναι αυτά που είναι.[3]

j.williams-waterhouseΟ Πτολεμαίος (100-178μ.Χ.) θα επινοήσει μια σειρά μαθηματικών προτύπων (ένα για κάθε πλανήτη) με τη χρήση επίκυκλων και φερόντων κύκλων, τα οποία αναπαρήγαγαν υποτίθεται την φαινόμενη κίνηση των πλανητών (ως προς το ζωδιακό κύκλο). Παρατήρησε πως για να σωθούν τα φαινόμενα αυτά μπορούσαν να κατασκευαστούν περισσότερα από ένα μαθηματικά πρότυπα.[4] Λόγω της μαθηματικής αυτής ισοδυναμίας ο αστρονόμος μπορούσε να κάνει χρήση οποιουδήποτε από αυτά τα πρότυπα. Το ζητούμενο για την παράδοση που ακολουθούσε τον Πτολεμαίο επομένως, δεν ήταν η κατάστρωση θεωριών που να εξηγούν τις πραγματικές κινήσεις των πλανητών, παρά η κατασκευή μαθηματικών μοντέλων.[5]


[1] Οι μουσικές αρμονίες για τους πρώτους πυθαγόρειους συνυφαίνονται με την «αρμονία των σφαιρών», τις βρίσκουμε μέσα στο σύμπαν.

[2] Για τον Πλάτωνα (Τίμαιος) τα πέντε στοιχεία του κόσμου (με βάση ιδιότητες όπως η διεισδυτικότητα και η σταθερότητα) αντιστοιχούν σε πέντε κανονικά πολύεδρα: στη φωτιά το τετράεδρο, στη γη ο κύβος, στον αέρα το οκτάεδρο, στο νερό το εικοσάεδρο και στην ουράνια ύλη το δωδεκάεδρο. Η ερμηνεία των ιδιοτήτων της ύλης, με έναν τρόπο που προσεγγίζει την πυθαγόρεια παράδοση, γίνεται μέσω γεωμετρικών σχημάτων.

[3] Η διάκριση φυσικά αληθών θεωριών από μαθηματικές υποθέσεις που «σώζουν τα φαινόμενα» πρωτοεμφανίζεται τον 1ο αιώνα π.Χ. (Geminus): είναι διαφορετική η προσέγγιση του «φυσικού», ο οποίος παράγει τις συμπεριφορές των ουρανίων σωμάτων από τις ουσιώδεις φύσεις τους και άλλη η προσέγγιση του «αστρονόμου» ο οποίος παράγει τις κινήσεις τους από μαθηματικά σχήματα και υποθέσεις.

[4] Έτσι για παράδειγμα, το πρότυπο του επίκυκλου και του φέροντος κύκλου ήταν «ισοδύναμο» με το πρότυπο του κινούμενου έκκεντρου κύκλου.

[5] Για τον Πτολεμαίο το περίπλοκο σύστημα κύκλων από αποκάλυπτε την δομή της φυσικής πραγματικότητας. Ο νεοπλατωνιστής Πρόκλος τον 5ομ.Χ. αιώνα θα παραπονεθεί πως οι αστρονόμοι αντί να παράγουν εύλογα συμπεράσματα από προφανή αξιώματα σε συμφωνία με το πλατωνικό πρότυπο γεωμετρίας, διατυπώνουν απλώς μαθηματικές υποθέσεις ώστε να τακτοποιήσουν τα φαινόμενα. Ο ίδιος πίστευε πως η αριστοτέλεια αρχή ήταν σωστή: κάθε απλή κίνηση είναι είτε κίνηση γύρω από το κέντρο του σύμπαντος είτε κίνηση προς ή μακριά από αυτό.  ————

Jean-Michel Atlan (1913-1960)cobraMov

  1. iii. Η απαγωγική συσχέτιση αξιωμάτων-θεωρημάτων

Στην αρχαία γραμματεία κυρίαρχη υπήρξε η άποψη πως μια ολοκληρωμένη επιστήμη όφειλε να στηρίζεται σε ένα «απαγωγικό» σύστημα προτάσεων. Αυτή η απαγωγική (παραγωγική) συστηματοποίηση είχες τρεις πλευρές: (α) τα αξιώματα και τα θεωρήματα συσχετίζονται απαγωγικά (παραγωγικά), (β) τα ίδια τα αξιώματα είναι προφανείς αλήθειες, (γ) τα θεωρήματα συμφωνούν με τις παρατηρήσεις.

Ο Ευκλείδης και ο Αρχιμήδης χρησιμοποίησαν δύο κύριες τεχνικές για να αποδείξουν τα θεωρήματα από τα αξιώματά τους: (1) την «εις άτοπο απαγωγή» και (2) την «μέθοδο της εξάντλησης». Η «εις άτοπον απαγωγή» για την απόδειξη ενός θεωρήματος Θ συνίσταται στο να υποθέσουμε ότι το «μη- Θ» είναι αληθές και στην συνέχεια να λάβουμε από το «μη-Θ» και τα (αληθή) αξιώματα του συστήματος μια πρόταση καθώς και την άρνησή της: εφόσον παράγονται λοιπόν με τον τρόπο αυτό δύο αντιφατικές προτάσεις, τότε το θεώρημα Θ θα πρέπει επίσης να αληθεύει. Η «μέθοδος της εξάντλησης» αποτελεί μια γενίκευση των ανωτέρω: δείχνουμε ότι κάθε δυνατή πρόταση αντίθετη με ένα θεώρημα έχει συνέπειες που είναι ασύμβατες με τα αξιώματα του συστήματος.

Η δεύτερη απαίτηση της «απαγωγικής συστηματοποίησης»: τα ίδια τα αξιώματα να είναι προφανείς αλήθειες, είναι σύμφωνη και με την Αριστοτελική άποψη πως οι «πρώτες αρχές» των επιστημών είναι αναγκαίες αλήθειες, και με την πυθαγόρεια αντίληψη πως στη φύση υπάρχουν μαθηματικές σχέσεις που «υπόκεινται στα φαινόμενα». Εντούτοις, εκείνοι οι οποίοι ακολούθησαν την παράδοση που ονομάσαμε «σώζειν τα φαινόμενα» κινήθηκαν αντίθετα: για να σώσουν τα φαινόμενα ήταν αρκετό οι απαγωγικές συνέπειες των αξιωμάτων να συμφωνούν με την εμπειρία και τις παρατηρήσεις: το ότι τα ίδια τα αξιώματα μπορεί να είναι αβάσιμα -ή ακόμη και ψευδή- θεωρείται άσχετο…

Childe HassamΗ τρίτη απαίτηση της «απαγωγής» θέλει το απαγωγικό σύστημα να έχει γείωση στην πραγματικότητα. Επαφή όμως με την εμπειρία σημαίνει αναφορά (κάποιων τουλάχιστον όρων του συστήματος) σε αντικείμενα ή/και σχέσεις του εξωτερικού κόσμου, σημαίνει πιθανά χρήσιμες πρακτικές εφαρμογές.

Όπως διαπιστώσαμε στα προηγούμενα, είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται μια παράδοση φιλοσοφική, στην οποία ανάμεσα στις ατακτοποίητες πολυπλοκότητες των φαινομένων και στην αιώνια καθαρότητα των τυπικών σχέσεων αυτό που υφίσταται είναι η αντίθεση. Παράλληλα με αυτά πολλοί υιοθετούσαν μια οντολογία στο εσωτερικό της οποίας το βασίλειο της εμπειρίας και των φαινομένων δεν αποτελεί παρά ένα «είδωλο» ή μια «απομίμηση» του πραγματικού κόσμου (Πλάτων)…[1]


[1] Είναι η απαρχή ενός δυϊσμού που θα έχει πολύ μακρά ιστορία.  —————————————-

  1. iv. Ο ατομισμός

Για τους «ατομιστές» (όπως είναι ο Δημόκριτος και ο Λεύκιππος) η σχέση ανάμεσα στην φαινομενική όψη των πραγμάτων και στην «πραγματικότητα» δεν είναι σχέση ανάμεσα σε ένα (ατελές) αντίγραφο και τον πρωτογενή κόσμο ‘ θα λέγαμε μάλλον ότι τα αισθητηριακά δεδομένα και οι σχέσεις στον πραγματικό κόσμο είναι «διαφορετικού είδους».

Αυτό που είναι «πραγματικό» σύμφωνα με τους ατομιστές είναι η κίνηση των ατόμων μέσα στο κενό: αυτή είναι που δημιουργεί όλες τις αντιληπτικές μας εμπειρίες. Επιπλέον, τα άτομα τα ίδια έχουν μόνον τις εξής ιδιότητες: μέγεθος, σχήμα, κίνηση, τάση να δημιουργούν συνενώσεις και τέλος είναι αδιαπέραστα. Τα άτομα δεν υποδιαιρούνται.

Όλες λοιπόν οι αλλαγές που παρατηρούμε και αισθανόμαστε οφείλονται σε συνενώσεις και διαχωρισμούς των ατόμων.

coal.dock.workers1875Η ιδέα των ατομιστών πως οι παρατηρούμενες μεταβολές ερμηνεύονται με αναφορά σε διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε ένα περισσότερο στοιχειώδες επίπεδο οργάνωσης ‘ η συνειδητοποίηση επίσης ότι δεν ερμηνεύουμε επαρκώς τις ποιότητες σε ένα επίπεδο θέτοντας απλά ως προϋπόθεση ότι οι ίδιες ακριβώς ποιότητες και διαδικασίες υφίστανται και σε ένα βαθύτερο επίπεδο[1], αυτές οι ιδέες αποδείχθηκαν ισχυρές και διήρκεσαν στον χρόνο.

Οι ατομιστές πρέπει να σημειώσουμε [αναγωγή των ποιοτικών μεταβολών στο ατομικό επίπεδο], συμφωνούσαν με τους πυθαγόρειους ότι οι ερμηνείες που δίνουμε οφείλουν να στηρίζονται σε γεωμετρικές και μαθηματικές σχέσεις.[2]


[1] Για παράδειγμα δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα χρώματα των αντικειμένων αποδίδοντας πλώς χρώματα στα άτομα…

[2] Εκείνο το οποίο θα προκαλέσει τις σοβαρότερες αντιστάσεις εις βάρος των ατομιστών είναι ο καθαρός «υλισμός» τους: η ερμηνεία και των αισθήσεων αλλά και της σκέψης με τη βοήθεια κινήσεων ατόμων.  ———————————————————-

Stefan_Dimitrescu.Targ_la_Saliste1. v. Η μέθοδος του Αριστοτέλη στον Μεσαίωνα

Τα κείμενα του Αριστοτέλη για την επιστήμη και την μέθοδο που προσιδιάζει σ’ αυτήν, ξεκίνησαν να μεταφράζονται εντατικά και συστηματικά στις αρχές του 12ου αιώνα: η μετάφραση γινόταν από αραβικές και ελληνικές πηγές στα λατινικά.[1] Η επίδραση αυτού του έργου υπήρξε εντυπωσιακή ‘ σε πάρα πολλές περιπτώσεις και για πολλές γενιές μελετητών παρουσιάσεις ερευνών μέσα σε κάποια επιστήμη είχαν την μορφή σχολίων επάνω σε αντίστοιχες μελέτες του Αριστοτέλη, ενώ πολλά από τα «προβλήματα» που ερευνούνταν είχαν ήδη διατυπωθεί από εκείνον…

Ο Robert Grosseteste (1168-1253) και ο μαθητής του Roger Bacon (1214-1292) –δύο συγγραφείς με μεγάλη επιρροή σε θέματα επιστημονικής μεθόδου την εποχή αυτή- επιβεβαίωσαν το επαγωγικό-απαγωγικό πρότυπο του Αριστοτέλη. Οι ερμηνευτικές αρχές πρέπει να προκύπτουν επαγωγικά από τις παρατηρήσεις…

Οι μελετητές του μεσαίωνα επιδίωξαν να προσθέσουν νέες επαγωγικές τεχνικές για την ανακάλυψη αυτών των αρχών. Ο Duns Scottus (1265-1308) θα επεξεργαστεί μια μέθοδο που είναι γνωστή ως «μέθοδος της συμφωνίας»: αναλύουμε ένα πλήθος περιπτώσεων στις οποίες λαμβάνει χώρα ένα συγκεκριμένο συμβάν. Η μέθοδος συνίσταται στο να  καταγράφουμε τις διαφορετικές συνθήκες που υφίστανται κάθε φορά που παρουσιάζεται το εν λόγω συμβάν και να ψάχνουμε ποια είναι παρούσα σε κάθε περίσταση. Εάν αυτή βρεθεί τότε ο ερευνητής δικαιούται να υποθέσει ότι το συμβάν αυτό είναι αποτέλεσμα αυτής της αιτίας. Πρόκειται ασφαλώς για μετριοπαθή ισχυρισμό: το μέγιστο που μπορεί κάποιος να συμπεράνει είναι μια «ενδεικτική ένωση» ανάμεσα σε ένα αποτέλεσμα και την συνοδό συνθήκη – πρόκειται για μια πιθανότητα και όχι για μια αναγκαιότητα.

j.lefebvre-Lady_godivaΟ Danus Scotus μπορούμε να διαπιστώσουμε πως τελικώς υπέσκαψε την εμπιστοσύνη στην επαγωγή. Σ’ αυτό βοήθησε και η πίστη του στον Θεό: αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει οτιδήποτε δεν εμπεριέχει αντίφαση, εάν επιθυμεί μπορεί να απλοποιήσει μια κανονικότητα ώστε να παραχθεί το αποτέλεσμα άμεσα χωρίς καν την παρουσία της συνήθους αιτίας… Γι’ αυτό το λόγο η «μέθοδος της συμφωνίας» δύναται να δώσει μόνο ενδεικτικές ενώσεις…

Ένθερμος υποστηρικτής της παντοδυναμίας του Θεού υπήρξε και ο William of Ockham: μπορεί να πραγματοποιήσει οτιδήποτε χωρίς αντίφαση… Ο Ockham διατύπωσε τη δική του «μέθοδο της διαφοράς»: συγκρίνουμε δύο περιστάσεις, μια όπου το συμβάν είναι παρόν και μια όπου απουσιάζει. Εάν μπορεί να δειχθεί ότι όταν το συμβάν είναι παρόν υπάρχει παρούσα και μια συνθήκη η οποία απουσιάζει όταν απουσιάζει και το συμβάν τότε μπορεί (και πάλι πιθανότητα όχι βεβαιότητα) η συνθήκη αυτή να είναι η αιτία του συμβάντος.


[1] Έως τα τέλη του 13ου αιώνα είχε μεταφραστεί σχεδόν ολόκληρο το έργο του.  ——————————-

Οι Grosseteste και R.Bacon θα προσθέσουν στην επαγωγική-απαγωγική μέθοδο του Αριστοτέλη ένα ακόμη σημαντικό στάδιο[1]: εδώ οι αρχές που προέκυψαν επαγωγικά (με την «ανάλυση») υπόκεινται περαιτέρω στον πειραματικό έλεγχο της εμπειρίας. Ο Grosseteste κάνει την εξής παρατήρηση: εάν μια υπόθεση Υ συνεπάγεται ορισμένες συνέπειες Σ, και εάν αυτές οι συνέπειες μπορεί να δειχθεί ότι είναι ψευδείς, τότε και η υπόθεσή μας οφείλει να είναι ψευδής.[2] Όταν λοιπόν έχουμε μια ομάδα υποθέσεων κάθε μια από τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προκείμενη για να παράγουμε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, τότε είναι δυνατό με τη βοήθεια του παραπάνω επιχειρήματος να απαλείψουμε όλες τις υποθέσεις εκτός από μια ‘ για να γίνει αυτό αρκεί να δείξουμε ότι όλες οι υποθέσεις εκτός από μια, συνεπάγονται διαφορετικά αποτελέσματα τα οποία είναι γνωστό ότι είναι ψευδή.

Bruegel-the.triumpho.f.deathΗ παραπάνω «μέθοδος διάψευσης» έτυχε ευρύτατης αποδοχής και εφαρμόστηκε ποικιλοτρόπως.

Στον Μεσαίωνα, ήταν ευρέως διαδεδομένη η άποψη πως η φύση επιλέγει πάντοτε τον «απλούστερο δρόμο». Ο Ockham αντιτάχθηκε σε αυτή την αντίληψη: το να επιμένουμε πως η φύση ακολουθεί πάντα τον απλούστερο δρόμο σημαίνει ότι περιορίζουμε την παντοδυναμία του Θεού ‘ αυτός μπορεί εάν το θέλει να επιλέξει τους πιο πολύπλοκους δρόμους προκειμένου να επιτύχει ορισμένα αποτελέσματα… Για τον λόγο αυτό ο Ockham θα μετατοπίσει το βάρος και την έμφαση από την απλότητα των διαδικασιών της φύσης στην απλότητα των θεωριών που διατυπώνονται γι’ αυτές. Την «απλότητα» θα την χρησιμοποιήσει ως κριτήριο για την κατασκευή εννοιών και τις θεωριών: οι περιττές έννοιες πρέπει να απαλείφονται, και ανάμεσα σε δύο θεωρίες (που αναφέρονται στο ίδιο φαινόμενο) πρέπει να επιλέγουμε την απλούστερη. (Μεταγενέστεροι ερευνητές θα ονομάσουν αυτή την μεθοδολογική αρχή «ξυράφι του Ockham»).

Για τον Αριστοτέλη, όπως είδαμε, οι σχέσεις ανάμεσα στα είδη συμβάντων και πραγμάτων ρυθμίζεται από ένας είδος «φυσικής αναγκαιότητας» ‘ το αποτέλεσμα είναι ότι η έκφραση των σχέσεων αυτών πρέπει να κατέχει θέση «αναγκαίας αλήθειας». Επομένως, οι «πρώτες αρχές» των επιστημών είναι προφανείς (αναγκαίες) αναπαραστάσεις του τρόπου που υπάρχουν τα πράγματα. Ο Danus Scotus θα κάνει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην αφετηρία (προέλευση) των πρώτων αρχών και την επικύρωση της θέσης τους ως αναγκαίων αληθειών. Σε συμφωνία με τον Αριστοτέλη η γνώση πρώτων αρχών προέρχεται από τις εμπειρίες των αισθήσεων, ωστόσο το «αναγκαίο status» των αρχών αυτών είναι ανεξάρτητο από την «αλήθεια» των αναφορών στις εμπειρικές αισθήσεις. Σύμφωνα με τον D.Scotus οι εμπειρίες των αισθήσεων μας προμηθεύουν με ευκαιρίες για την αναγνώριση της αλήθειας μιας «πρώτης αρχής», αλλά δεν αποδεικνύουν κιόλας αυτή την αλήθεια. Μια «πρώτη αρχή» είναι αληθής δυνάμει των σημασιολογίας των όρων της, και αυτό παρά το γεγονός ότι τις σημασίες των όρων τις μαθαίνουμε από την εμπειρία.

Lucas Cranach the ElderΓια τον D.Scotus υπάρχουν δύο τύποι (αναγκαία αληθών) επιστημονικών γενικεύσεων: (α) οι πρώτες αρχές και οι απαγωγικές τους συνέπειες, και (β) οι προτάσεις για την «ενδεικτική» ένωση των φαινομένων. Αντιθέτως, οι εμπειρικές γενικεύσεις είναι «σχετικές» αλήθειες.[3] Ασφαλώς η «ενδεικτική» ένωση φαινομένων («μπορεί να») δεν είναι δυνατό να ικανοποιεί τους επιστήμονες, ο Scotus το αντιλαμβανόταν αυτό, γι’ αυτό και πρότεινε οι γενικεύσεις να παράγονται (κατά το δυνατόν) από πρώτες αρχές.

Ο Nicolaus of Autrecourt, ως αποτέλεσμα μιας περιρρέουσας αμφισβήτησης κατά τον 14ο αιώνα της έννοιας της «αναγκαίας αήθειας», θα θέσει περισσότερο αυστηρούς περιορισμούς από τον Scotus. Ο Nicolaus δέχεται ως αναγκαίες αλήθειες αποκλειστικά εκείνες τις κρίσεις που ικανοποιούν την «αρχή της μη-αντίφασης»: σε συμφωνία με τον Αριστοτέλη, τα αντιφατικά πράγματα δεν μπορεί να είναι και τα δύο αληθή… Εντούτοις, για τον Nicolaus  οι πρώτες αρχές των επιστημών οι οποίες εδραιώνονται εμπειρικά (είτε εκφράζουν αιτιακές σχέσεις είτε απλά ενδεικτικές ενώσεις) δεν έχουν status βεβαιοτήτων. Οι γνώσεις που αποδεχόταν[4] περιορίζονταν από την αρχή της «μη-αντίφασης» και μόνον ‘ κάθε επιστημονική απόδειξη πρέπει να συμφωνεί με την αρχή αυτή: κάθε πρόταση της μορφής «α και όχι-α» είναι αναγκαία ψευδής. Για έναν λοιπόν «μη-αντιφατικό» συλλογισμό Σ, η ένωση των προκείμενων και η άρνηση του συμπεράσματός του πρέπει να είναι αυτό-αντίφαση.[5]

Σύμφωνα με τον Nicolaus, δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αναγκαία γνώση των αιτιακών σχέσεων. Δεν μπορούμε να παράγουμε άλλες πληροφορίες από ένα σύνολο προκείμενων εκτός από εκείνες οι οποίες περιέχονται ήδη εξαρχής σε αυτό. Προτάσεις δε για ένα αποτέλεσμα δεν μπορούν να παραχθούν από προτάσεις που αφορούν μια υποτιθέμενη αιτία του. Δεν είναι δυνατόν επειδή κάποιο συγκεκριμένο φαινόμενο έχει συμβεί, να συμπεράνουμε απαγωγικά ότι οφείλει αυτό να συνοδευτεί, να ακολουθηθεί από ένα άλλο φαινόμενο.[6]

Hendrick Avercamp1585-1634.Winter-CanalΣυμπερασματικά, δεν μπορούμε να αποκτήσουμε αναγκαία γνώση των αιτιακών σχέσεων ‘ οι προτάσεις για τα αίτια δεν συνεπάγονται προτάσεις για τα αιτιατά. Ο Nicolaus όπως δήλωνε ο ίδιος, ήλπιζε ότι η κριτική του για την εφικτή (βέβαιη) γνώση θα βοηθούσε την χριστιανική πίστη… Η ενέργεια που δαπανιόταν για μελέτες πάνω στον Αριστοτέλη έπρεπε να αναπροσανατολιστεί στην ενίσχυση της πίστης και την βελτίωση της ηθικής.[7]


[1] Ο R.Bacon το ονόμασε «πρώτο προνόμιο» της πειραματικής επιστήμης.

[2] Αυτός ο τύπος επιχειρήματος θα ονομαστεί “modus tollens”. Ήδη από την εποχή του Ευκλείδη διάφοροι μαθηματικοί είχαν χρησιμοποιήσει αυτή την τεχνική ώστε να διαψεύσουν αντίπαλες υποθέσεις.

[3] Για παράδειγμα είναι αναγκαία αληθές ότι όλοι οι κύκνοι ‘μπορεί να είναι’ άσπροι, αλλά είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλοι όσοι εξετάσαμε είναι άσπροι.

[4] Εκτός από τα άρθρα της πίστης…

[5] Ο Nicolaus πίστευε πως κάθε έγκυρος συλλογισμός είναι δυνατόν να αναχθεί στην αρχή της μη-αντίφασης, είτε ‘άμεσα’ είτε ‘έμμεσα’(…).

[6] Επιπροσθέτως, ένας συσχετισμός ο οποίος έχει παρατηρηθεί ότι ισχύει, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα συνεχίσει να ισχύει και στο μέλλον.

[7] Η επιστήμη του Αριστοτέλη όχι μόνο δεν ήταν «βέβαιη» αλλά επιπρόσθετα δεν ήταν ούτε καν η πιο πιθανή.  —————————–

Josef Sima1960

Φθάνουμε στον 16ο αιώνα.

Τον πρόλογο του De Revolutionibus του N.Copernicus (1473-1543) θα τον γράψει ο Andreas Osiander. Ο Osiander θεωρούσε πως ο Copernicus ανήκε σε εκείνους τους αστρονόμους οι οποίοι επινοούν ελεύθερα μαθηματικά πρότυπα χωρίς να έχει σημασία εάν οι πλανήτες πράγματι περιφέρονται γύρω από τον ήλιο ‘ εκείνο που έχει σημασία δηλαδή είναι ότι τα φαινόμενα «με αυτή την υπόθεση σώζονται». Ο Copernicus ωστόσο δεν προσέγγιζε με τέτοιον τρόπο την αστρονομία. Ακολουθώντας την πυθαγόρεια παράδοση αναζητούσε μαθηματικές αρμονίες στα φαινόμενα επειδή πίστευε ότι πράγματι αυτές υπήρχαν εκεί.[1]

Η αντιπαλότητα μεταξύ των δυο θέσεων («σώζειν τα φαινόμενα» και «φυσική αλήθεια» των υποθέσεων) θα εκφραστεί με μεγαλύτερη σφοδρότητα τον 17ο αιώνα. Ο καρδινάλιος Bellarmine τονίζει στον Galileo (1615) ότι από πλευράς της Εκκλησίας κρινόταν επιτρεπτό να πραγματεύεται κανείς το κοπερνίκειο σύστημα ως επιτυχέστερο από το πτολεμαϊκό, ωστόσο αναφερόταν μόνο σε ένα μαθηματικό πρότυπο που απλώς σώζει τα φαινόμενα και όχι σε κάποια φυσική αλήθεια.

Κάποια χρόνια νωρίτερα, ένας Ιησουίτης μαθηματικός, ο C.Clavius, είχε εκτιμήσει πως ο Copernicus έσωζε τα φαινόμενα κίνησης των πλανητών παράγοντας θεωρήματα από λανθασμένα αξιώματα. Όμως με δεδομένο ένα αληθές θεώρημα μπορεί να βρεθεί οσοδήποτε μεγάλος αριθμός συνόλων με λανθασμένες προκείμενες που να συνεπάγονται αυτό το θεώρημα. Το πτολεμαϊκό σύστημα για τον Clavius ήταν καλύτερο και για έναν ακόμη λόγο: ήταν συνεπές με τη διδασκαλία της Εκκλησίας.

giorgione-venetian_gentleman1510Πολλοί από το ιερατείο της Εκκλησίας συμφωνούσαν με τον Clavius. Ο Bellarmine το γνωρίζει αυτό και θα προειδοποιήσει τον Galileo να διορθώσει την ηλιοκεντρική του πλάνη. Ο Galileo που δεν θεωρούσε την υπόθεσή του υπολογιστικό μαθηματικό τέχνασμα θα επιμείνει πως το κοπερνίκειο σύστημα ενείχε φυσική αλήθεια. Θα συμπληρώσει αργότερα την πυθαγόρεια δέσμευσή του με την σημαντική πρόταση πως κατάλληλα επιλεγμένα πειράματα μπορούν να εδραιώσουν την ύπαρξη μαθηματικών αρμονιών στο σύμπαν.

Ανάλογο πυθαγόρειο προσανατολισμό θα επιλέξει και ο Johannes Kepler (1571-1630μ.Χ.). Ο Kepler πίστευε πως το ότι υπήρχαν ακριβώς έξι πλανήτες και ακριβώς πέντε κανονικά στερεά δεν ήταν κάτι τυχαίο: εφόσον ο Θεός δημιούργησε το ηλιακό σύστημα σύμφωνα με κάποιο μαθηματικό σχέδιο, επιδίωξε να συσχετίσει τις αποστάσεις των πλανητών από τον ήλιο με αυτά τα γεωμετρικά σχήματα.[2] Η επιμονή του Kepler στις πυθαγόρειες αρχές και στην αναζήτηση μαθηματικών κανονικοτήτων θα τον οδηγήσει στην διατύπωση τριών γνωστών νόμων για την κίνηση των πλανητών.[3]

Για την πυθαγόρεια αντίληψη η ορθότητα (γνησιότητα και όχι συμπτωματικότητα) μιας μαθηματικής σχέσης καθορίζεται με αναφορά στο κριτήριο της απλότητας και το κριτήριο της επιτυχούς προσαρμογής στα φαινόμενα. Γύρω στα 1770μ.Χ. ο J.Titius θα προτείνει μια νέα μαθηματική σχέση σε συμφωνία με την πυθαγόρεια παράδοση: οι αποστάσεις των πλανητών από τον ήλιο σχετίζονταν με όρους μιας συγκεκριμένης μαθηματικής γεωμετρικής σειράς. Η συμφωνία παρατηρούμενων αποστάσεων και μαθηματικών όρων θα εντυπωσιάσει τους πάντες. Ο J.Bode (πυθαγόρειου προσανατολισμού και αυτός) θα υπερασπιστεί σθεναρά αυτή τη σχέση (για το λόγο αυτό θα μείνει γνωστή ως «νόμος του Bode»). Στα 1781 ανακαλύπτεται ένας πλανήτης πέραν του Κρόνου (W.Herschel). οι αστρονόμοι διαπιστώνουν έκπληκτοι ότι η απόσταση (του Ουρανού) από τον ήλιο είναι σε πολύ καλή συμφωνία με τον νόμο Bode… Η πίστη που διαμορφώθηκε σταδιακά για την ορθότητα αυτού του νόμου οδήγησε σε έρευνες για πλανήτες που έλειπαν…[4]


[1] Οι παρατηρούμενες κινήσεις των πλανητών μπορούσαν να παραχθούν με ίδιο βαθμό ακρίβειας τόσο από το ηλιοκεντρικό μοντέλο του Copernicus όσο και από εκείνο του Πτολεμαίου. Η επιλογή ανάμεσα στα δύο έπρεπε επομένως να στηριχθεί σε θεωρήσεις διαφορετικού είδους από την επιτυχή εναρμόνιση με την πραγματικότητα. Ο Copernicus προέβη στον ισχυρισμό ότι το δικό του σύστημα ήταν ‘καλύτερο’ κυρίως επειδή ήταν εννοιολογικά ολοκληρωμένο και ενοποιημένο.

John Henry Twachtman.winter-silence1900[2] Οι αποστάσεις των πλανητών από τον ήλιο έκρινε πως είναι δυνατό να σχετιστούν με τις ακτίνες των σφαιρών οι οποίες εγγράφονται μέσα σε  (ή γύρω από) τα πέντε κανονικά στερεά. Οι λόγοι των ακτίνων (πλανητικών τροχιών και εκείνων που προέκυπτα από τα στερεά) αποδείχθηκαν διαφορετικοί και το Kepler το δέχθηκε αυτό ως διάψευση χωρίς εντούτοις να χάσει την πυθαγόρεια πίστη του. Αυτές οι διαφορές ανάμεσα σε παρατήρηση και θεωρία δεν μπορούσαν παρά να είναι εκδήλωση κάποιων μαθηματικών αρμονιών οι οποίες έμενε ακόμη να ανακαλυφθούν.

[3] Γενικότερα, για τους ερευνητές που ακολουθούσαν τον Πυθαγόρα, εάν μια μαθηματική σχέση «ταιριάζει» στα φαινόμενα αυτό δεν μπορεί να αποτελεί απλή «σύμπτωση». Ο Kepler πειραματίστηκε με πολλούς μαθηματικούς συσχετισμούς ‘ σε έναν από αυτούς υπέδειξε πως οι πυκνότητες των πλανητών είναι αντιστρόφως ανάλογες προς την τετραγωνική ρίζα των αποστάσεών τους από τον ήλιο. (Οι πυκνότητες των πλανητών αντιστοιχούσαν σε πυκνότητες ορισμένων γήινων ουσιών…)

[4] Π.χ. ανάμεσα σε Άρη και Δία.. Με τον τρόπο αυτό θα ανακαλυφθούν 2 νέοι αστεροειδείς αρχές του 19ου αιώνα. Η «ανώμαλη» περίπτωση του πλανήτη Ποσειδώνα θα θέσει ένα όριο για την επιτυχή προσαρμογή του νόμου Bode.  —————————————————

1.  vi    17ος – 18ος – 19ος αιώνας

Ο G.Galilei (1564-1642) όπως είδαμε υποστήριξε την κοπερνίκεια πρόταση και κατέκρινε την αριστοτέλεια φυσική και τον γεωκεντρισμό. (Η Ιερά Εξέταση θα τον αναγκάσει να αποκηρύξει και θα τον θέσει υπό αυστηρή επιτήρηση). Ο Galileo είχε την πεποίθηση πως για την φύση οφείλουμε να μιλάμε στην γλώσσα των μαθηματικών: Οι «πρώτες ποιότητες» (μέγεθος, σχήμα, θέση, «ποσότητα κίνησης» κ.ά.) είναι εκείνες που υφίστανται ποσοτική μεταβολή ως προς μια κλίμακα και είναι αντικειμενικές ιδιότητες των σωμάτων. Οι δευτερεύουσες ποιότητες (χρώματα, γεύσεις, οσμές, ήχοι) υπάρχουν μόνο στο μυαλό του υποκειμένου που δέχεται ερεθίσματα. Ο περιορισμός του αντικειμένου της φυσικής στις πρώτες ποιότητες απέκλειε τις τελεολογικές ερμηνείες (κάτι κινείται ώστε να καταστεί δυνατή μια επόμενη κατάσταση). Απέρριψε τις αριστοτελικές εξηγήσεις οι οποίες αναφέρονταν σε «φυσικές κινήσεις» προς «φυσικές θέσεις»: τα φαινόμενα δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν με τον τρόπο αυτό.

Pieter de Hooch.two-women-child-ourtΣύμφωνα με τον Gelileo τις ερμηνείες στην επιστήμη τις αξιολογούμε σε δύο στάδια: πρώτα οροθετούμε τις επιστημονικές από τις μη επιστημονικές, και δεύτερον, καθορίζουμε τα κριτήρια αποδοχής εκείνων που χαρακτηρίστηκαν επιστημονικές. Για τον Galileo το αντικείμενο της φυσικής επιστήμης περιορίζεται σε προτάσεις που αφορούν τις πρώτες ποιότητες. Οι κινήσεις των σωμάτων περιγράφονται σε σχέση με ένα σύστημα συντεταγμένων στο χώρο: ο Galileo θα αντικαταστήσει τον ποιοτικά διαφοροποιημένο χώρο του Αριστοτέλη με έναν ποσοτικά διαφοροποιημένο γεωμετρικό χώρο.[1]

Ο Galileo δεν απέρριψε την αριστοτελική επαγωγική-απαγωγική μέθοδο (από τις παρατηρήσεις στις γενικές αρχές και από εκεί πίσω πάλι στις παρατηρήσεις) ούτε αποδοκίμασε την θέση ότι οι ερμηνευτικές αρχές πρέπει να επάγονται από τα δεδομένα της εμπειρίας των αισθήσεων. Εκείνο που κατέκρινε ήταν ο «ψευδής αριστοτελισμός»: επρόκειτο κατά τον ίδιο για μια δογματική θεωρητικοποίηση η οποία εκκινούσε όχι από την εμπειρική βάση (και την επαγωγή) αλλά από τις «πρώτες αρχές» υποτίθεται του Αριστοτέλη.

Στις έρευνες του Galileo σημαντικό ρόλο θα παίξουν τα επαναλαμβανόμενα πειράματα, η αφαίρεση και η εξιδανίκευση.[2] Κατάφερε να παράγει την «κατά προσέγγιση» συμπεριφορά υλικών σωμάτων από ερμηνευτικές αρχές οι οποίες καθορίζουν ιδιότητες εξιδανικευμένων κινήσεων. Σημαντικό ρόλο στην μέθοδο αυτή παίζει η «δημιουργική φαντασία»: οι υποθέσεις και εξιδανικεύσεις για να μπορούν να παραχθούν πρέπει ο επιστήμονας να «διαισθανθεί» ποιες ιδιότητες είναι κατάλληλη βάση και ποιες μπορούν να παραβλεφθούν.


[1] Η ρήξη με τις ποιότητες του αριστοτέλειου σύμπαντος δεν υπήρξε πάντως απόλυτη και πλήρης.

[2] Διαφορές ανάμεσα στα θεωρήματα των απαγωγικών συστημάτων και σε αυτά που στην πραγματικότητα παρατηρούνται πολλές φορές θα αποδίδονται σε «ασήμαντες» πειραματικές «επιπλοκές» και εσφαλμένους υπολογισμούς.  ———————————–

Columbus.Av-Boston.Frederick-Childe-Hassam

Σύμφωνα με τις κρίσεις της Royal Society ο Francis Bacon (1561-1626) υπήρξε ανανεωτής της επιστημονικής μεθοδολογίας.* Ο ιστορικός Alexander Koyre ωστόσο θα μειώσει στο ελάχιστο την αξία της συμβολής του Bacon στην επιστήμη.

Ο Bacon καλούσε τους φυσικούς φιλοσόφους να αποκαθάρουν τον εαυτό τους από προκαταλήψεις και προδιαθέσεις. Κατ’ αυτόν η μελέτη της φύσης επισκιαζόταν από τεσσάρων ειδών «είδωλα». Τα «είδωλα της φυλής» εδράζονται στην ανθρώπινη φύση: η νόηση είναι επιρρεπής στο να διατυπώνει περισσότερες κανονικότητες από όσες στην πραγματικότητα βρίσκει, γενικεύει εσπευσμένα. Τα «είδωλα της σπηλιάς» αντιθέτως είναι διαθέσεις στραμμένες στην εμπειρία: εδώ κύριο ρόλο παίζουν η αγωγή των ατόμων και η μόρφωσή τους. Τα «είδωλα της αγοράς» είναι διαστρεβλώσεις οι οποίες προκύπτουν όταν οι σημασίες των λέξεων περιορίζονται στον ελάχιστο παρονομαστή της κοινής χρήσης και έτσι εμποδίζουν τον σχηματισμό επιστημονικών εννοιών. Τα «είδωλα του θεάτρου» είναι αποδεκτά δόγματα και φιλοσοφικές μέθοδοι.

Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη ήταν ένα «είδωλο του θεάτρου» στο οποίο ο Bacon άσκησε έντονη πολεμική. Κατά πρώτον ο Αριστοτέλης και οι υποστηρικτές του συλλέγαν δεδομένα με τρόπο «άκριτο» και τυχαίο ‘ αναγκαία είναι αντιθέτως η συστηματική πραγματοποίηση πειραμάτων, η χρήση επιστημονικών οργάνων και η προσεκτική συλλογή δεδομένων. Δεύτερον, οι οπαδοί του Αριστοτέλη γενίκευαν επιπόλαια, βεβιασμένα και με βάση μικρό αριθμό παρατηρήσεων. Τρίτον, η επαγωγή με την μέθοδο της απλής απαρίθμησης (συσχετίσεις ιδιοτήτων μερικών μόνο ατόμων, βεβαιώνονταν ότι ισχύουν για όλα τα άτομα του είδους) οδηγεί πολύ συχνά σε εσφαλμένα συμπεράσματα.

Ο Bacon κατήγγειλε πως ο Αριστοτέλης και οι οπαδοί του περιόρισαν την επιστήμη στην απαγωγική λογική δίνοντας υπερβολική έμφαση στην παραγωγή συμπερασμάτων από πρώτες αρχές. Ωστόσο τα απαγωγικά επιχειρήματα έχουν επιστημονική αξία μόνο εφόσον οι προκείμενές τους έχουν κατάλληλη επαγωγική στήριξη.[1]

CharlesFrancois-Daubigny.VillageAuverssurOiseΤα δύο κυριότερα στοιχεία της νέας μεθόδου του F.Bacon ήταν μια έμφαση σε βαθμιαίες, «προοδευτικές» επαγωγές και μια «αρχή αποκλεισμού».

Η ορθή επιστημονική έρευνα είναι μια σκαλί-σκαλί άνοδος από την βάση προς την κορυφή μιας πυραμίδας προτάσεων («κλίμακα αξιωμάτων»): οφείλει να συλλεγεί μια σειρά από «φυσικές και πειραματικές ιστορίες» ώστε να στερεωθεί μια βάση. Ο φυσικός φιλόσοφος θα αναζητήσει έπειτα συσχετίσεις ανάμεσα σε αυτά τα γεγονότα. Η πορεία είναι βαθμιαία «επαγωγική άνοδος» από συσχετίσεις χαμηλού βαθμού γενικότητας σε περισσότερο περιεκτικές. Οι «τυχαίες» συσχετίσεις πρέπει να απομακρύνονται (μέθοδος του «αποκλεισμού»[2]) για να παραμείνουν μόνο οι «ουσιώδεις».[3]

Στην κορυφή της «πυραμίδας» του ο Bacon τις πιο γενικές αρχές θα τις ονομάσει «μορφές». Οι «μορφές» είναι οι λεκτικές εκφράσεις των σχέσεων ανάμεσα στις «απλές φύσεις», εκείνες δηλαδή τις μη αναγώγιμες ιδιότητες οι οποίες είναι παρούσες στα αντικείμενα που αντιλαμβανόμαστε. Διάφοροι συνδυασμοί αυτών των «απλών φύσεων» συνιστούν τα αντικείμενα της εμπειρίας μας. Γνώση των μορφών θα σήμαινε για εμάς δυνατότητα ελέγχου και τροποποίησης των δυνάμεων της φύσης.[4]

Για τον Bacon αποτελούσε ηθική υποχρέωση ο άνθρωπος να επανακτήσει την κυριαρχία πάνω στη φύση την οποία έχασε με την «Πτώση» (το «προπατορικό αμάρτημα»). Οι άνθρωποι οφείλουν να ελέγχουν και να αναδιατάσσουν τις δυνάμεις της φύσης με στόχο πρακτικές εφαρμογές για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους. Σε αντίθεση με την αριστοτελική θέση πως η γνώση της φύσης είναι αυτό-σκοπός, η ανακάλυψη των μορφών είναι μόνο ο άμεσος σκοπός της επιστημονικής έρευνας ‘ ο απώτερος στόχος είναι η εξουσία επάνω στην φύση. Καταδίκη από τον Bacon των ερευνών για τα «τελικά αίτια» φυσικών και βιολογικών φαινομένων ως τροχοπέδη της «επιστημονικής προόδου».


whistler-lagoon-venice-1880

*γιός λόρδου επιστάτη στην βασίλισσα Elizabeth I, o Bacon σπούδασε στο Trinity College του Cambridge ‘ εκεί ανέπτυξε αντιπάθεια για την αριστοτελική φιλοσοφία. Μετά την άνοδο του James I, o Bacon θα κερδίσει μια σειρά «αξιωμάτων»: ιππότης στα 1603, γενικός εισαγγελέας στα 1613, λόρδος επιστάτης στα 1617, λόρδος καγκελάριος το 1618, βαρώνος, υποκόμης…

[1] Ο Bacon δεν φαίνεται να αναγνωρίζει -σε αντίθεση με τον «ψευδο-αριστοτελισμό» που αναφέραμε παραπάνω- πως ο ίδιος ο Αριστοτέλης επέμενε: οι πρώτες αρχές έπρεπε να επάγονται από μαρτυρίες της παρατήρησης.

[2] Οι τυχαίες συσχετίσεις εντοπίζονται με βοήθεια πινάκων «παρουσίας», «απουσίας», «διαβαθμίσεων» κατηγορημάτων (…)

[3] Για την διαλογή αυτή ο Bacon διέκρινε (27) είδη «προνομιακών καταστάσεων» οι οποίες παίζουν ρόλο στην αναζήτηση «ουσιωδών» συσχετίσεων. Μια σημαντική «προνομιακή περίσταση» είναι εκείνη του «δείκτη κατεύθυνσης» η οποία αποφασίζει για την έκβαση ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές ερμηνείες (…)

[4] «Μορφή» δεν είναι μόνο η θερμότητα, το βάρος, η γεύση και η μνήμη αλλά και το «πνεύμα που είναι εγκλεισμένο στα πραγματικά σώματα»… Οι «μορφές» του Bacon δεν είναι ούτε οι Πλατωνικές μορφές, ούτε οι «μορφικές αιτίες» του Αριστοτέλη. Οι «μορφές» εκφράζουν μάλλον, εξ υποθέσεως, εκείνες τις σχέσεις ανάμεσα σε φυσικές ιδιότητες, που έχουν την ικανότητα να παράγουν αποτελέσματα.  ————

Vermeer-Astronomer

Ο Rene Descartes (1596-1650), γόνος πλούσιας οικογένειας, πήρε πτυχίο νομικής από το Πανεπιστήμιο του Poitiers στα 1616. Εθελοντής σε διαφόρων ειδών τάγματα ταξίδεψε πολλά χρόνια ανά την Ευρώπη. Το 1618 θα γνωρίσει τον φυσικό Isaac Beckman ο οποίος τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τα θεωρητικά μαθηματικά. Ο Descartes θα θέσει τα θεμέλια της αναλυτικής γεωμετρίας (έκφραση ιδιοτήτων των γεωμετρικών επιφανειών με αλγεβρικές εξισώσεις). Στα τέλη του 1619, σε μια περίοδο έντονης πνευματικής δραστηριότητας ο Descartes θα έχει την εμπειρία ορισμένων ονείρων η ερμηνεία των οποίων θα επιδράσει βαθιά στη μετέπειτα ζωή του: πίστεψε πως το ..«πνεύμα της αλήθειας» τον είχε καλέσει να ανασυγκροτήσει την ανθρώπινη γνώση έτσι ώστε να εκφράζει βεβαιότητες, το απόλυτο των οποίων μέχρι τότε κατείχαν μόνο τα μαθηματικά. Θα εγκατασταθεί στην Ολλανδία στα 1628 όπου και θα παραμείνει έως το 1649. Εργαζόμενος πάνω σε μια πραγματεία (“Le Monde”) όπου ανέπτυσσε μια μηχανιστική ερμηνεία του σύμπαντος,[1] θα πληροφορηθεί την καταδίκη του Galileo από την Ιερά Εξέταση και θα κρατήσει αδημοσίευτο το χειρόγραφο, θα προωθήσει ωστόσο άλλες δημοσιεύσεις (“Λόγος περί της Μεθόδου” 1637[2], “Σκέψεις πάνω στην Πρώτη Φιλοσοφία” 1641, “Αρχές Φιλοσοφίας” 1644). Το 1649 δέχεται πρόσκληση να διαμείνει ως φιλόσοφος στην αυλή της βασίλισσας Χριστίνας της Σουηδίας.

Ο Descartes, σε αντίθεση με τον F.Bacon (ο οποίος επιδίωκε όπως είδαμε την ανακάλυψη γενικών νόμων με προοδευτική «επαγωγική άνοδο» από λιγότερο γενικές σχέσεις) θα αρχίσει από την κορυφή της «πυραμίδας» για να κινηθεί προς «τα κάτω» με απαγωγική διαδικασία. Η απαίτηση που θα εκφράσει ο Descartes θα είναι οι γενικές αρχές στην κορυφή να είναι απολύτως βέβαιες, αναμφισβήτητες. Προκειμένου να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση βεβαιότητας αμφέβαλλε συστηματικά για όλες τις κρίσεις. Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξει είναι ότι οι κρίσεις οι οποίες είναι πέραν κάθε αμφιβολίας είναι το (περιβόητο) cogito ergo sum (σκάπτομαι άρα υπάρχω) και το ότι πρέπει να υπάρχει ένα τέλειο Ον…

Το επιχείρημα του Descartes ήταν ότι το τέλειο αυτό (πανάγαθο) Όν δεν θα δημιουργούσε τον άνθρωπο έτσι ώστε οι αισθήσεις και το λογικό του συστηματικά να τον εξαπατούν. Επομένως, πρέπει να υπάρχει ένα σύμπαν εξωτερικό ως προς το σκεπτόμενο εγώ, προσιτό στις γνωστικές μας ικανότητες. Ακόμη παραπέρα: κάθε ιδέα παρούσα στο μυαλό μας με τρόπο «καθαρό» και «διακεκριμένο», πρέπει να είναι αληθής. «Καθαρό» είναι εκείνο το οποίο κατοικοεδρεύει άμεσα παρόν στο μυαλό μας ‘ το «διακεκριμένο» είναι το σαφές και ανεπιφύλακτο, μια «διακεκριμένη» ιδέα έχουμε όταν κατανοούμε, όταν αντιλαμβανόμαστε τους παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για αυτό που παρατηρούμε.

rembrandt-anatomy.lectureΟ Descartes συμφωνεί με τον Galileo πως πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα σε «πρώτες ποιότητες» που πρέπει να έχουν όλα τα σώματα για να είναι σώματα και στις «δευτερεύουσες ποιότητες» (χρώματα, γεύσεις, ήχους, οσμές) οι οποίες υπάρχον μόνο στην αντιληπτική μας εμπειρία του αντικειμένου. Για τον Descartes εφόσον η «έκταση» είναι η μόνη ιδιότητα των σωμάτων (για την οποία έχουμε μια «καθαρή» και «διακεκριμένη» ιδέα) το να είναι κάτι ένα σώμα σημαίνει το να έχει έκταση.[3] «Κενό» δεν μπορεί να υπάρχει.[4] Αντικείμενο της επιστήμης μπορούν να είναι μόνο εκείνες οι ποιότητες οι οποίες εκφράζονται με μαθηματική μορφή…[5] Στην ιδανική επιστήμη έχουμε μια απαγωγική ιεραρχία προτάσεων, οι περιγραφικοί όροι των οποίων αναφέρονται σε αυστηρά ποσοτικά προσδιοριζόμενες όψεις της πραγματικότητας (σε μικροσκοπικό είτε σε μακροσκοπικό επίπεδο). Τα μαθηματικά οφείλουν ασφαλώς να έχουν παγκόσμια ισχύ.[6]


[1] Κάθε μεταβολή, σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, προκαλείτο από κρούση ή πίεση…

[2] όπου πρόσθεσε ως παραρτήματα πραγματείες για την γεωμετρία, την οπτική και την μετεωρολογία ως παραδείγματα εφαρμογής της μεθόδου του.

[3] Θεμελιώδης κατηγορία: «έκταση» σημαίνει «να είναι κάτι γεμάτο με ύλη»…

[4] Ο Descartes παρότι αρνήθηκε την ύπαρξη κενού, ακολουθώντας κάποιες μεθοδολογικές συνέπειες του κλασικού ατομισμού, επεδίωξε να ερμηνεύσει μακροσκοπικά φαινόμενα με την βοήθεια μικροσκοπικών αλληλεπιδράσεων. Για παράδειγμα επέδωσε την έλξη που ασκεί ένας μαγνήτης σε ένα σίδερο στην εκπομπή αόρατων σωματιδίων (με ελικοειδές σχήμα) τα οποία διέρχονται από αυλακώσεις στον σίδηρο και έτσι προκαλούν την κίνησή του… Σε συμφωνία με τους ατομιστές, ποσοτικές μεταβολές στο μικροεπίπεδο προκαλούν ποιοτικές μεταβολές στο μακροσκοπικό επίπεδο

Clark.Greenwood.Voorhees1871-1933.winter-moonrise[5] Και μάλιστα εκείνες οι οποίες δύναται να συγκριθούν ως λόγοι δύο μεγεθών…

[6] Ο Descartes στην προσπάθειά του να περιγράψει τις κινήσεις των σωμάτων, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τον όρο «έκταση» και με μια δεύτερη έννοια: το Σ σώμα κινούμενο καταλαμβάνει τον «χώρο» που «κενώθηκε» από το σώμα Ψ… Ωστόσο, ο «χώρος» αυτός, αυτό δηλαδή το «κομμάτι της έκτασης» δεν ταυτίζεται με κάποιο ιδιαίτερο «σώμα». Ο «χώρος» εδώ έχει την έννοια μιας «σχέσης» που έχει κάποιο σώμα με άλλα σώματα… Ο ίδιος ο Descartes θα παραδεχθεί ότι δεν κατάφερε να δώσει μια «καθαρή και διακεκριμένη ιδέα» της «έκτασης».  ——————————————

Λόγω του ότι οι θεμελιώδεις έννοιες «έκταση» και «κίνηση» είναι για τον Descartes «καθαρές» και «διακεκριμένες», ορισμένες γενικεύσεις σχετικές με τις έννοιες αυτές δεν μπορεί παρά να είναι «a priori αλήθειες».[1] Στην μηχανιστική αντίληψη του Descartes έννοιες όπως εκείνη της «δύναμης» (βαρυτικής, μαγνητικής ή άλλης) δεν υφίστανται. Επίσης: η κάθε κίνηση αποτελεί μια κυκλική αναδιάταξη των σωμάτων (αλλαγή της «θέσης» του Σ σημαίνει ταυτόχρονη μετατόπιση άλλων σωμάτων ώστε να εμποδιστεί η εμφάνιση κενού).

Για τον Descartes ο Θεός είναι η έσχατη αιτία κίνησης στο σύμπαν. Η «Δημιουργία» μάλιστα του κόσμου μας έγινε σε μια και μοναδική πράξη… ο Θεός μάλιστα διασφάλισε πως η κίνηση της ύλης «θα διατηρείται για πάντα», αιώνια.[2] Οι «επιστημονικοί νόμοι» που διατύπωσε (για την κίνηση των σωμάτων, τις κρούσεις μεταξύ τους κλπ.) θεώρησε πως είναι απαγωγικές συνέπειες των φιλοσοφικών του αρχών.[3]

Ο Descartes είχε συνείδηση του γεγονότος ότι η κίνηση από την κορυφή της πυραμίδας, η απαγωγή από διαισθητικά αυταπόδεικτες αρχές δεν μπορεί να εξαντλήσει το έργο της επιστήμης: μπορεί να παράγει τους πιο γενικούς μόνο νόμους. Όσον αφορά για παράδειγμα τους νόμους κίνησης, αμέτρητες ακολουθίες γεγονότων είναι συμβατές με αυτούς… Δεν μπορούμε επομένως με μόνους τους γενικούς νόμους να προσδιορίσουμε την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων. Προκειμένου να παράγουμε μια πρόταση για ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, είναι αναγκαίο να συμπεριλάβουμε στις προκείμενες και πληροφορίες για τις συγκεκριμένες περιστάσεις και συνθήκες.[4]

van_Gogh.shoesΗ παρατήρηση και το πείραμα θα μας υποδείξουν υποθέσεις για πιθανούς μηχανισμούς συμβατούς με τους γενικούς νόμους: η υπόθεση δικαιώνεται εάν σε σύνδεση με τους θεμελιώδεις νόμους ερμηνεύει τα φαινόμενα. Σε πολλές περιπτώσεις ο Descartes υπέδειξε υποθέσεις που στηρίζονταν σε αναλογίες αντλημένες από την καθημερινή εμπειρία.[5] Φαίνεται πάντως πως είχε την τάση να υποτιμά την σημασία της επιβεβαίωσης μέσω πειραμάτων ‘ θεωρούσε τον πειραματισμό περισσότερο ως ένα βοήθημα για την διατύπωση ερμηνειών παρά ως θεμέλιο της ορθότητάς τους.

Η φιλοσοφία του Descartes περί επιστημονικής μεθόδου είχε στον 17ο αιώνα πολύ ισχυρό αντίκτυπο παρά τις συχνές αποτυχίες ερμηνειών της να ταιριάξουν με τα φαινόμενα. Οι «γενικοί νόμοι» της φύσης είναι απαγωγική απόρροια αναγκαίων αληθειών οι οποίες δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζονται από κάθε σκεπτόμενο άτομο ‘ η σύνδεσή τους με συγκεκριμένες πληροφορίες (ανά συνθήκη) και με συναφείς «υποθέσεις» οι οποίες μπορούσαν να αλλάζουν προκειμένου να απαλειφθούν διαφορές ανάμεσα σε θεωρία και παρατήρηση, έδωσε στο καρτεσιανό σύστημα σοβαρά πλεονεκτήματα που το βοήθησαν να επιβιώσει μέχρι τον 18ο αιώνα.


[1] Μια τέτοια μηχανιστική γενίκευση ήταν και η πρόταση ότι κάθε κίνηση προκαλείται από κρούση ή πίεση… Εφόσον δεν υπάρχει κενό, ένα σώμα Σ βρίσκεται σε συνεχή επαφή με άλλα σώματα ‘ ο μόνος τρόπος για να κινηθεί είναι εάν από την μια πλευρά δέχεται περισσότερη «πίεση» απ’ ότι από τα σώματα στην άλλη πλευρά. Δράση από απόσταση δεν υφίσταται.

[2] Από την αρχή αυτή της κίνησης θα παράγει τρεις «νόμους» (…) Σε συνέχεια αυτών θα προκύψουν 7 ακόμη κανόνες για διαφορετικά είδη κρούσης κ.ά.

[3] Οι «νόμοι» πάντως δεν ήταν περιοριστικοί της δημιουργικής δύναμης του Θεού: εάν αυτός το θελήσει αντιφάσεις μπορούν να προκύψουν.

[4] Σε αυτό αναδεικνύεται και η σημασία του πειράματος και των παρατηρήσεων (σε συμφωνία με την αντίληψη του F.Bacon περί συλλογής φυσικών ιστοριών και αναζήτησης συσχετισμών ανάμεσα στα φαινόμενα). Γενικοί εντούτοις νόμοι της φύσης δεν μπορούν σύμφωνα με τον Descartes να προκύψουν απλώς από ταξινομήσεις και συγκρίσεις διαφορετικών περιστάσεων.

[5] Κάποιες φορές μάλιστα αγνόησε την πειραματική μαρτυρία που ακύρωνε μια ιδιαίτερη αναλογία.  ———————————–

ivan.kudriashev-spatial

Ο Isaac Newton (1642-1727) μεγάλωσε με θετό πατέρα, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του την ανατροφή ανέλαβε μια γιαγιά του. Σπούδασε και αυτός στο Trinity College και πήρε πτυχίο στα 1665. Λόγω του λοιμού πανώλης που έπληξε την χώρα την εποχή αυτή θα αποσυρθεί στο Woolsthorpe ‘ αυτά τα δύο χρόνια 1665-67 θα αναπτύξει πολλές από τις θεωρίες και τις μεθόδους του. Το 1669 εκλέγεται καθηγητής μαθηματικών στο Cambridge και το 1672 γίνεται μέλος της Βασιλικής Εταιρίας.[1] Το 1696 θα γίνει διοικητής του Mint. Από την θέση του προέδρου της Βασιλικής Εταιρίας (1703) θα συνεχίσει μια πολύχρονη διένεξη με τον Leibniz σχετικά με την προτεραιότητα στην ανάπτυξη του διαφορικού λογισμού.

Ο Newton, σε αντίθεση με την καρτεσιανή παραγωγή γενικών νόμων από μεταφυσικές αρχές, επέμεινε πως ο φυσικός φιλόσοφος οφείλει να στηρίζει τις γενικεύσεις του σε ενδελεχή εξέταση των φαινομένων. Συμφωνούσε με την αριστοτέλεια επαγωγική-απαγωγική μέθοδο («μέθοδος ανάλυσης και σύνθεσης»)[2], τόνισε ωστόσο με ιδιαίτερη έμφαση την ανάγκη πειραματικής επιβεβαίωσης των συμπερασμάτων που προκύπτουν με την «σύνθεση».[3]

Σύμφωνα με τον Newton οι τρεις νόμοι της κίνησης καθορίζουν το πώς κινούνται τα σώματα στον «απόλυτο χώρο» και στον «απόλυτο χρόνο». Ο απόλυτος χώρος και απόλυτος χρόνος προηγούνται οντολογικά από τις επιμέρους ουσίες και τις αλληλεπιδράσεις τους. Κατανόηση των «αισθητών κινήσεων» επιτυγχάνεται με την επικουρία των «αληθών» κινήσεων στον απόλυτο χώρο. Πώς μπορούμε εν τούτοις να προσδιορίσουμε απόλυτα χρονικά διαστήματα και απόλυτες συντεταγμένες;[4]

Ο Newton ήταν σίγουρος πως απόλυτος χώρος υπάρχει. Θα ισχυριστεί λοιπόν (με βάση θεολογικά επιχειρήματα) πως εφόσον το σύμπαν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός θα πρέπει να υπάρχει ενός τύπου «δοχείο» μέσα στο οποίο κατανέμεται η δημιουργηθείσα ύλη. Ο απόλυτος λοιπόν χώρος είναι μια πραγματικότητα που απορρέει από τον Δημιουργό Θεό, μια «διαρρύθμιση όλων των όντων». Διαφωνώντας με τον Descartes ο Newton αρνείται την ταύτιση της «έκτασης» με το σώμα επειδή οδηγεί στον αθεϊσμό: πώς μπορούμε εμείς να πετύχουμε μια «καθαρή και διακεκριμένη ιδέα» της έκτασης ανεξάρτητα από της φύση της ως δημιούργημα του Θεού;

Moise Kisling.Kiki-de-Montparnasse-Red-DressΥπήρχε η δυσκολία προσδιορισμού ενός συστήματος συντεταγμένων για τον ορισμό της θέσης των σωμάτων στον απόλυτο χώρο. Ο Newton τελικώς παραδέχθηκε πως δεν είναι δυνατό να φθάσουμε σε μια απόλυτα ικανοποιητική αντιστοίχηση ανάμεσα στις παρατηρούμενες κινήσεις και τις αληθείς κινήσεις στον απόλυτο χώρο.


[1] Θα ακολουθήσει μια διαμάχη με τον Robert Hook έπειτα από τη δημοσίευση του “Mathematical Principles of Natural Philosophy”: ο Ηοοk τον κατηγορεί ότι είχε οικειοποιηθεί μια δική του θέση για τις κινήσεις των πλανητών, ενώ ο Newton θα απαντήσει πως πρώτος είχε οδηγηθεί στα σχετικά συμπεράσματα και μάλιστα πως μόνον αυτός μπορούσε να αποδείξει τα συναφή θεωρήματα.

[2] «ιδιαίτερες προτάσεις συνάγονται από τα φαινόμενα και έπειτα γενικεύονται με την επαγωγή»… Ο ίδιος έγραφε πως με τη μέθοδο αυτή ανακαλύφθηκαν οι νόμοι της κίνησης που περιέγραψε στο Mathematical Principles.

[3] Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην παραγωγή συμπερασμάτων τα οποία «υπερβαίνουν» την επαγωγική αφετηρία. Καλύτερο παράδειγμα εφαρμογής της μεθόδου του αποτελούν ίσως οι έρευνές του στην οπτική.

[4] «η ροή του απόλυτου χρόνου δεν υπόκειται σε καμία μεταβολή»…  —————————————–

Το αξιωματικό σύστημα του Newton είναι μια απαγωγικά οργανωμένη ομάδα αξιωμάτων, ορισμών και θεωρημάτων. Τα αξιώματα είναι προτάσεις οι οποίες δεν μπορούν να παραχθούν από άλλες προτάσεις μέσα στο σύστημα ενώ τα θεωρήματα είναι τα απαγωγικά συμπεράσματα αυτών των αξιωμάτων. Γίνεται πλήρης διάκριση των «απόλυτων μεγεθών» που εμφανίζονται στα αξιώματα, από τα «αισθητά μέτρα» τους τα οποία προσδιορίζονται πειραματικά. Τα αξιώματα λοιπόν είναι μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας οι οποίες περιγράφουν τις αληθείς κινήσεις των σωμάτων στον απόλυτο χώρο.

Της διατύπωσης του αξιωματικού συστήματος έπεται ο συσχετισμός των θεωρημάτων με τις παρατηρήσεις. Επιβάλλεται δε διάκριση ανάμεσα σε ένα αξιωματικό σύστημα και την εφαρμογή του στην εμπειρία.

Ilya Yefimovich Repin - PeredvizhnikiΤο τρίτο στάδιο της αξιωματικής μεθόδου του Newton είναι η επιβεβαίωση των απαγωγικών συνεπειών του εμπειρικά ερμηνευόμενου συστήματος αξιωμάτων ‘ διερεύνηση της συμφωνίας ανάμεσα σε θεωρήματα και παρατηρούμενες κινήσεις.

Και οι δύο αφορούν ασφαλώς την ερμηνεία και την πρόγνωση φυσικών φαινομένων ‘ αξίζει ωστόσο να σημειώσουμε εδώ μια διαφορά των δύο μεθόδων: (με δεδομένες τις διαφοροποιήσεις σχετικά με το ποιες τεχνικές ακριβώς ορίζονται ως «επαγωγή») στη μέθοδο «ανάλυσης και σύνθεσης» παράγονται γενικεύσεις από τα αποτελέσματα της παρατήρησης και του πειράματος, στην αξιωματική μέθοδο αντιθέτως μεγαλύτερη έμφαση δίνεται σε μια δημιουργική «φαντασία», μπορούμε να αρχίσουμε (γενικά μιλώντας) από οπουδήποτε. Σημασία πάντως για την επιστήμη έχει το σύστημα όταν συνδέεται με τα πράγματα που μπορούν να παρατηρηθούν.

Αρχή και τέλος της επιστημονικής έρευνας πρέπει να είναι ο προσδιορισμός των τιμών των «εμφανών ποιοτήτων», εκείνων δηλαδή των όψεων των φαινομένων οι οποίες είναι δυνατό να μετρηθούν πειραματικά. Η χρήση του όρου «θεωρία» στον Newton αφορά αμετάβλητες σχέσεις ανάμεσα σε όρους που παριστάνουν «εμφανείς» ποιότητες. Ο όρος «υπόθεση» αφορά προτάσεις για όρους που παριστάνουν «απόκρυφες» ποιότητες για τις οποίες οι μέθοδοι μέτρησης δεν είναι γνωστές.

Ο Newton διετύπωσε (Principia) τέσσερις κανονιστικές αρχές για τον φιλοσοφικό συλλογισμό: (a) δεν κάνουμε δεκτές περισσότερες αιτίες για τα φυσικά πράγματα παρά μόνο εκείνες που είναι αληθείς και ικανές να ερμηνεύσουν τα φαινόμενά τους,[1] (b) ως εκ τούτου στα ίδια φαινόμενα αποδίδουμε τις ίδιες αιτίες, κατά το δυνατόν, (c) οι ποιότητες των σωμάτων που επιδέχονται ούτε αύξηση της έντασης ούτε μείωση των βαθμίδων (…) πρέπει να εκτιμώνται ως παγκόσμιες ποιότητες όλων των σωμάτων[2], (d) στην πειραματική φιλοσοφία εμπιστευόμαστε προτάσεις που συνάγονται με τη μέθοδο της γενικής επαγωγής από τα φαινόμενα και που είναι αυστηρά αληθείς ή πολύ κοντά στην αλήθεια (…).

William James Glackens.washington-square1911Σύμφωνα με τον Newton δεν είναι δυνατό να αποκτηθεί με οποιοδήποτε τρόπο αναγκαία γνώση των επιστημονικών νόμων: μπορεί ο φυσικός φιλόσοφος να εδραιώσει ότι κάποια φαινόμενα συνδέονται με έναν τρόπο, δεν μπορεί όμως να τεκμηριώσει ότι η σχέση αυτή δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Όλες οι ερμηνείες των φυσικών φαινομένων είναι με αυτή την έννοια αβέβαιες και υπόκεινται στην αναθεώρηση υπό το φως νέων αποδεικτικών στοιχείων.


[1] Το τι εννοούσε ακριβώς ο Newton με την έκφραση «αληθείς αιτίες» αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης και κριτικής… (William Whewell, J.S.Mill κ.ά.)

[2] Έκταση, σκληρότητα, το αδιαπέραστο, η κινητικότητα, η αδράνεια. Για τον Newton αυτές οι ποιότητες είναι παγκόσμιες, αφορούν όλα τα σώματα, και μάλιστα είναι οι ποιότητες και των «μικρότατων κομματιών» των σωμάτων… Από τον Newton εκφράζεται η ελπίδα: η μελέτη των δυνάμεων μικρής εμβέλειας να οδηγήσει σε μια διαλεύκανση όλων των φυσικοχημικών φαινομένων όπως η «διάλυση» η «αλλαγή κατάστασης», ο «σχηματισμός ενώσεων» κλπ. Με τον ίδιο τρόπο που η αρχή της παγκόσμιας βαρύτητας είχε επιτύχει την ολοκλήρωση της γήινης και της ουράνιας δυναμικής.  ————————————————

O John Locke (1632-1704), σπούδασε στην Οξφόρδη όπου και διετέλεσε καθηγητής ελληνικών και φιλοσοφίας. Μέσα της δεκαετίας του 1660 έπειτα από σπουδές ιατρικής θα διοριστεί γιατρός και σύμβουλος του κόμη του Shaftesburg ο οποίος ασκούσε τότε σημαντική πολιτική επιρροή. Με την απώλεια της ισχύος του κόμη, ο Locke θα αυτοεξοριστεί στην Ολλανδία όπου και θα ολοκληρώσει την πραγματεία του για την «ανθρώπινη κατανόηση» (1690). Με την άνοδο του William of Orange θα επιστρέψει στην Αγγλία και θα αποκτήσει μια θέση στην Δημόσια Υπηρεσία.

Για τον Locke, προϋπόθεση για να αποκτήσουμε γνώση της φύσης είναι να κατανοήσουμε τόσο τις μορφές και τις κινήσεις των ατόμων όσο και τους τρόπους με τους οποίους αυτές οι κινήσεις παράγουν τις ιδέες των «πρώτων» και «δευτερευουσών» ποιοτήτων στο μυαλό του παρατηρητή. Εάν αυτές οι δύο συνθήκες μπορούσαν να ικανοποιηθούν τότε θα γνωρίζαμε a priori τι συμβαίνει.

Adriaen Brouwer.peasants_fightingΩστόσο αγνοούμε τις μορφές και τις κινήσεις των ατόμων, κυρίως λόγω των ελάχιστων διαστάσεων των σωματιδίων αυτών ‘ η άγνοια είναι δυνατό να ξεπεραστεί, ωστόσο και πάλι δεν θα φθάναμε σε μια αναγκαία γνώση των φαινομένων διότι αγνοούμε τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα εκδηλώνουν κάποιες δυνάμεις. Τα άτομα με τις κινήσεις τους παράγουν τις ιδέες των δευτερευουσών ποιοτήτων εντούτοις μόνο με την θεία αποκάλυψη θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε το πώς ακριβώς γίνεται αυτό.

Το χάσμα ανάμεσα σε «πραγματικό» υλικό κόσμο των ατόμων και των αλληλεπιδράσεών τους και στον κόσμο των ιδεών που συνιστούν την εμπειρία μας παρέμεινε στον Locke αγεφύρωτο. O Locke δεν θα ενδιαφερθεί για τις «πραγματικές ουσίες» ‘ θα ασχοληθεί περισσότερο με τη συλλογή φυσικών ιστοριών και τις παρατηρούμενες ιδιότητες και σχέσεις των σωμάτων. Αυτό είναι και το μέγιστο που μπορεί να επιτύχει η επιστήμη, μια συλλογή (στην καλύτερη: πιθανών, όχι αναγκαίων) γενικεύσεων για την σύνδεση των «φαινομένων». Αναγκαίες σχέσεις στην φύση υπάρχουν, ωστόσο φαίνεται να είναι τελικώς αδιαφανείς στην ανθρώπινη κατανόηση. Πάντως η ύλη (ατομικές κινήσεις) γεννά τις ιδέες μας για ποιότητες όπως χρώματα και τις υπόλοιπες αισθήσεις μας ακόμη και εάν δεν κατανοούμε πώς ακριβώς γίνεται αυτό.

Ο Gottfried W.Leibniz (1646-1716), ήταν γιος ενός καθηγητή ηθικής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Leipzig. Σπούδασε και ο ίδιος φιλοσοφία στο ίδιο πανεπιστήμιο και νομική επιστήμη στην Jena. Μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής του πέρασε μέσα σε βασιλική αυλή. Η διεκπεραίωση διπλωματικών αποστολών θα τον φέρει σε επαφή με πολλούς πολιτικούς και διανοητές, ενώ ο ίδιος θα υπερασπιστεί πολλές μεταρρυθμίσεις της εποχής. Υπήρξε μέλος της Βασιλικής Εταιρίας, της Γαλλικής και της Πρωσικής Ακαδημίας.

Στον Leibniz επιστημονική έρευνα συναλλασσόταν αρμονικά με τις μεταφυσικές αρχές: η επιστημονικές θεωρίες στήριζαν τις μεταφυσικές του αρχές και οι τελευταίες κατεύθυναν την έρευνα για γενικούς νόμους.[1] Οι αρχές του «ακρότατου», της «διατήρησης» και της «συνέχειας» θα στηρίξουν μια μηχανιστική (και τελεολογική[2]) άποψη για τον κόσμο.

carlo-carra-stazione-di-milano-1909Ο κόσμος διακρίνεται στον νοούμενο (ή πραγματικό) κόσμο (μεταφυσική πραγματικότητα) και στον κόσμο των φαινομένων (φυσική πραγματικότητα). Ο πραγματικός κόσμος αποτελείται από αναρίθμητες ψυχικά ενεργές ουσίες, τις «μονάδες», οι οποίες είναι θεμελιώδη στοιχεία του «Είναι» και βρίσκονται σε σχέση αρμονίας μεταξύ τους.

Στο επίπεδο των φαινομένων, οι επιστήμες φαινόταν δυνατό να φθάσουν μόνο έως την «πιθανότητα» ‘ ο Leibniz εντούτοις ενδόμυχα πίστευε πως οι γενικές μεταφυσικές αρχές που διατύπωνε ήταν πράγματι αναγκαίες αλήθειες. Η επικράτεια των φαινομένων εδραιώνεται επάνω στο βασίλειο της μεταφυσικής… εντούτοις οι δεσμοί των δύο είναι δεδομένοι. Οι απαγωγικές σχέσεις με αφετηρία την αναγκαία υπόσταση των μεταφυσικών αρχών θα μπορούσαν πιθανά να οδηγούν στους εμπειρικούς νόμους. Ο Leibniz θα κάνει χρήση μιας αναλογίας που αντλούσε από την θεωρία των «άπειρων σειρών»: οι μεταφυσικές αρχές συνδέονται με τους φυσικούς νόμους όπως ακριβώς μια άπειρη σειρά συνδέεται με επιμέρους μέλη της. Ασφαλώς δεν μπορούμε να παράγουμε από μεταφυσικές αρχές «ειδικούς» εμπειρικούς νόμους (όπως και από τον νόμο της «σειράς» δεν προκύπτει η τιμή ενός ιδιαίτερου μέλους της, πρέπει να προσδιοριστεί η θέση του όρου στη σειρά… Πρέπει λοιπόν να καθορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο μια αρχή πραγματώνεται στην εμπειρία, εντούτοις δεν μπορούμε να ξέρουμε ότι μια αρχή «οφείλει» να πραγματοποιηθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο.[3]


[1] Για παράδειγμα, ο Leibniz θα ασκήσει κριτική στον Descartes και θα κάνει χρήση των μελετών για τα φαινόμενα κρούσης για να καταλήξει στο ότι η φύση δρα πάντοτε έτσι ώστε να αποφεύγει τις ασυνέχειες («αρχή της συνέχειας»). Παρόμοια, ο Leibniz θα εξετάσει το πέρασμα μιας ακτίνας φωτός από ένα μέσο σε ένα άλλο: δεχόμενος ότι η φύση επιλέγει πάντα τον «ευκολότερο» και πιο «άμεσο» τρόπο δράσης από ένα σύνολο εναλλακτικών, θα καταλήξει εφαρμόζοντας τον δικό του διαφορικό λογισμό στον (δεύτερο) «νόμο του Snel». Την επιτυχία του αυτή την εξέλαβε ως επιβεβαίωση της μεταφυσικής αρχής ότι ο Θεός κυβερνά το σύμπαν με το «μέγιστο της απλότητας» και της «τελειότητας»… Άλλο παράδειγμα, η συσχέτιση της διατήρησης (γενική φυσική αρχή) της «vis viva» («ζώσα δύναμη» – mu^2) με την δράση της «μονάδας» στο μεταφυσικό επίπεδο: με την προσοχή του στραμμένη στην τελευταία θα αναζητήσει κάποια «οντότητα» η οποία διατηρείται στις φυσικές αλληλεπιδράσεις.

[2] «έτσι ώστε»…

[3] Σε άλλη περίσταση ο Leibniz θεώρησε τις φυσικές δυνάμεις ως απορρέουσες από μεταφυσικές δυνάμεις. Το πρόβλημα σύνδεσης των δύο επικρατειών (φαινομένων και μεταφυσικής) παρέμενε άλυτο.  —————————————————

chagall.marc-painter

O George Berkeley (1685-1753), αγγλικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Ιρλανδία. Σπούδασε και δίδαξε στο Trinity College του Dublin. Πρωθιερέας στα 1724, επίσκοπος του Cloyne στα 1734. Εναντιώθηκε στον υλισμό. Το 1710 εκδίδεται το έργο του “Treatise Concerning the Principles of Human Knowledge”.

Ο Berkeley ασκώντας κριτική στον Newton, επιχείρησε να «δείξει» πως τα «υλικά σώματα» δεν υπάρχουν. Ο Newton είχε επισημάνει πως οι μαθηματικές εξισώσεις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις «δυνάμεις καθ’ εαυτές», ωστόσο μίλησε ως εάν οι δυνάμεις να ήταν κάτι παραπάνω από απλοί όροι των εξισώσεων. Για τον Berkeley οι μαθηματικές κατασκευές είναι χρήσιμες για υπολογισμούς αλλά είναι λάθος να τους αποδίδουμε πραγματική ύπαρξη στον κόσμο. «Οι μαθηματικές οντότητες δεν έχουν σταθερή ουσία στη φύση των πραγμάτων, και εξαρτώνται από την αντίληψη αυτού που τις ορίζει. Έτσι, το ίδιο πράγμα μπορεί να εξηγηθεί με διαφορετικούς τρόπους».

Πρόκειται για μια “εργαλειακή” αντίληψη: οι νόμοι είναι χρήσιμες υπολογιστικές επινοήσεις. Ούτε οι όροι που εμφανίζονται στους νόμους, ούτε οι συναρτησιακές εξαρτήσεις που οι νόμοι εκφράζουν αναφέρονται σε οτιδήποτε υπάρχει στη φύση…[1]

Στη μεταφυσική του Berkeley, το σύμπαν απαρτίζεται από δύο και μόνο είδη «οντοτήτων»: τις «ιδέες» και τις «διάνοιες» (νόες). «Είναι» (ύπαρξη) σημαίνει «αντιλαμβάνομαι ή γίνομαι αντιληπτός». Επομένως ο νους (η διάνοια) είναι ο μόνος αιτιώδης παράγοντας.

Καμία διάκριση δεν μπορεί να επιβληθεί ανάμεσα σε «πρώτες ποιότητες» (αντικειμενικές ιδιότητες των σωμάτων[2]) και σε «δευτερεύουσες ποιότητες» (που υπάρχουν αποκλειστικά στην εμπειρία των αντιλήψεων του υποκειμένου). Επίσης: δεν μπορούμε να αναφερόμαστε σε κινήσεις στον «απόλυτο χώρο» ‘ ο χώρος δεν είναι κάτι που υπάρχει «έξω από» και «ανεξάρτητα» από την αντίληψή μας των πραγμάτων.[3] Η (φανταστική) έννοια μάλιστα του «απόλυτου χώρου» θα μπορούσε να απαλειφθεί από την Φυσική. Όσον αφορά την κίνηση, εάν υποθέσουμε ότι «εξαφανίζονταν όλα» τα σώματα εκτός από ένα, τότε δεν θα μπορούσε να αποδοθεί κίνηση στο σώμα αυτό: όλες οι κινήσεις είναι «σχετικές».[4]


[1] Οι επιστημονικοί νόμοι δεν ομοιάζουν σε «τοπογραφικούς χάρτες».

jan_mateiko[2] «Έκταση», «θέση», «κίνηση» (Galileo, Descartes, Newton)… Για τον Berkeley η έκταση και η κίνηση είναι «αισθητές ποιότητες» ισοδύναμες με την θερμότητα κλπ. ‘ κάθε γνώση που έχουμε γι’ αυτές προέρχεται από την αντιληπτική μας εμπειρία.

[3] Εάν δε υπήρχαν σώματα, δεν θα υπήρχε και τρόπος να υπολογίσουμε διαστήματα στον «χώρο».

[4] Όταν λέμε «ένα σώμα κινείται» είναι σαν να λέμε ότι αλλάζουν οι σχέσεις του με τα άλλα σώματα. Κίνηση ενός μοναδικού αντικειμένου μέσα σε απόλυτο χώρο δεν υφίσταται.  ———————————————————–

Ο David Hume (1711-1776) θα αφήσει τις σπουδές νομικής στο Edinburgh και θα ασχοληθεί με τη φιλοσοφία. Στην La Fleche θα ολοκληρώσει την πραγματεία του (treatise) «για την ανθρώπινη φύση» (1739) η οποία ωστόσο δεν θα έχει καλή υποδοχή. Οι προσπάθειές του να λάβει μια θέση στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και της Γλασκώβης θα αποκρουσθούν ενώ θα κατηγορηθεί ως αιρετικός και ως άθεος. Τέλη της δεκαετίας του 1760 θα τιμηθεί ως «διασημότητα» από την κοινωνία του Παρισιού.

Ο Hume αρνήθηκε ότι η γνώση των ατομικών μορφών και αλληλεπιδράσεων θα συνιστούσε «αναγκαία γνώση» της φύσης. Ακόμη και εάν ήμασταν ικανοί να διεισδύσουμε στην «εσωτερική δομή» των σωμάτων δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε γνώση της αναγκαίας συνάφειας ανάμεσα στα φαινόμενα: το περισσότερο που θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ότι θα μάθουμε είναι πως κάποιες μορφές και κινήσεις ατόμων συνδέονται σταθερά με ορισμένα μακροσκοπικά φαινόμενα. Ένας σταθερός σύνδεσμος όμως αυτού του είδους δεν είναι το ίδιο με το να γνωρίζεις ότι μια ιδιαίτερη κίνηση «οφείλει» να παράγει ένα ειδικό αποτέλεσμα.

Οι τρεις «υποθέσεις» του Hume είναι οι εξής: (a) κάθε γνώση είναι δυνατό να υποδιαιρεθεί στις αμοιβαία αποκλειόμενες κατηγορίες: «σχέσεις των ιδεών» και «πραγματικότητα», (b) κάθε γνώση της πραγματικότητας δίνεται και προκύπτει από τις εντυπώσεις των αισθήσεων, (c) μια αναγκαία γνώση της φύσης θα προϋπέθετε γνώση της αναγκαίας συνάφειας των γεγονότων.

Οι προτάσεις για τις σχέσεις των ιδεών και οι προτάσεις για την πραγματικότητα διαφέρουν από δύο απόψεις: η πρώτη όψη αφορά το είδος του αληθούς ισχυρισμού που μπορεί να διατυπωθεί για τα δύο είδη προτάσεων. Κάποιες προτάσεις για τις σχέσεις των ιδεών είναι αναγκαίες αλήθειες[1] (το να δεχθούμε τα αξιώματα και να απορρίψουμε τα θεωρήματα είναι αντίφαση). Οι προτάσεις για την πραγματικότητα όμως δεν είναι παρά «αβέβαιες αλήθειες», άρνηση μιας εμπειρικής πρότασης δεν είναι «αυτό-αντίφαση», η περιγραφόμενη κατάσταση πραγμάτων θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Η δεύτερη όψη της διαφοράς αφορά την μέθοδο που ακολουθείται για την διακρίβωση της αλήθειας (ή του ψεύδους) των αντίστοιχων προτάσεων. Η αλήθεια (ή το ψεύδος) των προτάσεων για τις σχέσεις των ιδεών εδραιώνεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίκληση στην εμπειρική μαρτυρία.[2]

Uccello-BattleofSanRomanΗ αλήθεια (ή το ψεύδος) για τις προτάσεις περί της πραγματικότητας πρέπει να στηρίζεται στην εμπειρία: δεν μπορούμε να εδραιώσουμε την αλήθεια μιας πρότασης ότι κάτι συνέβη (ή θα συμβεί) με το να στοχαστούμε απλώς πάνω στη σημασία των λέξεων.[3]

Περνάμε στην δεύτερη υπόθεση του Hume. Για τον Hume ο Descartes λανθασμένα πίστευε ότι έχουμε «έμφυτες ιδέες» για τον Θεό, το σώμα, το πνεύμα και τον κόσμο. Οι εντυπώσεις των αισθήσεων είναι η μοναδική πηγή γνώσης της πραγματικότητας. «είναι αδύνατο να σκεφτούμε οποιοδήποτε πράγμα, το οποίο δεν έχουμε προηγουμένως αισθανθεί είτε με τις εξωτερικές είτε με τις εσωτερικές αισθήσεις μας».[4] Ο ρόλος του νου στην παραγωγή γνώσης περιορίζεται στον «συνδυασμό», την «μετάθεση», την «αύξηση» (ή ελάττωση) των ιδεών «που αποτελούν αντίγραφα των εντυπώσεων».[5]

Όσον αφορά την τρίτη υπόθεση, ο σκεπτικιστής Hume θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του σε «ακολουθίες γεγονότων»: μια αναγκαία γνώση τέτοιων ακολουθιών είναι δυνατή; O Hume απαντά πως όχι: το να εδραιώσουμε μια τέτοια αναγκαιότητα θα προϋπέθετε ότι η ακολουθία δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Ωστόσο, το ότι έως τώρα κάθε γεγονός Ζ έχει ακολουθηθεί από ένα γεγονός Υ δεν σημαίνει ότι και το επόμενο Ζ θα το ακολουθήσει ένα Υ…

Εάν με τον όρο «αιτιώδης σχέση» εννοούμε τόσο μια «σταθερή σύνδεση» όσο και μια «αναγκαία συνάφεια», τότε δεν μπορούμε να αποκτήσουμε καμία αιτιώδη γνώση. Αυτό επειδή δεν έχουμε καμία εντύπωση δύναμης ή ικανότητας προς ενέργεια μέσω των οποίων ένα Ζ θα παράγει αναγκαστικά ένα Υ. Το μόνο που μπορούμε να πούμε: γεγονότα ενός είδους ακολουθούνται σταθερά από γεγονότα ενός δεύτερου είδους. Μόνη «αιτιώδης» γνώση που μπορούμε να πετύχουμε, είναι η γνώση της de facto σύνδεσης δύο τάξεων γεγονότων.

Το γεγονός ότι αισθανόμαστε να υπάρχει κάποια αναγκαιότητα για πολλές ακολουθίες γεγονότων, το αίσθημα αυτό είναι μια «εντύπωση» της «εσωτερικής αίσθησης», η οποία μάλιστα προκύπτει από τη συνήθεια.[6]

Paul Delvaux.shadows-1965Ιδωμένη «αντικειμενικά», μια αιτιώδης σχέση είναι μια «σταθερή σύνδεση» ανάμεσα στα μέλη δύο τάξεων «γεγονότων» ‘ θεωρούμενη «υποκειμενικά», είναι μια ακολουθία τέτοια ώστε με την εμφάνιση ενός γεγονότος της 1ης τάξης το μυαλό οδηγείται στο να προβλέψει ένα γεγονός της 2ης τάξης.

Καμία επίκληση στην κανονικότητα της προηγούμενης εμπειρίας δεν μπορεί να εγγυηθεί την εκπλήρωση των προσδοκιών μας για το μέλλον. Επομένως: δεν μπορούμε να έχουμε αποδεικτική γνώση των αιτίων, από υποθέσεις που δηλώνουν την πραγματικότητα.

Αναγκαία γνώση της φύσης δεν είναι δυνατή: μια τέτοια γνώση θα όφειλε να είναι είτε «άμεση» γνώση των αιτίων (όμως δεν έχουμε εντυπώσεις των αναγκαίων σχέσεων), είτε «αποδεικτική» (εν τούτοις ούτε αυτή είναι εφικτή). Μόνη δυνατή αξίωση για τους νόμους και τις θεωρίες είναι η πιθανότητα. Παρ’ όλη την άρνηση της «βέβαιης» γνώσης οι μαρτυρίες όλων των προηγούμενων εμπειριών μας, πρακτικά μας είναι απολύτως χρήσιμες και σωστά τις εμπιστευόμαστε…[7]


[1] Αρχικά αυτό δεν ίσχυε για τον Hume (treatise, 1739), αργότερα όμως θα αλλάξει άποψη: οι γεωμετρικές αριθμητικές και αλγεβρικές προτάσεις είναι αναγκαίες αλήθειες (enquiry, 1748).

[2] Άλλη μια υποδιαίρεση προτείνεται εδώ: υπάρχουν οι προτάσεις (για τις σχέσεις των ιδεών) οι οποίες είναι «διαισθητικά βέβαιες» και εκείνες οι προτάσεις που είναι «αποδείξιμα βέβαιες». (Τα ευκλείδεια αξιώματα είναι διαισθητικά βέβαια, ενώ τα ευκλείδεια θεωρήματα –απαγωγικές συνέπειες των πρώτων- είναι αποδείξιμα βέβαια).

[3] Ο Albert Einstein συνόψισε ως εξής την αντίληψη αυτή του Hume: «όταν οι νόμοι των μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιοι ‘ και όταν είναι βέβαιοι δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα» (“Geometry and Experience”). (..απομακρυνόμαστε εδώ από την πυθαγόρεια πεποίθηση ότι στη φύση ανακαλύπτουμε μια αναγκαία μαθηματική δομή).

van.gogh.room-arles[4] “Enquiry Concerning Human Understanding”.

[5] Έννοιες που αποκλείστηκαν από τον Hume ήταν για παράδειγμα το «κενό», η «ουσία», η «αναγκαία συνάφεια των γεγονότων» κ.ά. Η επιστήμη, σύμφωνα με την πλέον διαδεδομένη ερμηνεία του Hume, συμπεριλαμβάνει μόνο εκείνες τις έννοιες οι οποίες «κατασκευάζονται» από τα δεδομένα των αισθήσεων. Εν τούτοις ο ίδιος ο Hume φαίνεται ότι αναγνώρισε πως διατύπωση περιεκτικών θεωριών (όπως η μηχανική του Newton) επιτυγχάνεται με μια «δημιουργική σύλληψη» που δεν ανάγεται σε «συνδυασμό» κλπ. ιδεών-αντιγράφων των εντυπώσεων…

[6] Το μυαλό οδηγείται από συνήθεια να αναμένει αυτό που συνήθως επακολουθεί… και πιστεύει ότι θα εμφανιστεί. Αυτό βεβαίως δεν αποτελεί «απόδειξη» κάποιας αναγκαίας συνάφειας (των Ζ και Υ). Η «πίστη» ότι μια διαδοχή είναι αιτιώδης ακολουθία είναι ένα προϊόν συνήθειας. Η γενίκευση: όμοια αντικείμενα σε όμοιες περιστάσεις παράγουν όμοια αποτελέσματα, εκφράζει την προσδοκία μας η οποία στηρίζεται σε εκτεταμένη εμπειρία…

[7] «η συνήθεια είναι ο μεγάλος οδηγός της ανθρώπινης ζωής. Αυτή μόνο η αρχή καθιστά την εμπειρία μας ωφέλιμη για εμάς […]».  ————————————————

Ο Immanuel Kant (1724-1804) σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στο Konigsberg, εκεί γεννήθηκε και έζησε όλη τη ζωή του. Στο πανεπιστήμιο δίδαξε λογική και μεταφυσική.

Ο Kant θα ασκήσει δριμεία κριτική στον Hume. Εάν το περιεχόμενο (και η μορφή) των επιστημονικών νόμων προκύπτει καθ’ ολοκληρίαν από την αισθητική εμπειρία τότε τα συμπεράσματα του Hume είναι αναπόδραστα. Ωστόσο για τον Kant, και αν ακόμη όλη η εμπειρική γνώση «προέρχεται από» τις εντυπώσεις των αισθήσεων, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως κάθε τέτοια γνώση «δίδεται μέσα από» αυτές τις εντυπώσεις. Οι εντυπώσεις των αισθήσεων παρέχουν το ακατέργαστο υλικό της εμπειρικής γνώσης, όμως το ίδιο το υποκείμενο που «γνωρίζει» είναι υπεύθυνο για την οργάνωση και δόμηση των σχέσεων αυτού του υλικού.[1]

russ.machina.constrvΤα στάδια στην γνωστική οργάνωση της εμπειρίας είναι τρία: (1) οι άνευ δομής «εντυπώσεις» (sensations) διατάσσονται ως προς τον χώρο και τον χρόνο (είναι οι «μορφές της αισθαντικότητας»), (2) οι «αντιλήψεις» (perceptions) που διατάχθηκαν με τον τρόπο αυτό, συσχετίζονται με την επικουρία εννοιών όπως «αιτιότητα», «ενότητα», «δυνατότητα» (συνολικά είναι 12 οι «κατηγορίες της νόησης»), (3) οι «κρίσεις για την εμπειρία» που διαμορφώθηκαν με τον τρόπο αυτό, οργανώνονται σε ένα μοναδικό σύστημα γνώσης με την εφαρμογή των «κανονιστικών αρχών της λογικής».

Για τον Kant σημαντικότερη από την επαγωγική γενίκευση είναι η απαγωγική διαδικασία, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της επιστήμης είναι η επιδίωξη συστηματικής οργάνωσης της γνώσης και της εμπειρίας μας. Η συστηματοποίηση επιτυγχάνεται με την εφαρμογή των κανονιστικών αρχών. Η λογική επιβάλλει στην νόηση κανόνες για την διάταξη των εμπειρικών κρίσεων ‘ οι κανονιστικές αρχές του λογικού δεν αποδεικνύουν οποιοδήποτε συγκεκριμένο σύστημα εμπειρικών κρίσεων.

Για την ισχύ των μεμονωμένων εμπειρικών νόμων, η επιβεβαίωση που προκύπτει από την «συμφωνία» των παρατηρήσεων με τις απαγωγικές συνέπειες των νόμων είναι λιγότερο ίσως σημαντική από την «ενσωμάτωση» των νόμων σε οργανωμένα απαγωγικά συστήματα.

Όσον αφορά τις θεωρίες, τα κριτήρια αποδοχής θα πρέπει να είναι η «ελεγξιμότητα» και η «προβλεπτική τους δύναμη». Οι «επιτυχείς» θεωρίες συνενώνουν εμπειρικούς νόμους με την βοήθεια νέων οντοτήτων ή νέων σχέσεων. Η δυνατότητα «επέκτασης» σε νέες περιοχές της εμπειρίας και η «γονιμότητα» των επιστημονικών θεωριών κρίνονται από τον Kant ιδιαίτερα σημαντικές.

Ο Kant προτείνει τρεις «αναλογίες της εμπειρίας» οι οποίες συνδέονται με τρεις κατηγορίες: της ουσίας, της αιτιότητας και της αλληλεπίδρασης.[2] Οι “αναλογίες” αυτές ορίζουν αναγκαίες συνθήκες της καθεαυτό δυνατότητας αντικειμενικής εμπειρικής γνώσης. Η πρώτη αναλογία («αρχή της σταθερότητας της ουσίας») καθορίζει ότι η «ουσία» (η ύλη) διατηρείται σε όλες τις μεταβολές. Η δεύτερη αναλογία («αρχή της αιτιότητας») καθορίζει ότι για κάθε γεγονός υπάρχει κάποιο σύνολο προηγούμενων συνθηκών από τις οποίες προκύπτει το γεγονός σε συμφωνία με κάποιον κανόνα. Η τρίτη αναλογία («αρχή της κοινότητας») ορίζει ότι οι ουσίες που αντιλαμβανόμαστε συνυπάρχουν στον χώρο και βρίσκονται σε αλληλεπίδραση.[3]

nikolaos_gizisΑν και δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι η φύση είναι σκόπιμα οργανωμένη, εν τούτοις πρέπει να συστηματοποιήσουμε την εμπειρική μας γνώση έτσι σαν να ήταν η φύση οργανωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο (δηλαδή σκόπιμα). Μια άλλη «νόηση» (άλλη από τη δική μας) μας προμήθευσε τους ιδιαίτερους εκείνους εμπειρικούς νόμους που είναι διατεταγμένοι έτσι ώστε να καθιστούν δυνατή για εμάς μια ενοποιημένη εμπειρία.[4]

Ο Kant θα υποδείξει τρεις ακόμη κανονιστικές αρχές που αφορούν την ταξινόμηση στην επιστήμη: «αρχή της ομοιογένειας» (ειδικές διαφορές πρέπει να παραβλέπονται ώστε τα είδη να ομαδοποιούνται σε γένη) ‘ «αρχή της εξειδίκευσης» (κάποιες ειδικές διαφορές πρέπει να υπογραμμίζονται ώστε τα είδη να μπορούν να υποδιαιρεθούν σε «υπο-είδη») ‘ τέλος, μια αρχή «της συνέχειας των μορφών» (αυτή ορίζει ότι πρέπει να υφίσταται μια συνεχής, βαθμιαία μετάβαση από ένα είδος σε ένα άλλο).

Η «αρχή της σκοπιμότητας» μας οδηγεί να ερευνούμε τη φύση ως εάν οι νόμοι που ανακαλύπτουμε να είναι μέρος ενός συστήματος νόμων διατεταγμένων από μια «νόηση» «διαφορετική από τη δικής μας». Δεν γίνεται λοιπόν να αποφύγουμε να θέτουμε ερωτήματα για τους σκοπούς που εξυπηρετούνται από τα παρατηρούμενα φαινόμενα. Τις τελεολογικές ερμηνείες («τελικές αιτίες») ο Kant τις θεωρούσε χρήσιμες γιατί οδηγούν σε αναζήτηση νέων αιτιακών νόμων, και γιατί συμβάλλουν στο ιδανικό της συστηματικής οργάνωσης. Δεν πρότεινε όμως κάποια ρηχή τελεολογία. Η ερμηνεία των φυσικών φαινομένων γίνεται με βοήθεια νόμων οι οποίοι διατυπώνουν πρότυπα. Η «αιτιότητα» είναι θεμελιώδες συστατικό της εμπειρικής γνώσης ‘  το «τέλος» (ο «σκοπός») δεν είναι.

Εν τούτοις πλήρης αιτιακή ερμηνεία των φαινομένων της ζωής μάλλον δεν μπορεί να υπάρξει…[5]


[1] Ο (απλοϊκός) εμπειρισμός για τον Kant δεν μας προσφέρει καν ένα ικανοποιητικό εννοιολογικό οπλοστάσιο.

[2] “Critique of Pure Reason” (1781).

[3] Στο “Metaphysical Foundations of natural Science” ο Kant εφαρμόζει τις αναλογίες αυτές στην επιστήμη της μηχανικής: οι αναλογίες της εμπειρίας μετασχηματίζονται έτσι στις αρχές «διατήρησης της ύλης», «αδρανούς κίνησης» και «ισότητας της δράσης και της αντίδρασης» (…)

Rudolf Schweitzer. interior1919[4] Η «αρχή της σκοπιμότητας» υποδεικνύει τις εξής προϋποθέσεις: η φύση ακολουθεί τον συντομότερο δρόμο («νόμος της οικονομίας») ‘ η φύση «δεν κάνει άλματα» (νόμος της συνέχειας στην φύση») ‘ στη φύση υπάρχει ένας μικρός μόνο αριθμός ειδών αιτιώδους αλληλεπίδρασης ‘ υπάρχει στη φύση μια υπαγωγή ειδών και γενών, που είναι κατανοητή σε εμάς ‘ είναι δυνατό να ενσωματώσουμε τα είδη σε προοδευτικά ανώτερα γένη. Οι 5 προϋποθέσεις αυτές γίνονται κανονιστικές αρχές όταν ερευνούμε υποθέτοντας ότι πληρούνται: προσδιορίζουν το πώς έπρεπε να κρίνουμε ώστε να πετύχουμε μια συστηματική γνώση της φύσης.

[5] Στους ζωντανούς οργανισμούς, για παράδειγμα, το «μέρος» είναι αυτό που είναι χάριν της σχέσης του με το «όλον», αλλά και το όλον είναι αυτό που είναι χάρη στην οργάνωση των μερών. Όμως, η αμοιβαία εξάρτηση μέρους και όλου δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως με αιτιακούς νόμους. Οι αιτιακοί νόμοι καθορίζουν μόνο ότι επιμέρους καταστάσεις ενός οργανισμού προκύπτουν από άλλες καταστάσεις σύμφωνα με κάποιον κανόνα.  ————————————-

O John Herschel (1792-1871) σπούδασε στο Cambridge. Οι μελέτες του περιστράφηκαν γύρω από φαινόμενα διάθλασης, την φωτοχημεία, την αστρονομία κ.ά. Την περίοδο 1834-38, στο ακρωτήριο της “καλής ελπίδας”, θα επεκτείνει τις έρευνες του πατέρα του για τους διπλούς αστέρες και τα νεφελώματα. Το 1830 δημοσιεύει το Preliminary Discourse on the Study of Natural Philosophy.

Ο Herschel θα εισάγει μια σαφή διάκριση στη φιλοσοφία της επιστήμης, ανάμεσα στο «πλαίσιο της ανακάλυψης» και το «πλαίσιο της επιβεβαίωσης»: η μέθοδος που διατυπώνεται σε μια θεωρία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την δυνατότητα αποδοχής της.[1] Όσον αφορά το «πλαίσιο ανακάλυψης», υπάρχουν δύο διακριτές κατευθύνσεις μέσω των οποίων μπορούμε να περάσουμε από τις παρατηρήσεις στους νόμους και τις θεωρίες. Ο ένας δρόμος είναι η εφαρμογή ενός ειδικού επαγωγικού σχήματος. Στην επιστημονική μέθοδο, πρώτα υποδιαιρούμε τα πολύπλοκα φαινόμενα στα «συστατικά» τους μέρη και επικεντρώνουμε στις «ιδιότητες» που είναι «αποφασιστικές» για την ερμηνεία των φαινομένων. Αυτά τότε θα αποτελέσουν την πρώτη ύλη για τη διατύπωση «νόμων»: νόμους μπορεί να αποτελούν και έγκυρες ακολουθίες γεγονότων και συσχετίσεις διαφόρων ιδιοτήτων («γενικά γεγονότα»).[2]

constr.xyzΟ άλλος τρόπος είναι η διατύπωση υποθέσεων (εδώ δεν μπορούμε να έχουμε εφαρμογή άκαμπτων κανόνων).

Το επόμενο στάδιο της επιστημονικής ερμηνείας έπειτα από την ανακάλυψη νόμων είναι η «ενσωμάτωση» αυτών των νόμων σε θεωρίες. Οι θεωρίες αναδύονται είτε με περεταίρω επαγωγική γενίκευση είτε με διατύπωση τολμηρών υποθέσεων που συνδέουν προηγουμένως ασύνδετους νόμους.

Για το «πλαίσιο επιβεβαίωσης», ένα είδος «συνθηκών» επιβεβαίωσης είναι η επέκταση ενός νόμου σε ακραίες καταστάσεις. Ένα άλλο είδος συνθηκών είναι η περίπτωση ενός μη αναμενόμενου αποτελέσματος, η οποία δείχνει ότι ένας νόμος (ή μια θεωρία) δεν έχουν προδιαγεγραμμένη κατάληξη.[3] Άλλο είδος «συνθηκών επιβεβαίωσης»: τα «αποφασιστικά πειράματα». Αυτά είναι έλεγχοι από τους οποίους οφείλουν να επιβιώσουν οι αποδεκτές θεωρίες.[4] 


[1] Μια ευφάνταστη εικασία και ένας ενδελεχής επαγωγικός συμπερασμός έχουν το ίδιο βάρος εάν οι απαγωγικές τους συνέπειες επιβεβαιώνονται από τις παρατηρήσεις.

[2] Μια «έμμεση» επιβεβαίωση των νόμων της φύσης μπορεί να γίνει εάν καθορίσουμε ότι πληρούνται ορισμένες «οριακές συνθήκες».