80. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ

c.castoriadis.Sofoklis.Aisxilos.pm

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΦΟΚΛΗ

goya.colossusΗ ελληνική σύλληψη του ανθρώπου ορίζεται, γενικά, από την οργανωτική δομή: ζώα / άνθρωποι / θεοί. Η δομή αυτή που φαίνεται αυτονόητη για μάς, που βρισκόμαστε στη συνέχεια της συγκρότησής της από τους Έλληνες, δεν είναι καθόλου “αυτονόητη“. Στους Εβραίους, τους Ινδούς ή τους κινέζους δεν ισχύει κάτι τέτοιο ‘ στις Ινδιάνικες φυλές της Αμερικής συχνά παρατηρείται μια “κυκλοφορία“ ανάμεσα στη ζωική, ανθρώπινη και θεϊκή κατάσταση, κυκλοφορία και όχι τομή. Αλλά, αυτή η δομή είναι απλώς το περίβλημα, το κέλυφος, μέσα στο οποίο διαδραματίζεται μια τεράστια κοινωνικο-ιστορική δημιουργία, η οποία αλλοιώνει τελείως την σημασία των όρων που συγκροτούν τη δομή αυτή. Και αυτό γίνεται αποκλειστικά με την αλλαγή της σημασίας -του «σημασιακού μάγματος» (Κ. Καστοριάδης) – που αφορά το μέσο και κεντρικό στοιχείο της δομής, δηλαδή τον άνθρωπο. Αλλοίωση που επιτελείται με την προσπάθεια για ‘αυτογνωσία’. Βασικό χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής ιστορίας είναι ακριβώς ότι είναι ιστορία, ότι το “πνεύμα” των αρχαίων Ελλήνων πραγματοποιείται ακριβώς ως αλλαγή, αυτο-αλλοίωση, “αυτο-θέσμιση” – όλες συνυφασμένες με την προσπάθεια αυτογνωσίας, που είναι συνεχής ενέργεια, εργασία, διαδικασία και όχι στατικό αποτέλεσμα.

Μια αποφασιστική στιγμή αυτής της αλλοίωσης συλλαμβάνει ο Κ. Καστοριάδης αναλύοντας και συγκρίνοντας την ανθρωπολογία του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Η παραβολή των δύο αυτών ποιητών δείχνει μια πολύ σημαντική ο ν τ ο λ ο γ ι κ ή  α ν α τ ρ ο π ή . Ιδιαίτερη δε βαρύτητα έχει το γεγονός ότι, αυτά που αποτελούν τη σκέψη τους μπορούσε κάποιος να τα διανοηθεί στην Αθήνα του 460-440, μπορούσε να τα εκφράσει, να τα παρουσιάσει στο λαό και να στεφανωθεί γι’ αυτό που διανοήθηκε, εξέφρασε και παρέστησε.

Η ‘ανθρωπογονία’ του Αισχύλου είναι μ υ θ ι κ ή με την βαθύτερη, φιλοσοφική έννοια του όρου: απαντάει στο ερώτημα το σχετικό με τον άνθρωπο παραπέμποντας στην προέλευσή του, και παρουσιάζοντας μια αφήγηση. Ορισμός του μ ύ θ ο υ : η αφήγηση για την προέλευση απαντά στο ερώτημα για την ουσία. (Στον Σοφοκλή η παρουσίαση της ουσίας απαντά και στο ερώτημα για την ουσία, και σ’ αυτό για την προέλευση. Η ουσία του ανθρώπου, το ‘δεινόν’, είναι η αυτοδημιουργία του).

dore-alpineΣτο κείμενο του Αισχύλου (Προμυθέας Δεσμώτης ~460), η ανθρωπογονία παρουσιάζεται ως το έργο του Προμηθέως, αποτέλεσμα της απόφασης και της πράξης του. Ο Ζευς ήθελε να καταστρέψει τους ανθρώπους και ο Προμηθεύς τους σώζει, μεταβιβάζοντας σ’ αυτούς ένα μέρος από τις δυνατότητες του ‘πράττειν’ / ‘ποιείν’ που ήταν ως τότε αποκλειστικά κτήμα των θείων δυνάμεων. Ποια ήταν όμως η κατάσταση της ανθρωπότητας πριν από την επέμβαση αυτή; Η προ-ανθρώπινη κατάσταση της ανθρωπότητας, όπως την παρουσιάζει ο Αισχύλος, είναι κυριολεκτικά απίστευτη, τελείως φανταστική, χωρίς καμία εξωτερική ‘αληθοφάνεια’. Οι ‘άνθρωποι’ αυτοί είναι σαν ανυπόστατες σκιές. Έβλεπαν χωρίς να βλέπουν, χωρίς να τους ωφελεί αυτό που βλέπουν (‘μάτην’), άκουγαν χωρίς ν’ ακούν, και παρόμοιοι με μορφές ονείρων, περνούσαν την μακριά ζωή τους χωρίς καμία τάξη, στην τύχη (‘εική’). Ζούσαν κάτω από τη γη, μέσα σε ανήλια σπήλαια, δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν χειμώνα, άνοιξη και καλοκαίρι, και έκαναν τα πάντα χωρίς σκέψη, χωρίς νου. Και δεν προέβλεπαν – δεν ήξεραν – τον θάνατο.

Δεν πρόκειται εδώ για κάποιο δυνατό και συλληπτό ζωολογικό είδος, για μια συνηθισμένη ζωική κατάσταση. Όμως εδώ παρουσιάζεται κάτι που είναι σημαντικότερο από το πραγματικό: η περιγραφή του Αισχύλου δίνει την κατάσταση του ανθρώπου “ πριν “ η΄ “έξω “ από την θέσμιση της κοινωνικής ζωής – των τεχνών, της εργασίας, του λόγου. Αυτό που περιγράφεται είναι ο άνθρωπος όπως θα ήταν, αν είχε σώμα βέβαια, και ψυχή – αλλά όχι γ ν ώ μ η. Είναι αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα το ‘πρωταρχικό ασυνείδητο’, η ‘α-λογικότητα’, και ‘α-πραγματικότητα’ της ψυχικής μονάδας. Μια κατάσταση που μόνο λογικά και υποθετικά μπορούμε να την σκεφτούμε. Αφαιρετικά: τι και πώς θα ήταν ο άνθρωπος, χωρίς γνώμη και χωρίς τέχνη – αφαίρεση σημαντικότερη από την πραγματικότητα, γιατί μόνο αυτή μας επιτρέπει να συλλάβουμε όλα όσα στον άνθρωπο προέρχονται από αυτό που είναι πέρα από το πρωταρχικό του δεδομένο, την ‘ψυχή’, και που ανάγεται στην κ ο ι ν ω ν ι κ ή του  διάσταση, σ’ αυτό που για μάς είναι η θέσμιση της γνώμης και της τέχνης, και που για τον Αισχύλο είναι δώρα του Προμηθέως. Αυτός δίνει λοιπόν στους ανθρώπους τα σημάδια, τα σταθερά σημεία αναφοράς δια των οποίων και μόνο γίνεται δυνατή και η σύλληψη και η μέτρηση του χρόνου, το δώρο του αριθμού και των σημείων που στηρίζουν και ενσαρκώνουν τη μνήμη, τις παραγωγικές τέχνες, την μαντική και την ερμηνεία των ονείρων με τις οποίες τους επιτρέπεται μια σχέση με τον ορίζοντα του μέλλοντος και τους βασικούς του καθορισμούς: η αβεβαιότητα, η αναμονή, η ελπίδα. Αυτός, μαθαίνει στους ανθρώπους ότι είναι ανυπέρβλητα και τελεσίδικα θ ν η τ ο ί . Η αλήθεια όμως αυτή θα μπορούσε να τους συντρίψει ‘ το φάρμακο, λοιπόν, το αντίβαρο είναι οι τυφλές ελπίδες, οι σκοτεινές προσδοκίες, οι φρούδες αναμονές. Οι ελπίδες αυτές δεν αναφέρονται σε καμία “θετική” αθανασία ‘ σχετίζονται με όσα κάνει και μπορεί να κάνει ο άνθρωπος σε τούτη τη ζωή, τυφλές μια και το μέλλον είναι άγνωστο και οι θεοί φθονεροί. Η γνώση του θανάτου, και η δυνατότητα ενός ποιείν- πράττειν που η γνώση αυτή το κεντρίζει αντί να το πνίγει, συναπαρτίζουν τον αρχαίο Έλληνα.

goya.f.Ενώ ο Αισχύλος εκθέτει μια α ν θ ρ ω π ο γ ο ν ί α , όχι σαν μια βαθμιαία διαδικασία, αλλά περιγράφοντας ένα εξαίφνης πέρασμα απ’ το πριν στο μετά ως αποτέλεσμα της απόφασης και της πράξης ενός επαναστατημένου Τιτάνος, σαν απόσπαση, οιονεί κλοπή, από μια υπεράνθρωπη δύναμη ικανοτήτων και δυνατοτήτων που ανήκουν στις υπεράνθρωπες δυνάμεις (και συνεπώς υπήρχαν ήδη), ο Σοφοκλής εκθέτει μια ανθρωπολογία που δεν προϋποθέτει τίποτε και όπου οι ικανότητες και οι δυνατότητες αυτές δημιουργούνται από τους ανθρώπους ‘ θέτει την ανθρωπότητα ως α υ τ ο δ η μ ι ο υ ρ γ ί α . Οι άνθρωποι δεν πήραν τίποτε από τους θεούς, και κανένας θεός δεν τους έδωσε τίποτε. Αυτό είναι το πνεύμα του 5ου αιώνα, και αυτή είναι η τραγωδία που βράβευσαν οι Αθηναίοι.

Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή (~442), η δημιουργική δεινότητα του ανθρώπου συνδέεται με έναν ανυπέρβλητο διχασμό της φύσης του. Η διπλή πραγματικότητά του τον κάνει να βαδίζει άλλοτε προς το ‘καλό’ και άλλοτε προς το ‘κακό’. Αυτό το κακό και το καλό ο ποιητής δεν τα προσδιορίζει ηθικολογώντας, αλλά πολιτικά. Ο άνθρωπος βαδίζει προς το καλό όταν κατορθώνει να συνυφάνει (‘παρείρων’) τους νόμους της πόλης του (‘νόμους χθονός’) με την ‘θεών ένορκον δίκαν’, την δίκη/ δικαιοσύνη των θεών, την κατοχυρωμένη από τους όρκους. Σ’ αυτή την περίπτωση ο άνθρωπος γίνεται ‘υψίπολις’ – υψηλός μέσα στην πόλη του. Σ’ αυτόν αντιτίθεται ο ‘άπολις’ , ο άνθρωπος που ‘τόλμας χάριν’, εξαιτίας της υπερβολικής τόλμης, της αυθάδειας, του θράσους – της ‘ύ β ρ ε ω ς’ αφήνει το ‘μη καλόν’ να τον κατοικήσει. Αυτός που κατέχεται από την ύβρη γίνεται άπολις, βγαίνει από την πολιτική κοινωνία των ανθρώπων. Το κύριο, λοιπόν, θέμα της τραγωδίας, είναι η “ύβρις – η πράξη ‘τόλμας –χάριν’. Ο ποιητής λέει επίσης στον δήμο των Αθηναίων: ακόμα και όταν έχουμε δίκιο, μπορεί να έχουμε άδικο, δεν υπάρχει ποτέ έσχατος λογικός λόγος.

Η Αντιγόνη αποτελεί μια κορυφή της δημοκρατικής πολιτικής σκέψης και στάσης, που αποκλείει και καταδικάζει το ‘μόνος φρονείν’, που αναγνωρίζει την έμφυτη ύβρη των ανθρώπων και απαντά σ’ αυτήν με τη ‘φρόνηση’, και που αντιμετωπίζει το έσχατο πρόβλημα του α υ τ ό ν ο μ ο υ  ανθρώπου – και του ατόμου της πολιτικής κοινότητας – το πρόβλημα του α υ τ ο π ε ρ ι ο ρ ι σ μ ο ύ. Ο αυτοπεριορισμός είναι απαραίτητος, ακριβώς γιατί ο άνθρωπος είναι  ‘δ ε ι ν ό ς’ (το σημασιακό σύμπλεγμα της λέξης: καταπληκτικά δυνατός, ισχυρός, θαυμάσιος και αξιοθαύμαστος διότι υπέρ-ικανός, επιδέξιος, σοφός, αριστοτέχνης, που βρίσκει λύση πάντα) και γιατί την ‘δεινότητα’ αυτή τίποτε εξωτερικό δεν μπορεί να την περιορίσει ουσιαστικά. Ούτε βέβαια η θεών ένορκος δίκα . Αυτή είναι μία από τις αρχές που διέπουν τη ζωή των ανθρώπων – αλλά με κανέναν τρόπο δεν φτάνει. Εάν έφτανε δεν θα υπήρχε και τραγωδία. Όπως δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει τραγωδία εκεί που ‘μία έσχατη αρχή’ δίνει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα: στον κόσμο τον πλατωνικό και στον κόσμο τον χριστιανικό.

Konstantin Bogaevsky.crimean-landscapeΤο ‘δεινός’ προσδιορίζει τον άνθρωπο και προσδιορίζεται απ’ αυτόν: είναι ο χαρακτήρας εκείνος, που κανένα ον δεν τον παρουσιάζει στον ίδιο βαθμό. Με ποία όμως έννοια μπορεί ο άνθρωπος να είναι δεινότερος από την φύση – και απ’ τους θεούς; Τα άλλα όντα ‘είναι’, και είναι ό,τι είναι ‘από τη φύση τους’. Σε οποιονδήποτε χρόνο έκαναν, κάνουν και θα κάνουν τα ίδια πράγματα. Και τις δυνάμεις που έχουν, τις έχουν διότι τους έχουν δοθεί μια για πάντα, χωρίς να μπορούν να τις αλλάξουν. Το ‘τί εστίν’ τους δεν προέρχεται απ’ αυτά τα ίδια.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους θεούς. Συντριπτικά πιο δυνατοί από τον άνθρωπο, προικισμένοι με αναρίθμητες δυνατότητες και ικανότητες – όχι όμως παντοδύναμοι – , αθάνατοι – όχι όμως αιώνιοι ή άχρονοι – οι θεοί είναι αυτό που είναι “απ’ τη φύση τους” και χωρίς να έχουν κάνει τίποτα γι’ αυτό. Ο άνθρωπος όμως, τίποτε απ’ όσα κάνει δεν μπορεί να αποδοθεί σ’ ένα “φυσικό προικισμό” του. Το τί εστείν του ανθρώπου είναι έργο του ίδιου του ανθρώπου: Ο άνθρωπος θέτει τον εαυτό του ως άνθρωπο, η ουσία του ανθρώπου είναι  α υ τ ο δ η μ ι ο υ ρ γ ί α, με δύο έννοιες: ο άνθρωπος δημιουργεί την ουσία του, και η ουσία αυτή είναι δημιουργία και αυτο-δημιουργία. Ο άνθρωπος δημιουργεί τον εαυτό του ως δημιουργό, μέσα σ’ ένα κύκλο, του οποίου η φαινομενική λογική φαυλότητα αποκαλύπτει το οντολογικά  πρωταρχικό.

turnerΤον άνθρωπο δεν τον δίδαξε κανείς (π.χ. ο Προμηθέας) ‘ δίδαξε τον εαυτό του. Όταν μας διδάσκουν, κάποιος που ήδη κατέχει μια γνώση, μας την δίνει, μας την προσφέρει, μας την μεταβιβάζει. Όταν διδασκόμαστε (μέση φωνή), δίνουμε στον εαυτό μας κάτι που ο εαυτός μας δεν έχει (αλλιώς, γιατί να του το δώσουμε;) και που έχει (αλλιώς, ποιος το δίνει;). Ο φαινομενικός παραλογισμός αίρεται αν καταλάβουμε ότι η α υ τ ο ε ν έ ρ γ ε ι α  του  α υ τ ο δ ι δ α σ κ ό μ ε ν ο υ ανθρώπου δημιουργεί (φέρνει σε ύπαρξη) και το “περιεχόμενο” και το “υποκείμενό” της, που αλληλο-προσδιορίζονται και αλληλο-υπάρχουν. Ο άνθρωπος, επομένως, δεν “έχει” τον λόγο ως “φυσική” ιδιότητα ή προίκιση – ούτε η πολιτικότητά του είναι απλώς δοσμένη και δεδομένη. Δίδαξε τον εαυτό του -δημιούργησε- την γλώσσα (‘φθέγμα’), την σκέψη (‘φρόνημα’) και τις ‘αστυνόμους οργάς’, τα πάθη, τις διαθέσεις, τις ορμές που δ ί ν ο υ ν  ν ό μ ο υ ς στα άστεα – που θ ε σ μ ί ζ ο υ ν τις π ό λ ε ι ς. Συνήθως, γράφει ο Κ. Καστοριάδης, σκεφτόμαστε το ν ό μ ο και τον θ ε σ μ ό, ως τα απολύτως αντίθετα με τις οργές και τα πάθη ‘ στη ρίζα, όμως, του πρωταρχικού θεσμού υπάρχει μια προ-λογική “βούληση” και πρόθεση, και οι θεσμοί δεν μπορούν να διατηρηθούν χωρίς πάθος. Ο Σοφοκλής λοιπόν μιλάει για ‘θεσμίζοντα  πάθη’ .

      Της δεινότητας του ανθρώπου ο ποιητής γνωρίζει ένα και μόνο απόλυτο όριο, τον θάνατο. Ένα δεύτερο (εσωτερικό) όριο είναι εγγενές στον άνθρωπο: η δ ι φ υ ί α του, που τον κάνει να βαδίζει άλλοτε προς το κακόν και άλλοτε προς το ‘εσθλόν’. Ο Σοφοκλής δεν βλέπει καμία “ηθική πρόοδο” να επιτελείται, αυτά τα δύο πάντα συνόδευαν και θα συνοδεύουν τον άνθρωπο, πάντα θα είναι οι δύο πόλοι που εναλλασσόμενοι θα κατευθύνουν τα βήματά του. Τη διφυία όμως αυτή ο ποιητής δεν τη βλέπει μοιρολατρικά. Η ‘δ ί κ η’ εμφανίζεται σαν ένα τρίτο σχετικό όριο της ανθρώπινης πράξης/ ποίησης.

Heinrich Khunrath1595.cosmic rose2

Πλάι στους νόμους που ο άνθρωπος διδάσκεται, θέτει και θεσμίζει, υπάρχει η δίκη των θεών, που δεν φτάνει κατά κανένα τρόπο – αλλιώς δεν θα χρειάζονταν και δεν θα υπήρχαν καν ‘νόμοι χθονός’ – αλλά και που δεν μπορεί να παραγνωριστεί.   Όπως η δίκη των θεών δεν αρκεί, το ίδιο δεν αρκούν οι ‘νόμοι χθονός’. Υπακούοντας σ’ αυτούς ο άνθρωπος πρέπει να ξέρει ότι δεν καθορίζουν αποκλειστικά το θεμιτό, ούτε εξαντλούν το απαγορευμένο. Κάποιο άλλο στοιχείο, πλάι στον εκάστοτε θεσμισμένο (θετικό και, όπως και να’ναι, ‘χωρο-χρονικά τοπικό’, άρα σχετικό) νόμο πρέπει να υπάρχει, στοιχείο που χωρίς να τον αναιρεί ή να τον υπαγορεύει, χρειάζεται να συνυφανθεί μαζί του. Αυτό το στοιχείο ο ποιητής, με τη γλώσσα και τις παραστάσεις της πόλης του και της εποχής του, το ονομάζει «θεών ένορκον δίκαν».

Συμπερασματικά, μέσα σ’ ένα τέταρτο του αιώνα η ελληνική α υ τ ο γ ν ω σ ί α περνάει από την ιδέα μιας θεϊκής ανθρωπογονίας στην ιδέα της αυτοδημιουργίας του ανθρώπου. […] PDF

antigone-and-polynices1

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

16. Κ.Καστοριάδης – αρχ.ελλην.Άμεση Δημοκρατία – Αμφισβήτηση….

16. Castoriadis.direct.democracy.ancientgreece.pm

…Αρχαία ελληνική ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ

ancient.greeceSΗ α μ φ ι σ β ή τ η σ η των νόμων οδηγεί στην κοινωνική πάλη εναντίον της αριστοκρατίας και έχει σαν αποτέλεσμα την
δημοκρατία ‘ η αμφισβήτηση της θεσμισμένης κοινωνικής παράστασης για τον κόσμο παίρνει την μορφή της φιλοσοφικής
ερώτησης. Η αμοιβαία γονιμοποίηση του πολιτικού κινήματος με την φιλοσοφική ερώτηση σφραγίζει και την μοναδικότητα της
αρχαίας ελληνικής δημοκρατικής πόλης και της φιλοσοφίας που αναπτύσσεται στο πλαίσιό της. Ποιός άρχει; αλλά και: πώς
μπορεί να δικαιολογηθεί το ποιός άρχει; το ζήτημα της νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας και των καθεστώτων…Τί
σημαίνει δίκαιο και τί δικαιοσύνη; κ.ο.κ..
Η ανάδυση των ερωτημάτων αυτών προκαλεί μια τεράστια κίνηση «α υ τ ο θ έ σ μ ι σ η ς» της κοινωνίας
(Κ.Καστοριάδης). Η αυτοθέσμιση δεν συνίσταται σε μια συγκεκριμένη και τελειωτική πολιτική μορφή η οποία
διαμορφώνεται μια για πάντα ‘ δεν είναι κατάσταση αλλά σταδιακή διαδικασία, δραστηριότητα μεταβολής νόμων και θεσμών
(π.χ μεταρρύθμιση του Κλεισθένη, 508-506). Κύριο χαρακτηριστικό της δημοκρατικής διαδικασίας είναι το γεγονός ότι ο
δήμος βάζει τον εαυτό του στο κέντρο των πάντων.

Ο δήμος αποτελείται από το σύνολο των “ενήλικων”, “αρρένων”, “ελεύθερων” Αθηναίων. Οι δούλοι δηλαδή και οι
γυναίκες αποκλείονται. Το “ενήλικοι” παραπέμπει σ’ ένα βασικό ζήτημα της πολιτικής φιλοσοφίας και πράξης: αυτό της
ιδρυτικής στιγμής κατά την οποία ένα σώμα αποφασίζει ότι: “εμείς είμαστε οι κυρίαρχοι και εμείς ορίζουμε επίσης ποιοί
άλλοι συμμετέχουν σ’ αυτή την κυριαρχία”. Το ζήτημα αυτό πάντοτε θα υπάρχει. Η συμμετοχή π.χ. κάθε ενήλικου ατόμου με
απολύτως ίσα δικαιώματα σε όλες τις πολιτικές εξουσίες, είναι μια δική μας πολιτική θέση, την οποία υπεύθυνα
αποφασίζουμε και υιοθετούμε, και η οποία δεν αποδεικνύεται με επιστημονικό τρόπο. Ακόμα και στην πιο ελεύθερη,
αυτόνομη, διεθνιστική κοινωνία θα πρέπει να αποφασίζεται η σύνθεση του εκλογικού σώματος. Ποιός θα έχει το δικαίωμα να
ψηφίζει; (Ο θ ε σ μ ό ς της ε κ λ ο γ ή ς διακωμωδείται αν ο οποιοσδήποτε, χωρίς καμιά προϋπόθεση, καμιά συμμετοχή στην
πολιτική ζωή της ομάδας για την οποία πρόκειται, καμιά πιθανότητα να υποστεί τις συνέπειες της ψήφου του, ψηφίζει. Ψ η φ ί
ζ ω, σημαίνει συμμετέχω πλήρως σε μια συγκεκριμένη πολιτική κοινότητα, η οποία και πρέπει κατά κάποιο τρόπο να
οριοθετείται).

Ο δήμος ασκεί την εξουσία του ως ά μ ε σ η δ η μ ο κ ρ α τ ί α, δηλαδή χ ω ρ ί ς “α ν τ ι π ρ ο σ ώ π ο υ ς”. Ο Θουκιδίδης
είχε ορίσει ποιές είναι οι τρείς βασικές πολιτικές εξουσίες: Όταν θέλει να χαρακτηρίσει μια πόλη ως ελεύθερη, την αποκαλεί :
“αυτόνομο, αυτόδικο, αυτοτελή”. Α υ τ ό ν ο μ ο ς, σημαίνει ότι δίνει η ίδια στον εαυτό της τους νόμους της. Α υ τ ό δ ι κ ο ς ,
σημαίνει ότι τα δικά της δικαστήρια αποφασίζουν για όλες τις αμφισβητήσεις που είναι δυνατόν να προκύψουν. (Πρέπει
βέβαια να σημειωθεί εδώ ότι τα δικαστήρια στην Αθήνα δεν ήταν επαγγελματικά. Οι δικαστές ήταν κληρωτοί. Από τις 30.000
ενήλικους Αθηναίους κληρώνονταν κάθε χρόνο 6.000 ενδεχόμενοι δικαστές, μ’ ένα σύστημα πολύπλοκο, το οποίο διαρκώς
βελτιωνόταν, και που στόχο είχε την εξάλειψη κάθε δυνατότητας απάτης, παρέμβασης ή επηρεασμού των μελών του
εκάστοτε δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό, ένα τυχαίο δείγμα του λαού, που νομοθέτησε ψηφίζοντας ένα νόμο, καλείται, υπό
την ιδιότητα της δικαστικής εξουσίας, να τον εφαρμόσει. Έτσι, δεν υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ένας δεδομένος νόμος
ψηφίστηκε με σκοπό να παρθεί μια συγκεκριμένη απόφαση). Α υ τ ο τ ε λ ή ς, σημαίνει ότι η πόλις αυτοκυβερνάται, με την
πραγματική έννοια της κυβερνητικής εξουσίας και λειτουργίας. Η Εκκλησία του δήμου παίρνει τις βασικές αποφάσεις, είτε
εσωτερικής είτε εξωτερικής φύσεως, της πολιτικής ζωής της κοινότητας: πόλεμος, ειρήνη, συμμαχίες, δημόσια έργα κλπ… (Η
συμμετοχή στις συνελεύσεις ήταν πολύ μεγάλη, περισσότερο από το ήμισυ ή και τα 2/3 των πολιτών ήταν παρόντες όταν
επρόκειτο να συζητηθούν σοβαρά θέματα στην Εκκλησία παρά τις αποστάσεις που έπρεπε να διανύσουν οι αγρότες της
Αττικής).

Jose Clem. OrozcoΜια παρατήρηση όσον αφορά τον αυτοτελή χαρακτήρα της κ υ β ε ρ ν η τ ι κ ή ς  ε ξ ο υ σ ί α ς : Η σημερινή πολιτική και
νομική φιλοσοφία παρουσιάζει σαν βασικές λειτουργίες της κρατικής εξουσίας την νομοθετική, την δικαστική και την
εκτελεστική. Αυτό, υπογραμμίζει ο Καστοριάδης, είναι ένα είδος ακούσιας απάτης ή ψεύδους, δεδομένου ότι αποσιωπάται
έτσι μια βασική ε ξ ο υ σ ί α, η κυβερνητική, η οποία επ’ουδενί λόγω μπορεί να ονομαστεί “εκτελεστική”. Όταν μια
κυβέρνηση κυβερνά, με κανέναν τρόπο δεν εκτελεί. Όταν κηρύττει έναν πόλεμο, π.χ, δεν εκτελεί νόμους ‘ κάνει πολιτική,
δηλαδή κυβερνά (καλώς ή κακώς είναι ένα άλλο θέμα). Το ίδιο όταν διαμορφώνει, προτείνει και κάνει την Βουλή να ψηφίσει
έναν προϋπολογισμό… (Η εκτελεστική εξουσία δεν είναι κάν εξουσία, είναι μια τρέχουσα διοίκηση των πραγμάτων, η οποία
μάλιστα, κατά μέγα μέρος, στην αρχαία Αθήνα είχε ανατεθεί σε δούλους). Όλα αυτά, βέβαια, δεν σημαίνουν ότι στην άμεση
δημοκρατία δεν υπήρχαν αρχές, ή άρχοντες: πολίτες, δηλαδή, οι οποίοι είχαν μια συγκεκριμένη επίσημη αποστολή ορισμένης
χρονικής διάρκειας με συγκεκριμένα καθήκοντα και με αντίστοιχα δικαιώματα. Κατά το μέγιστο μέρος, οι άρχοντες
κληρώνονται. Οι ελάχιστοι που εκλέγονται, όχι μόνο είναι υπεύθυνοι αλλά είναι και ανακλητοί κατά την διάρκεια της
εξουσίας τους (όπως πχ. οι στρατηγοί). «Οι αρχαίοι έλληνες δεν γνωρίζουν την υποκριτική και απατηλή έννοια της α ν τ ι π ρ
ο σ ω π ε ί α ς του λαού», το ζήτημα δεν έμπαινε κάν. Από την στιγμή κατά την οποία, αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό
διάστημα (πχ. κάποια χρόνια) αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά.
Οι αρχαίοι θεωρούσαν πως κανείς δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει τον πολίτη στην Εκκλησία του δήμου. Μ’ άλλα λόγια, δεν
υπήρχε αυτή η θεολογική ιδέα σύμφωνα με την οποία η κυρίαρχη υπόσταση του λαού, μετά από μια μυστηριώδη χημική
διαδικασία, συμπυκνώνεται μια Κυριακή και, μέσω επιφοιτήσεως, βρίσκει σκήνωμα σε 300 ανθρώπους, οι οποίοι την
διατηρούν και την μεταφέρουν ενσαρκώνοντάς την για 4 ή 5 χρόνια, μέχρι… κ.ο.κ… Για τους αρχαίους, η αρχή και η ιδέα της
δημοκρατίας δεν είναι οι εκλογές. Είναι η ψήφος, βέβαια, (ψήφιζαν, ναι ή όχι, για τα διάφορα θέματα) ‘ δεν θεωρούσαν όμως
ότι οι άρχοντες εκλέγονται. Εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, οι άρχοντες αναδεικνύονται με κλήρο. Από τον Ηρόδοτο μέχρι
και τον Αριστοτέλη, θεωρούσαν ότι οι εκλογές είναι θεσμός αριστοκρατικός ‘ πράγματι, εκλέγει κανείς αυτούς που θεωρεί
άριστους, ενώ ταυτόχρονα κάθε υποψήφιος προσπαθεί να πείσει τους εκλογείς ότι είναι άριστος. (η λέξη ‘άριστος’ έχει διπλή
σημασία: την σημασία της καταγωγής και την σημασία της εγγενούς αξίας του ατόμου).
Όσον αφορά ένα άλλο σημαντικό θέμα, αυτό της α ρ μ ο δ ι ό τ η τ α ς: για την αρχαία ελληνική αντίληψη, δεν υπάρχουν
‘αρμόδιοι στον πολιτικό τομέα’ ‘ η γνώμη όλων βαραίνει το ίδιο. Δεν υπάρχει επιστήμη ή ‘τέχνη’ – με την αρχαία ελληνική
έννοια του όρου – των πολιτικών πραγμάτων, η γνώση της οποίας να επιτρέπει στους κατόχους της να θεωρούνται καλύτεροι
ως κυβερνήτες. Στα πεδία όπου αναμφισβήτητα απαιτείται τέχνη ή ειδικές γνώσεις, οι Αθηναίοι διεξάγουν εκλογές. Ζήτημα
επομενως αναδείξεως με εκλογή μπαίνει μόνο όπου υπάρχει τεχνική αρμοδιότητα, οπότε και εχει νόημα να διαλέξει κανείς τον
καλύτερο τεχνίτη. Ο αρμόδιος να διαλέξει τον καλύτερο ‘τεχνίτη’ είναι αυτός που χρησιμοποιεί τις πολιτικές του ικανότητες,
δηλαδή ο λαός.

Horace.Vernet-Soldier-LabourerΚάθε φορά που ξεκίνησε ένα πραγματικά δημοκρατικό πολιτικό κίνημα στους τελευταίους αιώνες – και αυτό ισχύει κατ’
εξοχήν για τις αρχές του εργατικού κινήματος – ξαναεφεύρε, ξαναεπινόησε, ξαναδημιούργησε μερικές από τις βασικές ιδέες
που προαναφέρθηκαν. Έτσι, την ιδέα της ά μ ε σ η ς  δ η μ ο κ ρ α τ ί α ς την βρίσκουμε σαφώς στην αμερικανική
επανάσταση του 1776 ‘ συναντάται ακόμη στους κανονισμούς που θέσμισαν τα αγγλικά συνδικάτα τα πρώτα 50 ή 60
χρόνια της υπάρξεώς τους, και αλλού. Το στοιχείο της ανακλητότητας των υπευθύνων ήταν ένας από τους θεσμούς της
Παρισινής Κομμούνας, και το συναντάμε επίσης στην αρχή της εκλογής των αντιπροσώπων στα πραγματικά σοβιέτ ‘ ίσχυσε
δε στα εργατικά συμβούλια στην Ιταλία και Γερμανία το 1920-21, και στην Ουγγαρία το ΄56.
Η αρχαία ελληνική κοινότητα είναι πόλις, πολιτεία και όχι κράτος. Για τον Καστοριάδη η αυτοκυβέρνηση δηλαδή η
κατάργηση της αντινομίας μεταξύ κράτους – ανεξάρτητου μηχανισμού αφ’ ενός και κοινωνίας αφ’ ετέρου, με την αναδημιουργία
μιας πραγματικής πολιτικής κοινότητας, μιας κοινωνικής ομάδας που είναι ικανή να αυτοκυβερνάται, που δεν έχει ανάγκη από
έναν εξωτερικό μηχανισμό εξειδικευμένο και επιφορτισμένο με το έργο αυτό, ήταν και παραμένει ένας από τους κεντρικούς
σκοπούς κάθε κινήματος που επιδιώκει μια ριζική αναμόρφωση της σημερινής κοινωνίας προς την κατεύθυνση μιας
αυτόνομης κοινωνίας.
Μια κοινωνία στην οποία παρατηρείται τεράστια οικονομική διαφοροποίηση είναι αδύνατο να δημιουργήσει πολιτική
ισότητα. Το θέμα της άμεσης δημοκρατίας στον πολιτικό τομέα δεν μπορεί να τεθεί παρά σαν θέμα αυτοκυβέρνησης των
ανθρώπων σε όλους τους τομείς, άρα και στην παραγωγή, με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και την συλλογική
διαχείρηση της παραγωγής από τους παραγωγούς. Η α ν τ ι- λ ο γ ι κ ή, στην λογική της κατανάλωσης, της ήπιας
χειραγώγησης των ανθρώπων, της απεριόριστης ιδιωτικοποίησης, μια λογική που αντιστρατεύεται κάθε εκδημοκρατισμό,
υπάρχει και είναι αυτή της συλλογικής οργάνωσης, της υπευθυνότητας, του κοινωνικού ελέγχου, της μή αδιαφορίας.
Ένα πολύ σημαντικό φαινόμενο που παρατηρείται στην αρχαία Ελλάδα: η α μ φ ι σ β ή τ η σ η της παράδοσης: η
κοινωνία δεν μένει προσκολημένη στους παραδοσιακούς θεσμούς, στον λόγο και τις εντολές του Ιεχωβά, ή σε οποιαδήποτε
άλλη εξωτερική και εξωκοινωνική αρχή και πηγή θέσμισης. Θέτει υπό αμφισβήτηση τους παραδοσιακούς θεσμούς, αφ’
ενός μεν ως νόμους με την στενή και τρέχουσα σημασία του όρου, δηλαδή νόμους πολιτικούς, συνταγματικούς, καταστατικούς
της πολιτικής κοινότητας, νόμους που απαντούν μιά για πάντα στο ερώτημα: ποιός άρχει; αφ’ ετέρου δε ως κοινωνικές
παραστάσεις (ε ι κ ό ν ε ς) τ ο υ κ ό σ μ ο υ , δηλαδή θ ε σ μ ι σ μ έ ν ε ς π α ρ α σ τ ά σ ε ι ς με τις οποίες γαλουχούνται τα
παιδιά και μαθαίνουν τί είναι καλό ή κακό, τί είναι κόσμος, για ποιό πράγμα αξίζει κανείς να ζεί ή να πεθαίνει…

( βλπ. και ΕΤ1 video- αφιέρωμα Κ.Καστοριάδης : http://vimeo.com/16124558 )

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

workers assembly