91. ‘αλήθεια’ (Nietzsche) και το σύμπλεγμα ‘γνώσης-εξουσίας’ (Foucault)

91. nietzsche.foucault.power-knowledge.pm

velazquez-meninasΟ Nietzsche αντιπαλεύει την δογματικότητα με την οποία εμφανίζεται εν γένει κάθε εδραιωμένη και κυρίαρχη άποψη. Δογματισμός, γι’ αυτόν, σημαίνει επικυριαρχία, επιβολή μιας άποψης στον τρόπο ζωής και θέασης του κόσμου άλλων ανθρώπων. Αυτό επιτυγχάνεται με την αποσιώπηση της δεδομένης μερικότητας της άποψης (δεν υπάρχει μία μοναδική αληθής άποψη).

Σαν αντίδραση στην παραδοσιακή μεταφυσική, ο Nietzsche εισάγει την έννοια του «προοπτικισμού» ως απόρριψη της έννοιας του πράγματος καθεαυτού, της αντιστοιχιστικής θεωρίας της αλήθειας και κατ’ επέκταση της θεμελιοκρατικής αντίληψης για τη γνώση. Η φιλοσοφία και οι επιστήμες κατασκευάζουν για τον κόσμο εικόνες, για τις οποίες δεν μπορούμε να πούμε εάν είναι αληθείς ή ψευδείς διότι η πραγματικότητα δεν έχει κάποια δομή που να αντιστοιχίζεται με οποιαδήποτε από τις εικόνες αυτές. Δεν υπάρχει το πράγμα καθεαυτό πίσω από τη φαινόμενη πραγματικότητα. Ο νιτσεϊκός δε προοπτικισμός δεν αφήνει δυνατότητα ύπαρξης ερμηνείας έξω από κάποια οπτική γωνία. Αυτό που δεν μπορεί να υπάρξει είναι μία καθολικά καλύτερη προοπτική. Η υιοθέτηση και αποδοχή κάποιας προοπτικής εν τέλει συνδέεται με την απόφαση να συμμορφωθούμε με ένα σύνολο αξιών, με ένα τρόπο ζωής.

Η αλήθεια για τον Nietzsche δεν ανακαλύπτεται αλλά δημιουργείται, κατασκευάζεται.

O Michel Foucault πρότεινε έναν ιδιαίτερο τρόπο θεώρησης των περιοχών και τρόπων παραγωγής γνώσης αλλά και της ίδιας της παραγόμενης αλήθειας και της επιστημονικής αντικειμενικότητας ως «αποτελεσμάτων των θεμελιωδών αλληλο-εμπεριεχόμενων πρακτικών γνώσης-εξουσίας και των ιστορικών μετασχηματισμών τους».

Οι ίδιες οι πρακτικές παραγωγής γνώσης επιτελούνται, ως επί το πλείστον, σε οροθετημένο πλαίσιο σχηματισμών λόγου, μέσα σε συγκεκριμένα πολιτικά, οικονομικά και θεσμικά «καθεστώτα παραγωγής αλήθειας». Συνιστούν επομένως εξαρχής λίγο ή πολύ ελεγχόμενες και «πειθαρχικοποιημένες» πρακτικές. Ο ίδιος ο κόσμος της παραγωγής της επιστημονικής γνώσης είναι ένας κόσμος εξουσίας, που διέπεται από ιστορικά διαμορφωμένα σύνορα, από διαιρέσεις, κανόνες, απαγορεύσεις, ιεραρχίες και ελέγχους.

Η γνώση δεν μπορεί ποτέ να αναπεμφθεί σε ένα υποκείμενο που βρίσκεται ελεύθερο σε σχέση με ένα διάγραμμα εξουσίας, αλλά ούτε και η εξουσία μπορεί να διαχωριστεί από τις δυνάμεις της γνώσης που την ενεργοποιούν.

Η γνώση και η εξουσία δεν αποτελούν ασφαλώς ένα και το αυτό πράγμα…. -το ζητούμενο είναι αντιθέτως να δειχθούν οι «διαφορετικές σχέσεις» που ιστορικά αναπτύχθηκαν μεταξύ των δύο. Πώς συγκεκριμένες μορφές εξουσίας ίδιου τύπου, κατέστη δυνατό να επιφέρουν σώματα γνώσης τα οποία ήταν εντελώς διαφορετικά και στο αντικείμενό τους όπως και στη δομή τους;

Louis_Anquetin.MoulinRouge1893«Δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τίποτα γύρω από την οικονομική επιστήμη εάν δεν γνωρίζει πώς η εξουσία και η οικονομική εξουσία ασκούνται στη καθημερινή ζωή. Η άσκηση της εξουσίας δημιουργεί αέναα γνώση και, αντιστρόφως, η γνώση σταθερά επάγει αποτελέσματα εξουσίας». Ο «μοντέρνος ανθρωπισμός» επομένως έχει λάθος όταν σχηματίζει αυτή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ γνώσης και εξουσίας: το ένα είναι ενσωματωμένο μέσα στο άλλο. Δεν έχει νόημα να ονειρευόμαστε εκείνη τη στιγμή όπου η γνώση θα πάψει να εξαρτάται από την εξουσία: «δεν είναι δυνατόν για την εξουσία να ασκείται χωρίς γνώση, είναι αδύνατον για την γνώση να μην επιφέρει αποτελέσματα εξουσίας».

(στ.1) λόγος και αλήθεια (F. Nietzsche)

(στ.2) το σύμπλεγμα ‘γνώσης-εξουσίας’ (M. Foucault)

(στ.3) Σχηματισμοί λόγου, αποφάνσεις, αρχεία (M. Foucault)

(στ.4) ‘αρχαιολογία’ και ανάλυση των επιστημών (M. Foucault)

(στ.5) ‘αρχαιολογία των επιστημών’: απάντηση του Foucault στον ‘Επιστημολογικό Κύκλο’

[…] PDF

old world library

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

84. γνώση και πειθαρχία στο μαζικό σχολείο

(u.3) knowledge.discipline.school.pm

renoir.parapluiesΈνας τρόπος να αντιμετωπίσουμε το εύρος των συγκρουόμενων ή αλληλοσυμπληρωνόμενων μορφών εκπαιδευτικής πρακτικής (και των λογικών που τις διέπουν), είναι υπό το πρίσμα της εξέτασης των μορφών εμπειρίας και υποκειμενικότητας που επιδιώκουν να παραγάγουν και να κατανείμουν.

Στις περισσότερες θεωρήσεις που πραγματεύονται την «πολιτισμική αναπαραγωγή» οι σχέσεις εξουσίας (δηλαδή, τελικώς, κυριαρχίας) που χαρακτηρίζουν το σχολείο, πηγάζουν (άμεσα ή έμμεσα) από το κράτος και την κυριαρχία της αστικής τάξης στα πεδία της παραγωγής, του ελέγχου και της κατανομής των υλικών και πολιτισμικών αγαθών. Το υποκείμενο σε αυτές τις θεωρίες γενικά θεωρείται απλός δέκτης της πολιτισμικής δράσης που το σχολείο ασκεί πάνω του. Εφόσον οι κύριες όψεις του πολιτισμού και του συναφούς κυρίαρχου τρόπου σκέψης έχουν εγγραφεί στην συνείδησή του, το υποκείμενο, αδρανής φορέας, δεν κάνει άλλο από το να συμμετέχει πειθήνια στην μονοσήμαντη κίνηση του αναπαραγωγικού αυτού κύκλου. Η έννοια της ‘αντίστασης’ επί της ουσίας σχεδόν απουσιάζει από την παραπάνω αντίληψη.

Οι μορφές μαζικού σχολείου των νεώτερων δυτικών κοινωνιών (εδώ ανήκει και το αυστηρά πειθαρχικό σχολείο) αποτέλεσαν προϊόντα των στρατηγικών της αστικής τάξης και κατέτειναν στην παγίωση σχέσεων κυριαρχίας και στην πολιτική και κοινωνική υποταγή. Εν τούτοις μια θεωρία των εκπαιδευτικών πρακτικών που σταματά την ανάλυση σε αυτό το σημείο είναι μάλλον ελλειπής. Εάν δεχθούμε αντιθέτως, σε συμφωνία με τις αναλύσεις του M.Foucault, πρώτον, ότι η εξουσία δεν είναι απλώς μια αρνητική δύναμη που μόνο καταπιέζει, αποκλείει ή αποσιωπά, και δεύτερον ότι οι σχέσεις εξουσίας δεν είναι αποκλειστικά (λίγο ή πολύ) παγιωμένες σχέσεις κυριαρχίας, τότε αυτό το «ρευστό» «παραγωγικό πλέγμα» σχέσεων εξουσίας που εισήγαγε ο Foucault μπορεί να οδηγήσει σε μια πληρέστερη κατανόηση της «εκπαιδευτικής δράσης».[1] […] PDF

EDUCATION/BRITAIN/CLASS

Αυτόνομη Πρωτοβουλία


[1] Ο E.Durkheim πρότεινε τον ορισμό της εκπαίδευσης ως «δράσης» η οποία στοχεύει στην παραγωγή και ανάπτυξη συγκεκριμένων φυσικών, πνευματικών, ηθικών “καταστάσεων” στα παιδιά. Με μια ευρύτερη έννοια και ο Foucault χρησιμοποιεί την έννοια της “δράσης” όταν αναφέρεται στην επενέργεια των θεσμών κατά την συγκρότηση των υποκειμένων.

83. κοινων.αναπαραγωγή της γνωσης /μοντέλα διδακτικής επιστημών

(u1.u2) social.teach.sciences.pm

ed.hopper.early-sunday

 

 

 

 

 

 

Ποιοι είναι οι όροι, η σημασία και οι συνέπειες της ‘μετάβασης’ από τον κόσμο των βιωμάτων στον κόσμο των επιστημονικών εξηγήσεων; Και πώς αναπαράγεται κοινωνικά η επιστημονική γνώση; Ποια συμπεράσματα προκύπτουν εάν επικεντρώσουμε την έρευνά μας στους επίσημους θεσμούς οι οποίοι αναπαράγουν “επικυρωμένη” και “έγκυρη” γνώση; […] PDF

(θ.1) για την κοινωνική αναπαραγωγή της γνώσης.

(θ.2) μοντέλα διδακτικής των επιστημών.

University-Aberdeen-New-Library-Scotland

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

73. (M.Foucault) ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ και ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ

73. foucault.intellectuals.pm.21-02-2013

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΓΝΩΣΗ ….(M.Foucault)

HannahHoch-KitchenWeimarBeer-BellyCulture1919Όπως το θέτει ο Deleuze, ο Foucault μας έμαθε κάτι θεμελιώδες: πως είναι πραγματικά προσβλητικό να μιλάμε
εκ μέρους των άλλων.1
Ο ρόλος του διανοούμενου, υποστήριζε ο Foucault «δεν είναι να λεει στους άλλους τι πρέπει να κάνουν – τι δικαίωμα
θα είχε για να κάνει κάτι τέτοιο;»2 Η εργασία του δεν είναι να μορφοποιεί την πολιτική θέληση των άλλων. Μέσα
από τις αναλύσεις του οφείλει να επερωτά όλα όσα αυταπόδεικτα θεωρούνται δεδομένα, να διαταράσσει
διανοητικές συνήθειες, να διαλύει τα οικεία και αυτονόητα, να επανεξετάζει κανόνες και θεσμούς, και μέσα από
μια τέτοια επανα-προβληματοποίηση να συμμετέχει στη διαμόρφωση μιας πολιτικής βούλησης.3
Ο ίδιος δέχεται για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό του «ειδικού διανοούμενου»: «εργάζομαι σε ένα ειδικό πεδίο
και δεν παράγω μια θεωρία για τον κόσμο».4 Προσπάθησα πάντοτε, έλεγε ο Foucault, «να μην παίζω τον ρόλο του
προφητικού διανοούμενου ο οποίος δίνει υποδείξεις και προδιαγράφει» εννοιολογικά πλαίσια, αντικειμενικούς σκοπούς,
τα μέσα εκείνα τα οποία έχει ο ίδιος σχεδιάσει στο κεφάλι του δουλεύοντας στο γραφείο του ανάμεσα στα βιβλία του..
Η δουλειά ενός “εξειδικευμένου διανοούμενου” είναι να επιχειρήσει να απομονώσει και να αποκαλύψει, μέσα στην
συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, εκείνα τα συστήματα σκέψης τα οποία μας έχουν γίνει οικεία, τα οποία φαίνονται
αυτονόητα και τα οποία είναι πλέον αναπόσπαστα από τις αντιλήψεις, τις διαθέσεις και τις συμπεριφορές μας. Έπειτα,
πρέπει να συνεργαστεί με τους πρακτικά εμπλεκόμενους, όχι μόνο για να τροποποιήσει τους θεσμούς και τις
πρακτικές αλλά και να επαναδιαμορφώσει τις εν λόγω μορφές σκέψης.5

Ο διανοούμενος επομένως δεν πρέπει να παίζει το ρόλο του συμβούλου. «Το πρόγραμμα, οι τακτικές και οι
στόχοι που πρέπει να υιοθετηθούν είναι υπόθεση αυτών οι οποίοι διεξάγουν τον αγώνα. Αυτό που μπορεί να κάνει ο
διανοούμενος είναι να προμηθεύσει εργαλεία για την ανάλυση». Αυτός είναι ο θεμελιώδης ρόλος των ιστορικών,
αυτό που χρειάζεται στην ανάλυση της εξουσίας είναι «μια περιπλεγμένη, διεισδυτική σύλληψη του παρόντος, τέτοια
που καθιστά δυνατό να εντοπιστούν οι γραμμές αδυναμίας, τα δυνατά σημεία […]».6 Αυτό δηλαδή που χρειαζόμαστε
είναι μια «τοπολογική και γεωλογική επισκόπηση του πεδίου της μάχης», αυτός είναι ο ρόλος του διανοούμενου: να
χαρτογραφήσει αυτό το εξαιρετικά «πολύπλοκο μωσαϊκό» μηχανισμών, αμοιβαίων ελέγχων, συναρμογών. Αυτό που
πρέπει να εξακριβώσουμε είναι όχι ποιο ολικό σχέδιο προΐσταται όλων των αναπτύξεων της εξουσίας, αλλά, «πώς, με
όρους στρατηγικής, τα διαφορετικά κομμάτια τέθηκαν στη θέση τους».

Clive Gardiner-blast-furnaceΗ “πολιτικοποίηση” ενός διανοούμενου προέκυπτε μέχρι τη δεκαετία του ’60 με βάση, πρώτον τη θέση
του στην αστική κοινωνία (στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής) και δεύτερον από τον ίδιο του τον λόγο, στο
βαθμό που έφερνε στο φως κάποιο είδος αλήθειας. Οι δύο αυτές μορφές πολιτικοποίησης δεν απέκλειαν η μια την
άλλη αλλά και δεν ταυτίζονταν αναγκαία: «υπήρχε ο τύπος του “καταραμένου” και ο τύπος του “σοσιαλιστή”». Έπειτα
από κορυφαίες στιγμές σύγκρουσης (1848, Κομμούνα 1871, μετά το 1940…) οι δύο μορφές «συγχωνεύτηκαν»: η
απόρριψη και οι διώξεις έρχονταν ως αποτέλεσμα της αποκάλυψης της “αλήθειας” ‘ «ο διανοούμενος αποκάλυπτε την
αλήθεια σε όσους δεν μπορούσαν ακόμη να την δουν και εν ονόματι εκείνων που τους απαγορευόταν να την πουν»,
συνείδηση και ευφράδεια.

Εν τούτοις μετά και τα γεγονότα των τελευταίων ετών της δεκαετίας του ’60 (Μάης ’68) οι διανοούμενοι
αντιλήφθηκαν πως οι “μάζες” «δεν έχουν ανάγκη την βοήθειά τους για να μάθουν ό,τι γνωρίζουν ήδη πολύ καλά,
χωρίς αυταπάτες» και μάλιστα καλύτερα από εκείνους, και ότι «μπορούν να μιλήσουν γι’ αυτά από μόνες τους».
Όμως, υπάρχει ένα σύστημα εξουσίας το οποίο αποκλείει, απαγορεύει και ακυρώνει τον λόγο και τη γνώση των
μαζών ‘ και αυτή η εξουσία δεν εδρεύει μόνο στις ανώτερες βαθμίδες λογοκρισίας αλλά διεισδύει επιδέξια σε
ολόκληρο το κοινωνικό δίκτυο. Οι ίδιοι λοιπόν οι διανοούμενοι είναι τμήμα αυτού του συστήματος εξουσίας, και η ιδέα
ότι αποτελούν υπεύθυνους φορείς συνείδησης και λόγου ανήκει στο σύστημα αυτό.
Ρόλος πλέον του διανοούμενου δεν είναι να στέκεται “πιο μπροστά και δίπλα” προκειμένου να αρθρώσει την
κατασταλμένη αλήθεια της συλλογικότητας ‘ είναι μάλλον να αγωνίζεται ενάντια στις μορφές εξουσίας οι οποίες τον
μετατρέπουν σε αντικείμενο και εργαλείο τους: στις σφαίρες της “γνώσης”, της “αλήθειας”, της “συνείδησης” και του
“λόγου”. Με αυτή την έννοια, η θεωρία δεν εκφράζει ή μεταφράζει μια πρακτική: είναι πρακτική. Αλλά είναι
τοπική και περιορισμένη, και όχι ολοποιητική. Πρόκειται για μια μάχη για την αποκάλυψη και την υπονόμευση
της εξουσίας «εκεί ακριβώς όπου είναι περισσότερο αδιόρατη και ύπουλη». Δεν πρόκειται για “αφύπνιση της
συνείδησης” («η συνείδηση ως γνώση έχει ήδη κατακτηθεί από τις μάζες», ενώ «η συνείδηση ως η βάση της
υποκειμενικότητας είναι ένα προνόμιο της μπουρζουαζίας»), αλλά για υπόσκαψη, για κατάληψη της εξουσίας ‘ μια
«δράση δίπλα σε αυτούς που αγωνίζονται και όχι από ασφαλή απόσταση με στόχο την διαφώτισή τους».7
belkin.anatolyΟ ρόλος του διανοούμενου «δεν είναι να διαμορφώσει την εργατική συνείδηση, η οποία υπάρχει ούτως ή άλλως»,
αλλά να «επιτρέψει σε αυτή την εργατική γνώση να εισχωρήσει στο σύστημα πληροφόρησης, να διαδοθεί και να
βοηθήσει έτσι άλλους, εργάτες ή μη […]». Κάποιοι εργαζόμενοι θεωρούν ότι η μόνη γνώση που έχει σημασία είναι
αυτή ενός συγκεκριμένου κοινωνικού στρώματος, δηλαδή των επιστημόνων, και ότι οι εργάτες δεν γνωρίζουν ούτως ή
άλλως τίποτα.. ‘ όμως, όχι μόνο η γνώση των εργατών υπάρχει «αλλά αξίζει και περισσότερο από τις άλλες μορφές
γνώσης». Ασφαλώς πρέπει να διαμορφωθεί κατάλληλα, να μετασχηματιστεί – οι εργαζόμενοι δεν γνωρίζουν εκ των
προτέρων και αυτοδίκαια, χάρη σε κάποιο φυσικό δικαίωμα. Εν τούτοις «η γνώση ενός διανοούμενου είναι πάντοτε
μερική σε σχέση με την εργατική γνώση». Η εργατική τάξη κατέχει μια «σφαιρική εμπειρία» για τα γεγονότα της
ιστορίας ‘ η «ουσιαστική γνώση» δεν βρίσκεται στο κεφάλι του διανοούμενου αλλά σε εκείνα των εργατών.

Από τον 19ο αιώνα, διαδίδεται η ιδέα (εμφανές στα κείμενα των αστών της εποχής) ότι οι εργάτες, “παρ’ ότι τίμιοι
άνθρωποι, είναι ωστόσο παρορμητικοί”. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία προβάλει το σκεπτικό πως δεν θα πρέπει να
αφήνονται οι εργάτες να κάνουν ό,τι θέλουν ‘ έχουν καλά αισθήματα μεν και αυθορμητισμό, αλλά δεν μπορούν να
σκεφθούν από μόνοι τους. «Όμως λεει ο Foucault, οι εργάτες σκέφτονται, γνωρίζουν, συλλογίζονται, υπολογίζουν».
Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, θεωρώντας πως είναι η μόνη αρμόδια να σκεφτεί και να αποφασίσει
«μετατράπηκε μοιραία σε εμπόδιο για την εργατική δράση που μπορεί να είναι συγχρόνως αυθόρμητη και
ενστόχαστη. Από τη στιγμή που διχάζεται αυτή η εμπειρία, παίζεται ένα παιχνίδι που ευνοεί την εργοδοσία».
Στο εσωτερικό των εργατικών αγώνων ανέκαθεν αναδύονταν αξίες διαφορετικές από έναν “εγωισμό” που
διακρίνει την αστική σκέψη: ανακαλύπτουμε εκεί μορφές αλληλοβοήθειας και αληθινής αδελφοσύνης. «[…]
εφόσον τα μέσα ενημέρωσης βρίσκονται στα χέρια της αστικής τάξης, αυτές οι αξίες και αυτή η αυτόνομη σκέψη δεν
μπορούν να εκφραστούν. […] Οι διανοούμενοι σχηματίζουν ενίοτε για την εργατική τάξη μια εικόνα με βάση τις
ανθρωπιστικές αξίες της αστικής τάξης. Όμως δεν είναι έτσι». Εάν το εξετάσουμε προσεκτικότερα «θα διαπιστώσουμε
τελικώς ότι [η εργατική τάξη] τάσσεται με την παρανομία. Είναι ενάντια στον νόμο, αφού ο νόμος φτιαχνόταν πάντα
εναντίον της».8

André Masson -portraitpoet kleist1939Η κριτική είναι ακριβώς «το να δείξεις ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο αυτονόητα όπως κάποιος μπορεί να πιστεύει, το να
δεις ότι αυτό το οποίο γίνεται δεκτό ως αυταπόδεικτο δεν μπορεί πλέον να γίνεται αποδεκτό ως τέτοιο. Το να ασκείς κριτική
σημαίνει να κάνεις τις επιπόλαιες χειρονομίες δύσκολες». Από τη στιγμή που κάποιος «δεν μπορεί πλέον να σκεφθεί τα πράγματα
με τον τρόπο που γινόταν αυτό πριν», τότε η αλλαγή γίνεται ταυτόχρονα επιτακτική, πολύ δύσκολη, και απολύτως δυνατή. Ο
ρόλος ενός διανοούμενου σε όλα αυτά είναι να διαπιστώσει κατά πόσο μπορεί η απελευθέρωση της σκέψης να καταστήσει τις
αλλαγές αυτές επαρκώς επείγουσες για τους ανθρώπους ώστε να θέλουν να τις φέρουν εις πέρας… Εάν «οι τρόποι σκέψης,
δηλαδή οι τρόποι δράσης» δεν μεταβληθούν, όποιο και εάν είναι το σχέδιο αλλαγών θα απορροφηθεί από τρόπους
συμπεριφοράς και θεσμούς οι οποίοι θα παραμένουν πάντοτε οι ίδιοι.9

—————————————————————

1 “Intellectuals and Power”, Conversation with Deleuze, δημοσιεύθηκε στο L’ Arc no.49, 03-1972. Βρίσκεται στο Foucault Live, Collected Interviews 1961-1984, S. Lotringer (ed.) Semiotext(e) 1996.
2 L’ Espresso, 15 July 1984.
3 “The Concern for Truth”. Interview by F. Ewald. Βρίσκεται στο Politics, Philosophy, Culture- Interviews & Other Writings 1977-1984, [ed.] L.D. Kritzman, Routledge 1988, σελ. 265.
4 “On Power”, Interview 1978. Politics, Philosophy, Culture- Interviews & Other Writings 1977-1984, [ed.] L.D. Kritzman, Routledge 1988, σελ. 107-108.
5 What is Called “Punishing”? Συνέντευξη F. Ringelheim, 1983. Η Έννοια της Τιμωρίας –Μια Συνέντευξη του M. Foucault, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα 1990.
6 Body/ Power, στο Power/ Knowledge, The Harvester Press 1980, σελ.55 έως 62.
7 “Intellectuals and Power”, Conversation with Deleuze, L’ Arc no.49, 03-1972.
8 Liberation 26-05-1973, συζήτηση με τους Jose και Barrou. “Ο διανοούμενος πρέπει να συλλέγει ιδέες”, στο Το Μάτι της Εξουσίας, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 65-69. Τι μπορούμε εν τούτοις να πούμε για την “αίσθηση πειθαρχίας” που φαίνεται να υιοθετούν πολλοί εργάτες στις δουλειές τους; Εκεί όσοι παρεκκλίνουν ή σφάλουν επικρίνονται όχι μόνο από τους εργοδότες αλλά και από τους συναδέλφους τους… Για τον Foucault το ζήτημα είναι «πώς αντιλαμβανόμαστε αυτή την πειθαρχία»: είναι αποτέλεσμα πίεσης δεκαετιών πάνω στην εργατική τάξη; Έχει χαρακτηριστικά “συλλογικής αλληλεγγύης”; Όπως και να έχει, στις συγκρούσεις αξιών και συμπεριφορών στο εσωτερικό της τάξης μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι άλλες έρχονται από έξω, έχουν επιβληθεί ενώ άλλες χαρακτηρίζουν την εργατική συνείδηση και αποτελούν εργαλεία αγώνα.
9 “Practicing Criticism”, with D. Eribon, Liberation 1981. Βρίσκεται στο Politics, Philosophy, Culture- Interviews & Other Writings 1977-1984, [ed.] L.D. Kritzman, Routledge 1988.

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

communist party leaders- mao1950