114. «κοινωνική-πολιτισμική» ιστορία των επιστημών (i)

……..«κοινωνική-πολιτισμική» ιστορία των επιστημών (i)

Maxime Maufra.twilight-winter-douarnenezΗ ιστορία των επιστημών μελετά κατά πρώτον τις ιδέες, τις πρακτικές, τις τεχνικές, τους επιστημονικούς θεσμούς που δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Κατά δεύτερον, μελετά παράλληλα την ιστορία των ανθρώπων που καλλιέργησαν τις επιστήμες μέσα σε αυτούς τους θεσμούς: είναι άνθρωποι με διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές και διαφορετικές πολιτικές, φιλοσοφικές, αισθητικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές αντιλήψεις. Το αντικείμενο της ιστορίας των επιστημών είναι επομένως η επιστήμη ως ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Η επιστήμη δεν γεννάται εντός κάποιου «κοινωνικού κενού». Οι χρονικές-χωρικές συντεταγμένες αλλά και οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες παίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση του επιστημονικού λόγου όσο και στις επαγόμενες κοινωνικές λειτουργίες των επιστημών.

Στο εσωτερικό των «επιστημονικών» θεσμών, στην πορεία του χρόνου πολλοί ερευνητές επιδίωξαν να πείσουν άλλους για την ορθότητα των απόψεών τους – σε κάθε εποχή οι άνθρωποι είχαν διαφορετικούς, ωστόσο συγκεκριμένους, λόγους να αντιλαμβάνονται ως «αληθινά» εκείνα που πίστευαν για την φύση. Αντιλαμβανόμαστε πως δεν αρκούσαν ούτε η προσκόμιση εμπειρικών στοιχείων ούτε η τυπικά ορθή επιχειρηματολογία ώστε να αλλάξουν περισσότερο ή λιγότερο εδραιωμένες απόψεις. Η «πειθώς» εντός μιας κοινότητας συνιστά ένα σύμπλεγμα πολύπλοκων πολιτισμικών και διανοητικών διεργασιών, με τον ίδιο τρόπο που οι καινοτόμες ιδέες δεν αποτελούν απλώς θέμα μυστήριας «έμπνευσης» σπουδαίων διανοητών αλλά συγκεκριμένη έκφραση της απόκρισής τους σε διανοητικά, τεχνικά και κοινωνικά προβλήματα που αναφύονται στην εκάστοτε εποχή.

Στις αφηγήσεις για την εξέλιξη των επιστημών επιβιώνουν πολλοί μύθοι: κάποιοι από αυτούς αφορούν την προσωπική στάση διαφόρων επιστημόνων και ποικίλα στιγμιότυπα της καθημερινότητας. Ορισμένοι είναι πολύ σοβαρότεροι: αφορούν κρίσεις για ιστορικές περιόδους (όπως ο Μεσαίωνας), για θεσμούς (όπως η Εκκλησία) και πολιτισμούς (όπως το Ισλάμ) οι οποίες εκφράζουν πολύ βαθύτερα εδραιωμένες προκαταλήψεις και ιδεοληψίες, ιδεολογικές και μεταφυσικές δεσμεύσεις ή καθαρά πολιτικές θέσεις. Τον Μεσαίωνα για παράδειγμα, πολλοί τον φαντάζονταν ως μια σκοταδιστική εποχή όπου τίποτε γόνιμο δεν δημιουργούνταν ‘ μια επικράτεια κυριαρχούμενη από την μαγεία και τον «ανορθολογισμό» και από παραδόσεις οι οποίες δεν προώθησαν σε τίποτα την επιστήμη.* Σήμερα πλέον, σε αντίθεση με μια αντίληψη που τα έκρινε απλώς ως πρακτικές μυστικιστικής υφής και τροχοπέδη αιώνων στην ανάδειξη του «ορθού λόγου», την συνεισφορά της αστρολογίας, των «ερμητικών» κειμένων, της αλχημείας κ.ά. παραδόσεων στην ανάδυση της λεγόμενης «επιστημονικής επανάστασης» του 16ου και 17ου αιώνα λίγοι ιστορικοί την αμφισβητούν.[1]

Mikhail Nesterov (1862-1942) Marya NesterovaΚατά τον 19ο αιώνα, η αντίδραση των πρώτων ιστορικών της επιστήμης ήταν βαθιά επηρεασμένη από την θετικιστική αντίληψη του A. Comte: η εξιστόρηση της επιστημονικής εξέλιξης θα γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε, επί της ουσίας, να επικυρώνονται οι δικές τους γνωσιολογικές και φιλοσοφικές προκείμενες για τον βαθύτερο χαρακτήρα της γνώσης, σε ευθυγράμμιση με το αναδυόμενο θετικιστικό μοντέλο.[2] Η επιστήμη θεωρούνταν πως εξελίσσεται «σωρευτικά» ‘ οι θεωρητικές προβλέψεις ελέγχονται πειραματικά και πιθανές αποκλίσεις οδηγούν σε εκ νέου επεξεργασία των θεωριών… Οι ιστορικοί έρχονταν να πιστοποιήσουν αυτό το μοντέλο με συστηματική καταγραφή εσωτερικών στην επιστήμη γεγονότων. Σε αυτού του είδους την ιστοριογραφία πολιτισμικοί, ιδεολογικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί («εξωγενείς») παράγοντες δεν έπαιζαν κάποιο ρόλο.

Οι αρχικές λοιπόν ιστορίες των επιστημών (μέσα προς τέλη 19ου αιώνα) είχαν συγκεκριμένο στόχο: ήθελαν να αναδείξουν το μεγαλείο του ανθρώπινου πνεύματος και την συνέχεια διαμέσου των αιώνων της δημιουργικότητάς του.[3] Η πλειονότητα των φιλοσόφων και ιστορικών της επιστήμης στις αρχές του 20ου αιώνα -και για πολλά χρόνια μετά- θα επιμείνει στην άποψη πως η επιστήμη δεν είναι παρά η αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας «αντικειμενικής» δομής της φύσης, πως η εγκυρότητά της είναι καθολική, και πως «οι απαρχές της» δεν επηρεάζουν τον «ανεξάρτητο» χαρακτήρα της.

Εντούτοις, η ιστορία των επιστημών είναι κάτι διαφορετικό και κάτι περισσότερο: την επιστήμη την θεραπεύουν συγκεκριμένοι άνθρωποι που διαβιούν σε ιδιαίτερες κοινωνίες εντός ιστορικών πολιτισμών ‘ άνθρωποι με μεροληψία και προκαταλήψεις, με ιδεολογικές ή θρησκευτικές αγκυλώσεις, με οντολογικές και μεταφυσικές δεσμεύσεις, με πολιτικές πεποιθήσεις και (ιδιοτελείς ή μη) κοινωνικές επιδιώξεις. Πολλοί έχουν την πεποίθηση ότι η επιστήμη κατέχει κάποιου είδους «εγγενή» και αχρονική «αλήθεια» και πως η αναπόφευκτη αποκάλυψή της δίνει στην επιστήμη μια ισχυρή δυναμική στην αποδοχή, επικράτηση και διάδοση των πορισμάτων της. Οι αναφορές τότε σε συγκεκριμένα επεισόδια της πορείας της και σε διάφορα στιγμιότυπα της ζωής των επιστημόνων λειτουργούν ως απλό συμπλήρωμα μιας κατά τα άλλα προδιαγεγραμμένης εξέλιξης. Ωστόσο βέβαια, αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «αλήθεια» είναι και αυτό μια έννοια που λαμβάνει σχήμα και περιεχόμενο ιστορικά από εμάς τους ανθρώπους: το πώς την πιστοποιούμε και το τι ρόλο (κοινωνικό, ιδεολογικό, πολιτισμικό, πολιτικό) διαδραματίζει είναι προβλήματα που έχουν αποτελέσει διαχρονικά αντικείμενο σφοδρών αντιπαραθέσεων.

MarcelDuchamp-DrRDumouchel1910Η ιστορία των επιστημών μελετά τις προσπάθειες των ανθρώπων να κατανοήσουν τη φύση αλλά και να πείσουν τους άλλους για την ορθότητα των απόψεών τους. Είναι η ιστορία εκείνου του ιδιαίτερου κοινωνικού και πολιτισμικού φαινομένου που ονομάσαμε «επιστήμη».[4] Οι τρόποι κατανόησης των φυσικών φαινομένων και επηρεάζουν αλλά και επηρεάζονται από τις άλλες δραστηριότητες των ανθρώπων: οι ιδέες περί πολιτικής και ηθικής, ο τρόπος πρόσληψης της εξωτερικής πραγματικότητας, οι θεωρίες περί δικαίου, οι τέχνες, επηρεάστηκαν και επηρέασαν τις μελέτες για τη λειτουργία της φύσης.

Σε πολύ μακρινές εποχές, η προσπάθεια κατανόησης των φυσικών φαινομένων υπήρξε ενταγμένη μέσα σε ένα διανοητικό πλαίσιο που πολύ αργότερα θα το ταυτίσουμε με την «μεταφυσική» θεώρηση του κόσμου. Η σύγχρονη ιστορία της επιστήμης μελετά και την ιστορία αυτών των αντιλήψεων σε εποχές όπου η έννοια της «επιστήμης» δεν υφίστατο.[5]

Τα προβλήματα της «αλήθειας» των επιστημονικών θεωριών δεν έχουν στην ιστορία των επιστημών το ίδιο ειδικό βάρος που κατέχουν στην φιλοσοφία των επιστημών. Στόχος της ιστορίας των επιστημών δεν είναι να αναδείξει εκείνη την διαδοχή θεωριών, προτάσεων και μοντέλων η οποία υποτίθεται κατέληξε στην σημερινή πληρέστερη εικόνα μας για την φύση. Και αν ακόμη, υποθετικά, δεχόμασταν ότι οι θεωρίες μας τείνουν να αποκαλύψουν την «τελική» και «αληθή» δομή και λειτουργία της φύσης, τους ιστορικούς δεν τους ενδιαφέρει μια ανασυγκρότηση της επιστήμης ως πορεία με «επιμέρους αλήθειες» οι οποίες απλά συσσωρεύονται προσεγγίζοντας ολοένα και περισσότερο κάποια αχρονική «αλήθεια». Αντιθέτως: αυτό που ενδιαφέρει έναν ιστορικό είναι να αναδείξει το γεγονός ότι στο παρελθόν κάποιοι άνθρωποι ενεπλάκησαν σε διαμάχες προσπαθώντας να πείσουν άλλους για την αλήθεια των θεωριών τους. Αυτό που εμείς ζητούμε να κατανοήσουμε είναι η αλήθεια των διαφόρων ιδεών τους στο δικό τους ιδιαίτερο πολιτισμικό πλαίσιο και όχι με βάση κάποια απόλυτα και μη-ιστορικά κριτήρια.[6]

Στην ιστορία των επιστημών ανακαλύπτουμε μια πολυμορφία μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν από τους ερευνητές. Μια μεγάλης εμβέλειας διαμάχη των φιλοσόφων της επιστήμης με τους ιστορικούς αφορά ακριβώς την «μέθοδο». Πολλοί φιλόσοφοι και επιστήμονες επιμένουν και διερευνούν τη δυνατότητα διατύπωσης μίας και μοναδικής μεθόδου που προσιδιάζει στην επιστήμη. Από την άλλη πλευρά πολλοί ιστορικοί θεωρούν πως αυτή η προσκόλληση και η ανάγνωση του παρελθόντος με στόχο μια μόνιμη επιβεβαίωση της «απόλυτης κυριαρχίας του ορθολογισμού» -και σε αντίθεση με το τι μας διδάσκει πραγματικά η ιστορία- είναι τελικώς λανθασμένη.


Albert Pinkham Ryder

* Η σκόπευση των πρώτων ιστορικών της επιστήμης ήταν προσανατολισμένη σε μια λεπτομερή αφήγηση και σε μια εξαντλητική μελέτη των πηγών. Δεν εντοπίζουμε ενασχόληση με συγκεκριμένα ερωτήματα ή «προβλήματα» προς λύση. OPierreDuhem, καθολικός και οπαδός του θετικισμού, θα είναι ο πρώτος ουσιαστικά ο οποίος θα ασχοληθεί με ένα ιστορικό πρόβλημα: θα αμφισβητήσει τον κοινό τόπο περί ενός σκοτεινού Μεσαίωνα. Ο Duhemθα υποστηρίξει πως ο ρόλος διαφόρων «σχολαστικών» μελετητών και της καθολικής Εκκλησίας υπήρξε καθοριστικός: αυτή έδειξε την ορθή μέθοδο για την καλλιέργεια της επιστήμης. Το «μεγαλειώδες κίνημα» του τέλους του 16ου και αρχών 17ου αιώνα υπήρξε «καθαρή και απλή επιστροφή στις διδασκαλίες των παρισινών σχολαστικών. Ο Κοπέρνικος και ο Γαλιλαίος είναι οι οπαδοί και οι συνεχιστές του NicolaOresmeκαι του JeanBuridan. Όταν η επιστήμη για την οποία είμαστε τόσο περήφανοι είδε το φως της ημέρας, η καθολική Εκκλησία ήταν η μαμή». (Μάλιστα, ακόμη και η αρχαία επιστήμη δεν ήταν απαλλαγμένη κατά τον Duhemαπό θεολογικές αντιλήψεις).

[1] Ακόμη και η σχέση των επιστημόνων ανά τον κόσμο και των συναφών θεσμών με τη θρησκεία δεν υπήρξε μια ευθύγραμμη σχέση απλής και απόλυτης «αντίθεσης» (υπήρξαν θεολόγοι που παρείχαν στήριξη σε ρηξικέλευθες επιστημονικές ιδέες, την ίδια στιγμή που επιστήμονες και φιλόσοφοι της εποχής τους τις καταδίκαζαν).

[2] Εδώ όπως γνωρίζουμε στην σχετική «ιεραρχία», η φυσική θα αποτελέσει υπόδειγμα «θετικής γνώσης».

VanGogh-StarryNight[3] Θεωρώντας την δική τους οπτική ως μόνο κριτήριο προόδου και εγγύηση της ευημερίας των κοινωνιών,θα τονίσουν ασφαλώς παράλληλα και πως η επιστήμη ήταν «παιδί» της δυτικής Ευρώπης.

[4] Πιο σωστά: οι ιστορικοί (εντός του δικού τους πολιτισμικού πλαισίου, και με βάση τις δικές τους προσλαμβάνουσες) συγκροτούν τις ιστορίες των επιμέρους επιστημών. Ας σημειώσουμε εδώ και αυτό: (παρότι σήμερα δεν λαμβάνουν χώρα πολλές συζητήσεις γύρω από αυτά) στόχος των ιστορικών δεν είναι η μελέτη ξεχωριστών (μείζονος ή ελάσσονος «σημασίας») ατόμων, απομονωμένων από το ιστορικό πολιτισμικό τους περιβάλλον. Ιστοριογραφικά δε, ανάγνωση αποκλειστικά των έργων «επιφανών» επιστημόνων -προκειμένου να βοηθηθούμε και εμείς να βρούμε λύσεις σε δικά μας προβλήματα-  αποτελεί θα λέγαμε μάλλον έναν αποκοινωνικοποιημένο σχολαστικισμό, και μάλιστα υπονοεί μια γραμμική ιστορική πορεία η οποία οδηγεί αναπόδραστα στις σημερινές δικές μας αλήθειες…

[5] Η ιστορία των επιστημών με την ιστορία της φιλοσοφίας καθώς και την ιστορία των θεολογικών αντιλήψεων είναι γι’ αυτούς τους λόγους πεδία τα οποία διαπλέκονται. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε το εξής: τα μαθηματικά κατέχουν μια ιδιομορφία και για πολλούς επιστήμονες δεν πρέπει να τοποθετούνται κάτω από την κατηγορία «φυσικές επιστήμες»: τα μαθηματικά δεν έχουν ως αντικείμενό τους κάποιες φυσικές οντότητες ή κοινωνικούς θεσμούς ή συμπεριφορές. Αντικείμενο μελέτης τους είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από ορισμούς (που εμείς επινοούμε) με βάση κάποιους κανόνες συμπερασμού. (Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι δεν έπαιξαν και δεν παίζουν μεγάλης σημασίας ρόλο στην συγκρότηση του επιστημονικού λόγου γενικότερα).

London-Bridge-1906.Andre-Derain[6] Ενδέχεται για παράδειγμα, μια συγκεκριμένη αντίληψη ή θεωρία του μακρινού παρελθόντος, με τα σημερινά δικά μας κριτήρια, να είναι «λανθασμένη» ‘ αυτό που ενδιαφέρει έναν ιστορικό είναι να διερευνήσει τον τρόπο, τους λόγους για τους οποίους παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια αδιαμφισβήτητη και καθιερωμένη ως «αληθής».  ———————————————-

Στην ιστορία ο «θετικισμός» υπήρξε ισχυρό ρεύμα: για τους θετικιστές «μόνη έγκυρη» γνώση είναι η επιστημονική και στόχος των ιστορικών οφείλει να είναι η εξαντλητική και ακριβής καταγραφή των «πραγματικών γεγονότων». Η «έγκυρη» επομένως γνώση είναι «καθαρή» γνώση, δεν περιέχει μεταφυσικές ή ηθικές προσμίξεις, θρησκευτικές ή αισθητικές διαστάσεις, κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Η ιστορική αφετηρία δεν παίζει κανέναν ρόλο στην αποτίμηση της εγκυρότητας της γνώσης και της φιλοσοφικής της ανάλυσης. Για τους θετικιστές, οι επιστημονικές θεωρίες μπορούν να αναχθούν σε περισσότερο θεμελιώδεις οντότητες. Οι παρατηρήσεις δεν είναι θεωρητικά φορτισμένες, είναι «αντικειμενικές». Οι μεταβολές στις θεωρίες έχουν σαν υπόβαθρο τα εμπειρικά στοιχεία και μια «ενιαία» παρατηρησιακή γλώσσα. «Πρόοδος» σημαίνει επιστημονική εξέλιξη. [1]

Οι θετικιστές ιστορικοί πίστευαν πως η ιστορία της επιστήμης είναι η πλήρης συλλογή και καταγραφή δεδομένων και γεγονότων.[2] Το επόμενο βήμα, η «γενίκευση» από αυτές τις συλλογές στόχευε στο να καταδειχθεί η μεγαλειώδης «πρόοδος» που συντελούνταν και η σταδιακή σταθερή προσέγγιση της «αλήθειας» ‘ μια θριαμβευτική πορεία, ανεξάρτητη από τις περιπέτειες των ιδιαίτερων (δυτικών) κοινωνιών. Ο «ηρωισμός» αυτής της αφήγησης και η ιδεολογική και ηθική της διάσταση είναι ίσως για εμάς σήμερα ξένα και μακρινά στοιχεία, ωστόσο η συμβολή των πρώτων ιστορικών στην σημερινή γνώση και τη δημιουργία του κλάδου της ιστορίας της επιστήμης είναι αδιαμφισβήτητη.

vas.perov-Dostoevsky_1872Η ιστορία των επιστημών λαμβάνει θεσμική υπόσταση περίπου μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Οι αντίληψη του Leopold von Ranke (1795-1886) για την ιστορία θα επηρεάσουν πολύ σημαντικά την ιστοριογραφία των επιστημών. Ο Ranke, όπως έχουμε δει αναλυτικά σε άλλο σημείο, κατά πρώτον θα επιδιώξει να καθιερώσει την ιστορία ως κλάδο διακριτό από την φιλολογία και την φιλοσοφία. Δεύτερον, το παρελθόν πρέπει να ειδωθεί σύμφωνα με τους δικούς του όρους και όχι να κριθεί με βάση τα σημερινά πρότυπα. Τρίτον, οι ιστορικοί θα έπρεπε να ελέγχουν την γνησιότητα των εγγράφων (την εσωτερική τους συνοχή και τη συνάφεια με άλλα κείμενα της εποχής) και να στηρίζονται σε πρωτογενή τεκμήρια (τα «πλέον άμεσα ντοκουμέντα») και όχι σε δευτερογενείς αφηγήσεις και κατοπινές αναφορές.[3] Αποκλίσεις από τις μεθοδολογικές αυτές αρχές θεωρούνταν πως έχουν σχέση με λάθη και παραλείψεις και δεν αμφισβητούσαν την ισχύ των αρχών αυτών.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η παραγωγή στα πλαίσια αυτού που στη συνέχεια θα κατασταλάξει ως “ιστορία των επιστημών” θα είναι ευρύτατη: εκτενείς βιβλιογραφίες, νέα περιοδικά, εκδόσεις των σημαντικότερων μεγάλων έργων, κατάλογοι και πίνακες με τις ανακαλύψεις και πολλά άλλα. Αυτός ο θαυμασμός για την πρόοδο της επιστήμης θα εκφραστεί και με ένα δέος απέναντι στα «μεγάλα πνεύματα» που στιγμάτισαν αυτό τον θρίαμβο.


[1] Για τον Auguste Comte (1798-1857), η ανθρώπινη σκέψη ιστορικά πέρασε από 3 στάδια: στη «θεολογική» φάση τα φυσικά φαινόμενα αποδίδονταν σε υπερφυσικές οντότητες ‘ στην «μεταφυσική» φάση οι «υπερφυσικές δυνάμεις» αντικαθίστανται από «αφηρημένες» δυνάμεις ‘ στην «θετική» τέλος φάση τα φαινόμενα είναι πλέον δυνατό να εξηγηθούν «ορθολογικά» και είναι «μετρήσιμα»…

[2] Τα πρώτα έργα ιστορίας της επιστήμης τα βρίσκουμε στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια του 19ου αιώνα.

Segal-Arthur.HarbourLaCiotat[3] Ιδανικά, θα έπρεπε να συλλεχθεί το σύνολο των συναφών πηγών…  ——————————————————-

Μέσα στη δεκαετία του 1930, διακρίνουμε τις πρώτες ιστοριογραφικές απόπειρες υπέρβασης του θετικιστικού μοντέλου. Σε πολλά από αυτά τα έργα η περίοδος «των απαρχών της σύγχρονης επιστήμης», η περίοδος δηλαδή της «Επιστημονικής Επανάστασης» του 16ου και 17ου αιώνα, θεωρείται πως συγκροτεί την ταυτότητα της επιστήμης και μέσα από τη ρήξη με την Αρχαιότητα. Παρά την επιμονή στην εσωτερική συνέπεια των «μεγάλων έργων» και τον υπερτονισμό του ρόλου της ιδιοφυίας, αρχίζουν να εμφανίζονται νέες αναλύσεις όπου κυρίαρχη πλέον είναι η κοινωνιολογική διάσταση.

Ο R. Merton (1911-2003), από τους πρώτους που συνέβαλαν στην ανάδυση της «κοινωνιολογίας των επιστημών», θεωρούσε πως οι «εξωτερικές επιδράσεις» δεν επηρεάζουν τον «γνωσιακό πυρήνα» της επιστήμης ‘ επηρεάζουν παρ’ όλα αυτά τον ρυθμό και την κατεύθυνση της επιστημονικής προόδου. Οι «τοπικοί» παράγοντες δεν ασκούν επίδραση στο περιεχόμενο της επιστήμης.

Υπάρχουν σύμφωνα με τον Merton τέσσερις θεμελιώδεις αξίες όσον αφορά το «επιστημονικό ήθος». Η πρώτη είναι η «καθολικότητα»: τα κριτήρια απόφασης σχετικά με μια ανακάλυψη δεν σχετίζονται με ιδιαιτερότητες των επιστημόνων, είναι «αντικειμενικά». Δεύτερη αξία, η «αμεροληψία»: οι επιστημονικές ανακαλύψεις οφείλουν να μην υποτάσσονται σε κανενός είδους ιδιοτελή συμφέροντα. Τρίτη αξία, η «κοινοκτημοσύνη»: κάθε ανακάλυψη πρέπει να δημοσιοποιείται και τότε πλέον ανήκει στο σύνολο της επιστημονικής κοινότητας. Τέταρτη αξία, ο οργανωμένος σκεπτικισμός: οι αντικειμενικές ανακαλύψεις προβάλλονται ως τέτοιες ανεξάρτητα από την άποψη που έχει για αυτές η κοινωνία.

VanEyck-GiovanniArnolfiniΜέσα στην δεκαετία του 1980, οι ιστοριογραφικές προσεγγίσεις που εμφανίζονται τότε θα αμφισβητήσουν την υπόθεση ότι η ανάπτυξη της επιστήμης είναι απόρροια αυτών των αξιών και μόνο. Ο Merton πάντως ταυτίστηκε από πολλούς και με μια θέση που έμεινε γνωστή ως «πουριτανισμός και επιστήμη»: αφορά την στενή σχέση ανάμεσα στην πουριτανική εκδοχή του αγγλικού προτεσταντισμού και επιστημονικούς θεσμούς, όπως η Royal Society. Ο Merton, μελετώντας τις βιογραφίες των μελών της Βασιλικής Εταιρίας κατέληξε στο συμπέρασμα πως η έμφαση που έδινε ο πουριτανισμός στην «κοινωνικά χρήσιμη εργασία» συνέβαλε με αποφασιστικό τρόπο στην ανάδειξη της πειραματικής πρακτικής, ενός ιδιαίτερα σημαντικού χαρακτηριστικού δηλαδή της Επιστημονικής Επανάστασης.

Ο Edgar Zilsel (1891-1944) θα διατυπώσει τη δική του εκδοχή για την εξέλιξη της επιστήμης στον 16ο και 17ο αιώνα. Οι «λόγιοι» των πανεπιστημίων και οι κοσμικοί «ουμανιστές» αποτελούσαν φορείς «ορθολογικών» και μαθηματικών τρόπων σκέψης. Οι τεχνίτες ήταν φορείς εμπειρικών γνώσεων και τεχνικών. Στις ταξικές προκαπιταλιστικές κοινωνίες η επαφή ανάμεσα στα τρία αυτά στρώματα δεν ήταν ουσιώδης. Η εξέλιξη της μηχανικής τεχνολογίας και οι ανακατατάξεις που θα φέρει η συγκρότηση της καπιταλιστικής παραγωγής θα συντείνουν και στην κοινωνική ώσμωση: η συνεύρεση των φορέων στις πόλεις θα οδηγήσει σε συνθέσεις από τις οποίες θα προκύψουν και τα έργα που καθιέρωσαν τη σύγχρονη επιστήμη.

Σύμφωνα με έναν άλλο, σοβιετικό (μαρξιστή) ιστορικό, τον Boris Hessen (1893-1936), οι περισσότερες θεωρίες του 17ου αιώνα αναδείχθηκαν από τις οικονομικές και τεχνικές ανάγκες της εποχής. Ο άγγλος John Desmond Bernal (1901-1971) θα επηρεαστεί από τις αναλύσεις του Hessen[1] και μαζί με αυτόν και άλλοι ιστορικοί: J.B.Haldane (1892-1964), J.Needham[2] (1900-1995), J.Huxley (1887-1975). Εδώ, οι κοινωνικές διεργασίες καθορίζουν την εξέλιξη της επιστήμης. Για τον Bernal η κοινωνική δυναμική επηρεάζει τους θεωρητικούς προβληματισμούς των επιστημόνων: οποιαδήποτε κατανόησή τους προϋποθέτει την εξέταση της αλληλεπίδρασης επιστήμης και κοινωνίας.

Tansey-ForwardRetreatΠολύ μεγάλη επιρροή στους ιστορικούς της επιστήμης άσκησε ο ρώσος Alexandre Koyre[3] (1892-1964). Περιγράφοντας τις ιδέες του Galileo ο Koyre δεν θα ακολουθήσει την παράδοση που αρκούνταν σε μια αφήγηση των ανακαλύψεων, στην ανασυγκρότηση τεχνικών λεπτομερειών παρελθόντων θεωριών και στην ηρωοποίηση των μεγάλων πρωταγωνιστών. Η έρευνα για τον Galileo έδειχνε πως οι αντίπαλοι στις καινοτόμες ιδέες δεν ήταν τόσο η Εκκλησία και οι δεισιδαιμονίες, όσο η ίδια η «κοινή λογική», η συνήθεια, τα λάθη των ίδιων των πρωταγωνιστών.[4] Σύμφωνα με τον Koyre οι αλλαγές που επέφερε η Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα, «μπορούν να συμπτυχθούν σε δύο βασικές και στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους αρχές […] “καταστροφή του κόσμου” και “γεωμετρικοποίηση του χώρου”». Αυτό σημαίνει «υποκατάσταση της αντίληψης για τον κόσμο ως περατού και καλά οργανωμένου όλου, στο οποίο η χωρική δομή ενσαρκώνει μια ιεραρχία τελειότητας και αξίας» με εκείνη ενός «ακαθόριστου ή κι ακόμη άπειρου σύμπαντος, που δεν είναι πλέον ενιαίο χάρη σε μια φυσική ιεραρχία, αλλά απλώς ενωμένο από την ταυτότητα των έσχατων και βασικών συστατικών του και νόμων. Σημαίνει, ακόμη, την αντικατάσταση της αριστοτελικής αντίληψης του χώρου – ένα διαφοροποιημένο σύνολο τόπων στον κόσμο – από εκείνη της ευκλείδειας γεωμετρίας – μια ουσιαστικά άπειρη και ομοιογενής έκταση – που θεωρείται έκτοτε ταυτόσημη με τον πραγματικό χώρο του κόσμου».[5]

Για τον Koyre στον 16ο και 17ο αιώνα η νοοτροπία αλλάζει, περνάμε «από τον κόσμο του “περίπου” στον κόσμο της ακρίβειας», των ακριβών μετρήσεων.[6] Με τον Koyre η Επιστημονική Επανάσταση καθίσταται κεντρικό πρόβλημα μετά τα μέσα του 1940. O Herbert Butterfield[7] (1900-1979) και ο Rupert Hall[8] (1920-2009),[9]  ο Charles Gillispie[10] (1918-  ), ο Alistair Crombie[11] (1915-1996), θα υποστηρίξουν τις έρευνες του Koyre και θα τονίσουν την σημασία και την επιρροή του. Ο Thomas Kuhn θα χαρακτηρίσει την συμβολή του ως «ιστοριογραφική επανάσταση» η οποία μετασχημάτισε την ιστορία των επιστημών σε ιστορία των ιδεών.

Rosseau-CarnivalEveningΟ Henry Guerlac[12] (1910-1982), θα ασκήσει σοβαρή κριτική στην προσέγγιση του Koyre. Κατά τη δική του άποψη οι φιλοσοφικές, εξω-επιστημονικές κ.ά. επιδράσεις στον Γαλιλαίο και τους συγχρόνους του είχαν υπερεκτιμηθεί. Μεγαλύτερη σημασία έπρεπε να δοθεί μάλλον στα επιστημονικά προβλήματα της εποχής, στον ρόλο της τεχνολογίας και στη συμβολή των τεχνιτών της Αναγέννησης. Ένοχη για «ιδεαλισμό» και «υπερ-ορθολογισμό» η «αποκλειστική εμμονή στην γένεση και εξέλιξη των βασικών εννοιών» καταλήγει σε ένα είδος μετα-ιστορίας των εννοιών. Σύμφωνα με τον Guerlac οι οικονομικές και τεχνολογικές παράμετροι αποφεύγονταν από τους ιστορικούς επειδή παρέπεμπαν σε συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση. Ο Koyre θα απαντήσει επιμένοντας στη θέση του: οι πρακτικές της κοινωνίας και οι ικανότητες των τεχνικών δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις μείζονες επιστημονικές τομές ‘ η επιστήμη είναι θεωρία, η αναζήτηση της αλήθειας, κατέχει δε μια δική της αυτονομία. Η ιστορία των επιστημών είναι τμήμα της ιστορίας των ιδεών. Για τον Guerlac αντιθέτως, οι επιστήμες σχηματοποιούνται μέσα από πολύπλοκες και πολύμορφες κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες.


[1] “Science in History”.

[2] “Science and Civilization in China”.

[3] “Etudes Galileennes”.

[4] Ειδικά τα λάθη αναδεικνύουν και τους περιορισμούς μέσα στους οποίους εργάζονται και παράγουν γνώση οι επιστήμονες.

[5] “From the Closed World to the Infinite Universe” (1957).

josef-albers-homage-square-between-two-blues[6] Ο Koyre θα διατηρήσει την πεποίθησή του πως στην εδραίωση της φυσικής ο ρόλος του πειράματος υπήρξε αμελητέος.

[7] “The Origins of Modern Science” (1949).

[8] “The Scientific Revolution, 1500-1800” (1954).

[9] Οι δύο ιστορικοί επέκτειναν τη χρονική περίοδο της Επιστημονικής Επανάστασης και το περιεχόμενό της, το οποίο συμπεριέλαβε εξελίξεις και σε άλλα πεδία πέραν της φυσικής.

[10] [Ed.] “Dictionary of Scientific Biography”.

[11] “Styles of Scientific Thinking in the European Tradition” (1995).

[12] «Science in Western Civilization”.  ———————————————-

marcel_duchamp_bicycle_wheel_1913

Μετά την λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι και ιστορικοί των επιστημών θα συναντηθούν στην Philadelphia των Ηνωμένων Πολιτειών (1955) έπειτα από πρόσκληση του National Science Foundation και της American Philosophical Society.[1] Στη συνάντηση αυτή θα εισαχθεί με περισσότερο επίσημο τρόπο η κυρίαρχη ιστοριογραφική προσέγγιση. Ο (φυσικός) Herbert Dingle (1890-1978) θα το διατυπώσει με σαφήνεια: «αφού η εγκυρότητα των ανακαλύψεων της επιστήμης δεν εξαρτάται από την προέλευση και την καταγωγή τους, η Ιστορία των Επιστημών θα πρέπει να γράφεται χωρίς αναφορά στις “εξωτερικές αιτίες που οδηγούν στην πραγματοποίησή τους”. Όταν ολοκληρωθεί η συγγραφή της αληθινής ιστορίας, τότε θα είναι δυνατή η διερεύνηση των συνθηκών καταγωγής». Αυτή η μεθοδολογική κατεύθυνση σύμφωνα με τον Dingle θα μας προστάτευε από τις σοβαρές συνέπειες του μη-διαχωρισμού των δύο: οι Ναζί γνωρίζουμε πώς προχώρησαν στην αποτίμηση των επιστημονικών πορισμάτων «με βάση τα φυλετικά χαρακτηριστικά όσων έκαναν τις ανακαλύψεις», ενώ επίσης είναι γνωστή η «κομμουνιστική αποτίμηση με βάση τη συμβατότητα των ανακαλύψεων με τη φιλοσοφία του Marx και του Engels, ή την συχνή απόρριψη των αμιγώς ορθολογικών επιχειρημάτων με την πρόφαση ότι κάτι τέτοιο ήταν αποτέλεσμα της ψυχολογίας του συγγραφέα».

Allegorical.Political Events.Reigns King James I -Charles I. England1628.

Η ιστορία των επιστημών επομένως θα έπρεπε να δίνει το κύριο βάρος στους παράγοντες στο εσωτερικό της επιστήμης, στην δυναμική των ιδεών, στην αποτελεσματικότητα των μαθηματικών μεθόδων και τις δυνατότητες των καινούριων οργάνων κ.λπ. Είναι διαφορετικό πράγμα η εξέλιξη των επιστημών (η οποία δεν σχετίζεται με εξωτερικές συνθήκες) και άλλο θέμα οι «συνθήκες καταγωγής».[2]

Η χρηματοδότηση από το National Science Foundation θα αποδειχθεί καίριας σημασίας ‘ μαθήματα φιλοσοφίας και ιστορίας των επιστημών θα ενταχθούν σε πολλά πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών. Στα 1960, επτά πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέχουν δυνατότητα εκπόνησης διδακτορικών διατριβών στην Ιστορία των Επιστημών. Από τη δεκαετία του 1970 θα αρχίσουν να αναδύονται ορισμένα προβλήματα τα οποία έχουν να κάνουν κυρίως με την «ταυτότητα» της ιστορίας των επιστημών.


rembrandt_van-self[1] Ο Bernard Barber μιλώντας εκ μέρους των κοινωνιολόγων της επιστήμης, θα υπογραμμίσει την σημασία της προσπάθειας ακριβούς προσδιορισμού των κοινωνικών συνθηκών οι οποίες βοηθούν την επιστήμη να προοδεύει… Ο Henry Margenau εκπροσωπούσε τους φιλοσόφους της επιστήμης: θα τονίσει την αναγκαιότητα αποτροπής του κατακερματισμού των επιστημών και διατύπωσης «αντικειμενικών και επιστημονικών κριτηρίων» για τον αποκλεισμό ερευνητικών κατευθύνσεων που δεν ανταποκρίνονται σε αυτά… Ο I.Bernard Cohen θα μιλήσει για τους ιστορικούς της επιστήμης: για να εξασφαλίσουμε «την πρόοδο της επιστήμης, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε κάτω από ποιες συνθήκες συντελέστηκε η ακμή ή η παρακμή της επιστήμης».

[2] Για να αναφέρουμε δύο μόνο από αυτά: το ένα αφορά τα «ακροατήρια» στα οποία απευθύνονται οι ιστορικοί των επιστημών (για ποιους γράφουν οι ιστορικοί, και ποια προπαιδεία έχουν υπόψη τους όταν αποφασίζουν την δική τους θεματογραφία ‘ με ποια κριτήρια στα έργα τους επιλέγεται η ισορροπία ανάμεσα σε «τεχνικές λεπτομέρειες» και μη-τεχνικούς όρους και στοιχεία κ.λπ.) ‘ ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα αφορά την υποδομή και τις γνώσεις που είναι αναγκαίες ώστε να γίνει κανείς «ιστορικός της επιστήμης».  ————————————–

Kees van Dongen.womanlargehat1906

Αρχικώς, όπως είδαμε τα πρώτα έργα ιστορίας των επιστημών αυτό που τα χαρακτηρίζει είναι η αφήγηση των γεγονότων, και όχι η ερμηνεία τους: λεπτομερής συλλογή στοιχείων, ανεύρεση γενικών υποτίθεται νόμων εξέλιξης της επιστήμης, ανάδειξη της μιας και μόνης επιστημονικής μεθόδου… Κάποιες δεκαετίες μετά τα πράγματα θα αλλάξουν, καθώς η έμφαση θα δίνεται πλέον στην βαθύτερη ερμηνεία των γεγονότων. Υπάρχει ωστόσο κάποιο «αρχιμήδειο σημείο» από το οποίο θα καταφέρναμε να έχουμε «ολική» άποψη για το παρελθόν; Είναι, δυνατόν να θέτουμε ερωτήματα τα οποία δεν θα είναι επηρεασμένα από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε, από την εκπαίδευση από την οποία έχουμε περάσει, από τους ιδεολογικούς και πολιτικούς μας προσανατολισμούς; Η απάντηση είναι πως όχι, τέτοια σημεία θέασης δεν υπάρχουν ‘ δεν υπάρχουν «αντικειμενικά» ερωτήματα μη επηρεαζόμενα από το πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί ένας ιστορικός. Η επιστήμη αποτελεί κοινωνικό-πολιτισμικό φαινόμενο και οι επιστήμονες και οι ιστορικοί είναι κομμάτι αυτού του φαινομένου. Οι ιστορικοί των επιστημών ερευνούν έχοντας και αυτοί διαμορφωμένες ήδη προσλαμβάνουσες ‘ αποτελούν μέρος του φαινομένου που μελετούν επειδή τα ερωτήματά τους τα διατυπώνουν έχοντας ήδη χρησιμοποιήσει διάφορες αναγνώσεις του παρελθόντος και έχοντας διαμορφώσει την παιδεία τους μέσα από διαφορετικές ερμηνείες των γεγονότων του παρελθόντος.

Dutch hall of curiosities. Levinus.Vincent1715

Η ίδια η διατύπωση των ερωτημάτων δεν είναι μια διαδικασία «αντικειμενική» ‘ αντιθέτως, οι ιστορικοί, με τις ιδεολογίες και προκαταλήψεις τους, με τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους για το σήμερα κλπ., αυτοί καθορίζουν το είδος και τον χαρακτήρα των ερωτημάτων που θέτουν.[1] Η προσπάθεια είναι να γίνεται κατανοητό ένα συγκεκριμένο πρόβλημα ή γεγονός στα πλαίσια ενός όσο το δυνατόν ευρύτερου περιβάλλοντος.

Οι ιστορικοί εκτός από εκφραστές κοινωνικών πολιτισμικών και ιδεολογικών χαρακτηριστικών είναι και ερευνητές οι οποίοι έχουν επιλέξει, έχουν αποδεχθεί κάποια ιστοριογραφική προσέγγιση. Στο είδος των ερωτημάτων και στις συγκεκριμένες διατυπώσεις τους, αποτυπώνονται οι γενικότερες προτιμήσεις και θεωρητικές ή ιδεολογικές δεσμεύσεις τους. Όμως, παρ’ όλα αυτά, ο στόχος δεν είναι η απλή επιβεβαίωση των θεωρήσεών τους, αλλά η συνέχιση πιθανά ενός ερμηνευτικού εγχειρήματος κάποιου άλλου, ή η μετατροπή αληθών συμβάντων σε ιστορικά γεγονότα ή ακόμη η αιτιολόγηση νέων συσχετίσεων ανάμεσα σε γεγονότα. Σκοπός της κατάθεσης των ερωτημάτων δεν είναι ούτε ο έλεγχος των γενικών μας θεωρήσεων, αλλά ούτε και η συγκρότηση μιας αφήγησης αληθών συμβάντων ‘ είναι κάτι «ενδιάμεσο». 


robert-delaunay-champs-de-mars-red-tower[1] Ανάλογα με το είδος των προβλημάτων που μελετώνται, η αναπτυσσόμενη επιχειρηματολογία ενδέχεται να στηρίζεται και στην φιλοσοφία των επιστημών ή στην κοινωνιολογία την ανθρωπολογία κοκ. Η ιστορία των επιστημών είναι «διεπιστημονικός» κλάδος.Η κατανόηση δεν αφορά αποκλειστικά τον εντοπισμό των αιτίων που προκάλεσαν το γεγονός, αφορά και τις συσχετίσεις ανάμεσα στα πολλά συμβάντα του ευρύτερου πολιτισμικού-κοινωνικού περιβάλλοντος από τη μία, και στο συγκεκριμένο γεγονός από την άλλη.  ———————————————-

Στην ιστορία των επιστημών, για να απαντήσουμε στα αρχικά ερωτήματα που θέτουμε, διατυπώνουμε ορισμένες υποθέσεις ‘ αυτές αργότερα θα τις επανεξετάσουμε κ.ο.κ. Η αφετηρία μας ωστόσο δεν είναι κάποια ουδέτερη, ιδεατή και μηδενική βάση: οι αδιαμόρφωτες ιδέες, προκαταλήψεις, παλαιότερες πεποιθήσεις και μη ελεγμένες απόψεις μας κλπ., αποτελούν πολύ συχνά την αφετηρία των προβληματισμών μας.[1]

Το εάν είναι αλήθεια όσα υποστηρίζονται από κάποιον ιστορικό, δεν είναι κάτι που αναδεικνύεται από τον εντοπισμό και μόνο των πηγών. Η «ανάγνωση των πηγών» και η συσχέτισή τους δεν είναι δεδομένη. Η επιλογή των «κατάλληλων» πηγών είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη: αυτό επειδή ήδη στα ερωτήματα που έχουν τεθεί, εμπεριέχονται προτιμήσεις και κατευθύνσεις  για τον τρόπο «ανάγνωσης» και τον συσχετισμό των πηγών.

Μελετώντας κάποιο θέμα, οι ιστορικοί διαπιστώνουν πως οι νέες έρευνες φέρνουν στο φώς νέα στοιχεία και αποσαφηνίζουν ορισμένες καταστάσεις. Οι έρευνες για ιστορικά ζητήματα παρεμφερή αλλά διαφορετικά, ενδέχεται να διαμορφώσουν ένα ερμηνευτικό πλαίσιο διαφορετικό μέσα στο οποίο αναδεικνύονται άλλες πλευρές του προβλήματος που εξετάζουμε, πλευρές που ήταν αδύνατο να διερευνηθούν μέσα στο προηγούμενο πλαίσιο όπου θέταμε τα ερωτήματά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιστρέφουμε στα ερωτήματα που είχαμε αρχικώς θέσει: νέα ερωτήματα θα προστεθούν, ορισμένα θα αναδιατυπωθούν, κάποιες απαντήσεις θα αλλάξουν ή θα συμπληρωθούν, νέες ερευνητικές κατευθύνσεις θα σχεδιαστούν… Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν μπορεί να σταματήσει.[2]


Adolf Wolfli[1] Σε κάποια στοιχεία θα δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση απ’ ότι σε άλλα. Αυτή η αρχική υπόθεση που θα κάνουμε θα είναι καθοριστική και για την επιλογή των τεκμηρίων που θα μελετήσουμε.

[2] Οι ιστορικοί είναι και αυτοί «προϊόντα» του κοινωνικού-πολιτσμικού περιβάλλοντος στο πλαίσιο του οποίου ερευνούν. Επομένως η οπτική τους για το παρελθόν και η ερμηνεία του εξαρτάται από το παρόν, από τους γενικότερους προβληματισμούς τους και από την συμμετοχή τους σε διαμάχες και συζητήσεις.  ————————————————

Για ένα ιστορικό των επιστημών οι απαγορεύσεις, οι θεσμικές μεταβολές, οι επιβραβεύσεις, οι διαμάχες, η αποσιώπηση μιας θεωρίας και η επικράτηση μιας άλλης, όλα αυτά είναι διαδικασίες ανάμεσα σε άτομα του παρελθόντος με διαφορετικά κριτήρια αλήθειας τα οποία επιθυμούσαν την επικράτηση εκείνης της συγκεκριμένης θεωρίας που πίστευαν ότι είναι αληθής. Εκείνο το οποίο δεν πρέπει να κάνουμε είναι να κρίνουμε και να αποτιμήσουμε το παρελθόν με βάση μεταγενέστερες αξίες και αλήθειες, και αυτό επειδή με έναν τέτοιο αναχρονισμό η πολλαπλότητα η πολυμορφία και οι ιδιαιτερότητες της παρελθούσας επιστημονικής έρευνας συσκοτίζονται, ή απαλείφονται.

Κατανόηση του παρελθόντος σημαίνει και κατανόηση των κριτηρίων εγκυρότητας τα οποία υιοθετούσαν οι επιστήμονες του παρελθόντος. Εκείνα που πρέπει να μας οδηγούν είναι τα τεκμήρια και όχι όλα όσα μας φαίνονται «λογικά» (με επιχειρήματα για το πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είχαν γίνει τα πράγματα). Ο κύριος λόγος για τον οποίο πολλοί ερευνητές ιστορικοί καταφεύγουν σε έωλες «γενικεύσεις» είναι συνήθως οι σοβαρές ελλείψεις σε αρχειακό υλικό. Συχνά δηλαδή με γενικεύσεις επιδιώκεται να καλυφθούν «κενά». Η ανάγκη συμπλήρωσης των αρχείων μας δεν σημαίνει πως οι ερμηνείες στηρίζονται αποκλειστικά στην φαντασία του ιστορικού, σημαντικό ρόλο παίζει και η ικανότητά του να κατανοεί το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε το αρχειακό υλικό που έχει στη διάθεσή του.[1]

pierre.moliniereΟι ιστορικοί των επιστημών έχουν να αντιμετωπίσουν ως «αληθινούς» διάφορους ισχυρισμούς του παρελθόντος καθώς και να εντάξουν στο δικό τους χωρικό και χρονικό πλαίσιο δεδομένα και συμπεράσματα για τα οποία σήμερα έχουν την πεποίθηση ότι είναι λανθασμένα. Είναι σημαντική η εξής παρατήρηση: παρά το γεγονός ότι είναι αποτέλεσμα «ορθολογικών» διεργασιών, οι πιθανές αποτυχίες δεν είναι προβλέψιμες ‘ ούτε μάλιστα μπορεί κάποιος να εξετάσει μέσα από «γενικές αρχές» γιατί οι επιστήμονες στο παρελθόν οδηγήθηκαν σε αποτυχίες.

(Ας σημειώσουμε ξανά το εξής: οι ιστορικοί των επιστημών πρέπει να μπορούν να κατανοήσουν γιατί διάφοροι ερευνητές στο παρελθόν έκαναν «λάθη», και γιατί οι συγκεκριμένοι επιστήμονες πίστευαν ότι είναι αλήθειες αυτά που εμείς σήμερα θεωρούμε λάθη).[*]

Στην «αναχρονιστική» ιστορία, υιοθετούνται ορισμένες προσεγγίσεις που έχει σημασία να τις επισημάνουμε. Κατά πρώτον, υπάρχει η αντίληψη πως κάποιες ιδέες που σήμερα θεωρούμε πρωτοποριακές, αντιμετωπίστηκαν ως τέτοιες και κατά την εποχή που πρωτοδιατυπώθηκαν.[2] Δεύτερον, πολλές θεωρίες του παρελθόντος επαναδιατυπώνονται με μαθηματική γλώσσα και διαφορετικοί όροι που παραμένουν απλώς λεκτικά οι ίδιοι (σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους) αυτοί συγκρίνονται μηχανιστικά.[3] Κατά τρίτον, έχουμε συχνά την προσπάθεια να αναδειχτεί από ιστορικούς η «συνοχή» του αρχειακού υλικού που έχουν στη διάθεσή τους. Εντούτοις, η «συνοχή» αυτή δεν μπορεί να συνεπάγεται πως δεν υπάρχουν αντιφάσεις εντός τους αρχειακού υλικού, ότι δεν υπάρχουν πιθανόν «πισωγυρίσματα» ή απλοϊκοί και λανθασμένοι (σύμφωνα με τα τρέχοντα) συλλογισμοί.[4] Τέταρτον: υπάρχει η προσδοκία να ανακαλυφθούν πρωτόλειες ιδέες σε παλαιότερα κείμενα και να θεωρηθούν αυτές «αφετηριακά σημεία» νεότερων θεωριών. Κάποιες παλαιότερες θεωρίες υποτίθεται έτσι ότι «εμπεριείχαν» «έκρυβαν» μέσα τους τις σημερινές (υπονοείται πως οι τελευταίες είναι οι «απολύτως αληθινές»).[5] Πέμπτον: αμφισβήτηση του τόπου και του χρόνου ανακάλυψης ορισμένων φαινομένων, επειδή υπάρχουν ενδείξεις ότι τα ίδια φαινόμενα (ή οντότητες) είχαν εντοπιστεί νωρίτερα από άλλα άτομα τα οποία δεν είχαν καταλάβει την σημασία αυτών που είχαν βρει.[6]  


[1] Στη συμπλήρωση κενών από τον ιστορικό ρόλο δεν παίζει μόνο η «φαντασία» ασφαλώς ή η «διαίσθηση», αλλά και οι διάφορες γενικότερες θεωρίες και αντιλήψεις που ασπάζεται, για τους ανθρώπους και για τις κοινωνίες στις οποίες ζουν.

kurt.seligman-mythomania1945[2] Αυτή η επισήμανση δεν σχετίζεται με κάποια θέση που θεωρεί πως ορισμένοι επιστήμονες «αδικήθηκαν» στην εποχή τους ή ότι οι «ιδέες» που είχαν ήταν πολύ «πιο μπροστά» από την εποχή τους. (Μια τέτοια θέση έχει θετικιστική χροιά: η «αλήθεια» είναι κάτι που θα λάμψει αργά ή γρήγορα, ανεξάρτητα από την υποδοχή που επιφύλασσε η κοινωνία όταν οι ιδέες αυτές πρωτοδιατυπώθηκαν).

[3] Παράδειγμα: οι αποδείξεις του Galileo, διατυπώνονται σήμερα και με αλγεβρικές μεθόδους ‘ ωστόσο αυτό αλλοιώνει το γεγονός ότι ο ίδιος τις διατύπωσε με γεωμετρικές μεθόδους και αυτό σημαίνει ότι ο τρόπος σκέψης του ήταν συνυφασμένος με τις δυνατότητες που του παρείχε η γεωμετρία.

[4] Χαρακτηριστικό παράδειγμα η για πολλά χρόνια επιδίωξη ανάδειξης της «συνοχής» του έργου του Newton μέσω της παντελούς αγνόησης των αλχημικών και θεολογικών του χειρογράφων (ως υλικό που «δεν είχε σχέση» με την επιστήμη του…).

[5] Αποσπάσματα και φράσεις αποκομμένες από το υπόλοιπο έργο και την εποχή είναι δυνατό να μας οδηγούν να «ανακαλύψουμε» «ψήγματα» και «απαρχές» σύγχρονων θεωριών…

[6] Βέβαια, υπάρχουν παραδείγματα επιστημόνων οι οποίοι κάποτε εντόπισαν κάτι, αλλά ούτε οι ίδιοι ούτε κανείς απ’ όσους διάβασαν στον καιρό τους τα πορίσματα των ερευνών δήλωσαν συγκεκριμένα για τι επρόκειτο. Αργότερα άλλοι επιστήμονες θα ανακαλύψουν τι ήταν το εν λόγω φαινόμενο (ή οντότητα). Το συμπέρασμα εδώ είναι πως δεν μπορούμε να αποδώσουμε την εν λόγω «ανακάλυψη» στον πρώτο ερευνητή…

[*] Τα «υποθετικά σενάρια» που διατυπώνουν πολλοί ιστορικοί («τι θα είχε συμβεί εάν…») αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα και τις αναρίθμητες δυνατές συσχετίσεις γεγονότων, εν τούτοις δεν έχουν κάποια αξία για την ιστορία των επιστημών.  —————————————————–

G.baselitz-The Great Friends

Η Επιστημονική Επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα.

Η περίοδος της Επιστημονικής Επανάστασης του 16ου και 17ου αιώνα, υπήρξε σύμφωνα με τον Richard Westfall (1924-1996) η βασική ιδέα που οδήγησε στην συγκρότηση της Ιστορίας των Επιστημών.

(Συμβατικά, αναφερόμαστε στα περίπου 150 χρόνια που μεσολάβησαν από τη δημοσίευση του DeRevolutionibusOrbiumCoelestium (1543) του Κοπέρνικου, έως το PhilosophiaeNaturalisPrincipiaMathematica (1687) του Newton).

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπήρξε πράγματι μια περίοδος που μπορεί να οριοθετηθεί και να ονομαστεί «περίοδος της Επιστημονικής Επανάστασης»; Με ποια κριτήρια προχωρούμε σε μια τέτοια περιοδολόγηση;

Για πολλούς ιστορικούς ο ύστερος Μεσαίωνας συνέβαλε στην προετοιμασία αυτής της αλλαγής, ωστόσο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Επιστημονική Επανάσταση αποτελεί απλώς την «φυσιολογική εξέλιξη» των τάσεων που διαμορφώθηκαν στον ύστερο Μεσαίωνα. Ποια λοιπόν είναι τα στοιχεία «ασυνέχειας» και ποια τα στοιχεία «συνέχειας» στην περίπτωση της Επιστημονικής Επανάστασης;

Τα γνωρίσματα που αποδίδουμε στην Επιστημονική Επανάσταση είναι χαρακτηριστικά τα οποία επιδίωξαν να καθιερώσουν συνειδητά οι ερευνητές της περιόδου ή αποτελούν χαρακτηριστικά τα οποία είχε στο μεταξύ αποκτήσει η σύγχρονη επιστήμη και εμείς αποδίδουμε τις απαρχές τους στην περίοδο του 16ου και 17ου αιώνα;

Ποιες σχέσεις διακρίνουμε ανάμεσα στην ιστορία της φιλοσοφίας και την ιστορία της Επιστημονικής Επανάστασης; Σε τι επηρέασε η φιλοσοφία του Bacon και του Descartes τον προβληματισμό της εποχής αυτής;

Edvard_Munch_-_Madonna1895Ποια υπήρξε η θέση της αριστοτέλειας φιλοσοφίας στο πλαίσιο ερευνών της εποχής αυτής; Ήταν κάτι το οποίο θεώρησαν ότι έπρεπε να αντικατασταθεί ολοκληρωτικά από ένα καινούριο σύστημα; Θεωρήθηκε κάτι από το οποίο έπρεπε επιλεκτικά να παρθούν κάποια μόνο στοιχεία για την οικοδόμηση του καινούριου (το οποίο όμως θα ήταν εντελώς διαφορετικό από το αριστοτέλειο σύστημα); Ήταν κάτι το οποίο το οποίο θα μπορούσε να μεταρρυθμιστεί και «εκσυγχρονιστεί»; Η σχολαστική παράδοση ήταν κάτι το οποίο οι φυσικοί φιλόσοφοι πίστευαν ότι έπρεπε να υπερβούν;

Οι πρωταγωνιστές της Επιστημονικής Επανάστασης ποιες στρατηγικές κατέστρωσαν για την διαμόρφωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας; Ποιο ρόλο έπαιξαν οι αναφορές στην Αρχαιότητα ή στα «ερμητικά» κείμενα; Υπήρξε συμμαχία των ερευνητών της εποχής με άλλους πολέμιους του αριστοτελισμού οι οποίοι όμως εξέφραζαν «μη-ορθολογικές» και μεταφυσικές απόψεις; Κατά πόσο η κριτική στον αριστοτελισμό τον 16ο αιώνα ήταν αποτέλεσμα και της παρουσίας νεοπλατωνικών και νεοπυθαγόρειων ρευμάτων; Ποιες νέες μεταφυσικές αρχές υιοθετήθηκαν από την επιστήμη στην εν λόγω περίοδο;

Με ποιον τρόπο η ανάγκη νομιμοποίησης των νέων κανόνων για την μελέτη της φύσης ακύρωσε σταδιακά την έρευνα της φύσης ως ιδιωτικό εγχείρημα; Με ποιον τρόπο απομακρύνονται οι «λόγιοι» από την κουλτούρα του σχολαστικισμού; Πώς αλλάζει βαθμιαία το προφίλ του «φυσικού φιλοσόφου»;

Πώς εντάσσεται η αλχημεία στο πλαίσιο της Επιστημονικής Επανάστασης; Τι σχέσεις μπορούμε να διαπιστώσουμε ανάμεσα στις πρακτικές των «μάγων» και αυτών που θα ονομαστούν «πειραματική φυσική»;

hier.bosch

Ποιες συσχετίσεις εκφράζουν με συγκεκριμένο τρόπο την σχέση του νέου πλαισίου μελέτης της φύσης με τις διεργασίες στο κοινωνικό πεδίο; Και πώς αυτές οι συσχετίσεις συνθέτουν το πεδίο των νέων πρακτικών των φυσικών φιλοσόφων;

Ποιες είναι οι σχέσεις των κοινωνικών στρωμάτων που αναδύονται με την νέα επιστήμη; Από πού αντλούν την οικονομική τους ισχύ και ποιες είναι οι ιδεολογικές τους αναφορές;

Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ακαδημιών και των «εταιριών» που ιδρύονται και ποιες νέες μορφές επικοινωνίας καθιερώνονται από την νέα κοινότητα φυσικών φιλοσόφων;

Ποια υπήρξε η δομή των εκπαιδευτικών θεσμών στον ύστερο Μεσαίωνα και πώς αυτοί επηρεάστηκαν από τις σημαντικές κοινωνικές και θρησκευτικές ανακατατάξεις του 16ου αιώνα; Πώς αλλάζει το περιεχόμενο και η εν λόγω δομή κατά την διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης; Για ποιους λόγους τα πανεπιστήμια δεν θα παίξουν βασικό ρόλο στη διάρκεια του 17ου αιώνα; Πώς εντάχθηκε η νέα φυσική φιλοσοφία στους θεσμούς αυτούς; Ποια σχέση κατασταλάζει τελικώς ανάμεσα στα πανεπιστήμια από τη μια και στις ακαδημίες και εταιρίες από την άλλη;

Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νέων σχέσεων εξουσίας, εξουσίας επάνω στην φύση και εξουσίας επάνω στους ανθρώπους;

Πώς θα έπρεπε να διερευνήσουμε τη σχέση θεολογίας και νέας φυσικής φιλοσοφίας, θρησκείας και επιστήμης, Εκκλησίας και φυσικών φιλοσόφων; Πώς συγκροτούνται και ποιες είναι οι νέες μορφές εξουσίας που διαχειρίζονται οι φυσικοί φιλόσοφοι;

Πώς συνέβαλε η Εκκλησία στην βαθμιαία νομιμοποίηση των νέων ιδεών; Ποιες συμμαχίες και ποιες διαμάχες εντοπίζουμε ανάμεσα σε εκκλησιαστικούς παράγοντες και ομάδες φυσικών φιλοσόφων και πώς αυτές άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου;

Hans BaldungΠώς υποδέχτηκε και πώς επηρέασε η Εκκλησία την διαμόρφωση των νέων πρακτικών και των νέων ιδεών της φυσικής φιλοσοφίας; Πώς ερμηνεύουμε το γεγονός ότι σε πολλούς ναούς διαπιστώνουμε αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις που πιστοποιούν πως χρησιμοποιήθηκαν και ως χώροι αστρονομικών παρατηρήσεων;

Πώς τα χαρακτηριστικά του κινήματος της «Μεταρρύθμισης» του 1516 και οι αντιδράσεις της Καθολικής Εκκλησίας διαμόρφωσαν το ιδεολογικό, κοινωνικό και θεολογικό πλαίσιο για την μελέτη των φυσικών φαινομένων; Ποιες εσωτερικές διαφοροποιήσεις διαπιστώνουμε μέσα στο κίνημα Μεταρρύθμισης και πώς αυτό εκφράστηκε σε διαφορετικά έργα, θεσμούς και τόπους της Ευρώπης; Πώς το «κίνημα της Αντιμεταρρύθμισης» επηρέασε την εξέλιξη και διάχυση των νέων επιστημονικών ιδεών ανάμεσα στους καθολικούς;

Τι πίστευαν οι φυσικοί φιλόσοφοι για τους τρόπους απόκτησης και τα κριτήρια εγκυρότητας της νέας γνώσης; Πώς νομιμοποιείται σταδιακά το «πείραμα» ως εκείνη η πρακτική η οποία δημιουργεί τους χώρους παραγωγής γνώσης για τη φύση και ελέγχουν της εγκυρότητας αυτής της γνώσης; Τι χαρακτήρα έχουν οι διαφωνίες που προκύπτουν και πώς επιλύονται; Ποιο ρόλο κατέχουν τα νέα όργανα στην παραγωγή γνώσης και ποιο ρόλο έχουν στη διαμόρφωση μιας νέας πρακτικής; Με ποιο τρόπο καθιερώνονται οι πρακτικές «συλλογικής μαρτυρίας» των πειραματικών αποτελεσμάτων και «πειραματικών επιδείξεων» στους δημόσιους χώρους;

Με ποιους τρόπους πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή των νέων επιστημονικών ιδεών στο χώρο εκτός της Δυτικής Ευρώπης; Πώς οι λόγιοι αυτών των κοινωνιών ιδιοποιήθηκαν τις νέες ιδέες και ανέπτυξαν τον δικό τους λόγο στα πλαίσια των τοπικών φιλοσοφικών και θεολογικών παραδόσεων και των τοπικών κοινωνικών περιορισμών;

Η Επιστημονική Επανάσταση είναι ένα σύνολο χαρακτηριστικών που εμφανίζονται αποκλειστικά στην Ευρώπη; Τι συμβαίνει στον Αραβικό κόσμο, την Ινδία και την Κίνα εκείνη την εποχή; Υπάρχουν «ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά» τα οποία συνέβαλαν στην πραγμάτωση της Επιστημονικής Επανάστασης;

Alphonse Maria MuchaΗ μελέτη των κλασικών κειμένων της Επιστημονικής Επανάστασης μας έχει δείξει πως η διαδικασία «πειθούς» αναφορικά με τις νέες ιδέες της εποχής υπήρξε πολύ πιο πολύπλοκη από μια απλή παράθεση των νέων θεωριών και των πειραματικών δεδομένων με έναν «λογικά συνεπή» τρόπο. Η αποδοχή των νέων υποθέσεων, των νέων τρόπων έρευνας και μέτρησης, των νέων ερωτημάτων που θα έπρεπε να απασχολούν τους φυσικούς φιλοσόφους απαιτούσε γενικά την οικοδόμηση μιας σύνθετης διαδικασίας όπου η ρητορική έπαιζε σημαντικό ρόλο. Μπορούμε λοιπόν να αναφερόμαστε σε «ρητορικές στρατηγικές» ορισμένων ερευνητών της περιόδου της Επιστημονικής Επανάστασης;

Η «πατρωνία» υπήρξε ένας θεσμός εξασφάλισης πόρων για καλλιτέχνες, αλλά επιπρόσθετα ήταν και θεσμός προστασίας σημαντικών μορφών της εποχής από εχθρούς και αντιπάλους τους. Οι «πάτρωνες» αντλούσαν κοινωνικό κύρος όταν είχαν «υπό την προστασία τους» τέτοιους σημαντικούς ανθρώπους. Στην επιστήμη (αλλά και στην τέχνη) η πατρωνία συνέβαλε και στην «νομιμοποίηση» νέων ιδεών και νέων τεχνοτροπιών. Ποιος υπήρξε λοιπόν ο ρόλος της στην ανάδειξη αλλά και καθιέρωση των νέων ιδεών και νέων πρακτικών στη διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης; Η «πατρωνία» είχε την ίδια μορφή σε όλες τις κοινωνίες της Ευρώπης;

Τέλος, ποια σχέση είχαν οι νέες επιστημονικές ιδέες με τις τεχνολογίες και τις τεχνικές της περιόδου εκείνης; …

Ο Μεσαίωνας επομένως, δια μέσου πολυσχιδών διεργασιών «προετοίμασε», με μια έννοια, την Επιστημονική Επανάσταση. Εντούτοις, αυτού του είδους η «συνέχεια» δεν αναιρεί την «σχετική αυτονομία» της περιόδου: στην διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης διαπιστώνουμε μια ολόπλευρη διαφοροποίηση των αντιλήψεών μας για την (μαθηματική) ανάλυση της φύσης, για τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αποκτήσουμε πρόσβαση στις ιδιότητες της φύσης και τους νόμους της, για τις μεθόδους ελέγχου της εγκυρότητας των νέων γνώσεων.

EdwinAustinAbbey-King LearΗ σοβαρότητα των κοινωνικών πολιτικών θρησκευτικών γεγονότων της περιόδου και η πληθώρα των πρακτικών και των προσεγγίσεων που αναδύονται διαμόρφωσαν ποικίλους τρόπους κατανόησης των φαινομένων, και όλες αυτές οι προσεγγίσεις αλληλοσυμπληρώνονται μην επιτρέποντας την κυριαρχία ενός και μόνου χαρακτηριστικού: η συνέχεια συνυπάρχει με την ασυνέχεια ‘ η ρήξη με την αριστοτελική παράδοση δεν εμποδίζει τον σχηματισμό παράλληλα ενός νέο-αριστοτελικού ρεύματος ‘ ο «ορθολογισμός» συνυπάρχει με νεοπυθαγόρειες και ερμητικές παραδόσεις ‘ η «πατερική» παράδοση επανέρχεται σε μια λιγότερο αδιάλλακτη ερμηνεία των Γραφών ‘ η πολιτική ισχύς της καθολικής Εκκλησίας περιορίζεται ‘ αναδύονται νέες πρακτικές παρατήρησης της φύσης και η σχολαστική παράδοση εκτοπίζεται βαθμιαία από την εδραίωση της πειραματικής πρακτικής ‘ η έρευνα της φύσης παύει να είναι ιδιωτική ενασχόληση και καθίσταται νόμιμη στο βαθμό ακριβώς που εκφράζεται δημόσια ‘ οι «φυσικοί νόμοι» παραγκωνίζουν τις «ποιητικές αρχές» και καθιερώνεται η μαθηματική τους έκφραση ‘ το τι θεωρείται «φυσιολογικό» επαναπροσδιορίζεται ‘ το ηλιοκεντρικό σύστημα αφαιρεί από τον άνθρωπο την προνομιακή θέση που κατείχε στο γεωκεντρικό σύστημα ‘ σε κάθε γωνιά του νέου άπειρου σύμπαντος οι νόμοι είναι απαράλλακτα ίδιοι ‘ τα πανεπιστήμια παύουν να είναι οι μόνοι θεσμοί διαχείρισης της γνώσης, ιδρύονται «εταιρίες» και «ακαδημίες», εκδίδονται συναφή περιοδικά. **

Συμπερασματικά, στην διάρκεια της περιόδου αυτής μεταβάλλεται ο τρόπος «θέασης», οι τρόποι απόκτησης γνώσης, καθώς και οι θεσμοί διαχείρισης αυτής της νέας γνώσης.

andre.masson1938

Ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) υπήρξε μοναχός ιερέας και θεολόγος από τους ηγέτες του κινήματος της «Εκκλησιαστικής Μεταρρύθμισης» του 16ου αιώνα στην Γερμανία. Κατήγγειλε την διαφθορά της Εκκλησίας αλλά και εντόπισε τις «θεολογικές ρίζες» πολλών προβλημάτων: η καθολική εκκλησιαστική ιεραρχία    είχε εντάξει το ζήτημα της «χάριτος» μέσα σε ένα σύστημα απολαβών και μεροληψίας το οποίο δεν είχε καμία θεμελίωση επάνω στην καινή Διαθήκη. Σύμφωνα με τον Λούθηρο, ο πάπας δεν είχε καμία εξουσιοδότηση αναφορικά με το «Καθαρτήριο». Η «Μεταρρύθμιση» του 1517 προχώρησε σε σκληρή ιδεολογική αντιπαράθεση. Το κίνημα απέκτησε συμμάχους σε πολλά κοινωνικά στρώματα, θα το στηρίξουν ακόμη και άτομα που βρίσκονταν υψηλά στην ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας.

Η αντίδραση ενάντια στη Μεταρρύθμιση είναι γνωστή ως «Αντι-Μεταρρύθμιση». Η «Ιερά Εξέταση» θα ιδρυθεί το 1545, ενώ θα οργανωθούν αποστολές ιεραποστόλων για προσηλυτισμό διαφόρων τοπικών κοινωνιών, επικουρούμενες από τις από τις αποφάσεις της «Συνόδου του Trento» (Concilium Tridentinum).[1] Ο Καθολικισμός, όπου αμφισβητείται θα επιβληθεί με ιδιαίτερη βιαιότητα. Ο Πάπας Παύλος ο 3ος [2], προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κρίση με τους προτεστάντες ζητά σύγκληση της εκκλησιαστικής συνόδου. Οι θεολογικές αποσαφηνίσεις θα ικανοποιήσουν πολλούς καθολικούς ιερείς και θα τους προμηθεύσουν με αναγκαία θεωρητικά όπλα… Με το τέλος της Συνόδου του Trento η καθολικοί θα διαπιστώσουν ότι η απειλή είναι πλέον και πολιτικο-στρατιωτική. Μεταξύ 1618 και 1648 (συνθήκη της Βεστφαλίας) η Ευρώπη θα οδηγηθεί στον «τριακονταετή πόλεμο». Το τέλος του πολέμου θα σημάνει την αποδοχή από την Καθολική Εκκλησία του ρεύματος του Προτεσταντισμού.

Στην Ευρώπη την εποχή αυτή συντελούνται και άλλες σοβαρές αλλαγές. Κατά πρώτον, στην Αγγλία ο εμφύλιος πόλεμος, (σχηματικά μιλώντας) μεταξύ «μοναρχικών» και υποστηρικτών του «κοινοβουλευτισμού» θα διαρκέσει μεταξύ 1642 και 1651 και θα έχει αντηχήσεις για πολλές δεκαετίες έπειτα από την επίσημη λήξη του. Δεύτερον, για όλη αυτή την περίοδο, οι Ευρωπαίοι θα αντλούν πλούτο από τις αποικίες που ελέγχουν και θα αναπτύξουν σε μεγάλο βαθμό το εμπόριο. Παράλληλα, η χαλάρωση του ελέγχου της Καθολικής Εκκλησίας θα δημιουργήσει χώρους οι οποίοι διεκδικούνται από νέα κοινωνικά στρώματα, τα οποία επιδιώκουν να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους. Η νέα επιστημονική κουλτούρα βρίσκει έδαφος πρόσφορο στις φιλοδοξίες των στρωμάτων αυτών, και εκείνα ανακαλύπτουν στον ωφελιμισμό της νέας επιστήμης έναν σύμμαχο για τους δικούς τους κοινωνικο-πολιτικούς στόχους.

card.players.p.cezanneΟι ιστορικοί των επιστημών συμφωνούν στον καθοριστικό ρόλο όλων αυτών των εξελίξεων αναφορικά με την διαμόρφωση της νέας επιστήμης, ωστόσο διαφωνούν μεταξύ τους όσον αφορά τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους τα γεγονότα αυτά επηρέασαν τη διαμόρφωση του νέου επιστημονικού λόγου, καθώς επίσης και για το ειδικό βάρος που είχε το κάθε γεγονός στην εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών.[3]

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί το εξής: η καθιέρωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας τον 16ο και 17ο αιώνα, δεν ταυτίζεται πλήρως με ό,τι στη συνέχεια ονομάσαμε «επιστήμη» ‘ η ιστορία των επιστημών δεν μπορεί να μελετά αποκλειστικά ιδέες και πρακτικές εκείνης της περιόδου οι οποίες παρουσιάζουν «αντιστοιχίες» με την σημερινή αντίληψη που έχουμε για το τι είναι επιστήμη. Οι διαφορετικές ιδέες και πολιτισμικές πρακτικές για την κατανόηση και τον έλεγχο της φύσης βρίσκονταν σε συνεχή αλληλεπίδραση με όλα τα κοινωνικά γεγονότα της εποχής εκείνης. Οι πρακτικές που διαμόρφωσαν αυτό που ονομάζουμε «Επιστημονική Επανάσταση» δεν φαίνεται να είχαν τους ίδιους στόχους και χαρακτηριστικά με ό,τι σήμερα αποκαλούμε «επιστήμη».[4]

Κατά την διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης παγιώθηκαν οι νέοι «κανόνες άσκησης» της φυσικής: η αναζήτηση «νόμων της φύσης» αντικαθιστά την έρευνα για «γενεσιουργές αιτίες» των φαινομένων ‘ η ακριβής μαθηματική γλώσσα, η «πρόβλεψη» ποσοτήτων μεγεθών ή χαρακτηριστικών νέων φαινομένων που δεν έχουν ακόμη παρατηρηθεί, αντικαθιστά τις «ποιοτικές» περιγραφές και ερμηνείες φαινομένων ‘ σχεδιάζονται τώρα πειράματα τα οποία μπορούν να επαναληφθούν και στα οποία είναι δυνατό να γίνουν ακριβείς μετρήσεις, στη θέση παλαιότερων επιδείξεων φαινομένων όπου αναδεικνύονταν ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Η πειραματική πρακτική αποκτά πλέον «δημόσιο χαρακτήρα» και καλεί και άλλους να συμμετάσχουν σε ανάλογες διαδικασίες: η κατανόηση της φύσης δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο για λίγους «μυημένους». Κατά την δημοσιοποίηση των πειραμάτων εκτίθενται με λεπτομέρειες οι πειραματικές διατάξεις και οι διάφορες δυσκολίες που προέκυψαν, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αναπαραγωγή τους. Αυτή η «δημοσιότητα» θα διαμορφώσει τους «όρους διαφωνίας» και τους «κανόνες επίλυσης» διαφωνιών και έτσι θα συμβάλλει στη δημιουργία του πλαισίου συναίνεσης της επιστημονικής κοινότητας ως προς αυτούς τους όρους.

henri.de.toulouse.At_the_Moulin_Rouge1892Αναφορικά με τα παραπάνω, πρέπει να σημειώσουμε το εξής: από τους ιστορικούς, η έμφαση εδώ δίνεται στην πειραματική «πρακτική» και όχι σε εκείνο που πολλοί θεωρούσαν ως την (μια) «πειραματική μέθοδο». Εντούτοις σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πειραματικής πρακτικής και στην διάδοση των επιστημονικών πειραματικών οργάνων,[5] θα παίξει το συνολικότερο εγχείρημα της «μαθηματικοποίησης».

Είναι πολύ σημαντική η εξής εξέλιξη: κατά την διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης η «εργαλειακή» χρήση των μαθηματικών βαθμιαία ακυρώνεται, και εδραιώνεται η άποψη πως «αληθινό» (και επομένως «πραγματικό») είναι ό,τι είναι δυνατόν να εκφραστεί με μαθηματικό τρόπο. Τα μαθηματικά χρησιμοποιούνται για να «εξηγηθούν» τα φυσικά φαινόμενα και όχι για να «περιγραφεί» η φύση.[6]

Ποια είναι τα νέα κριτήρια ελέγχου και εγκυρότητας των προτάσεων της νέας «φυσικής φιλοσοφίας»; «Αληθινό» δεν είναι πλέον ό,τι φαίνεται «λογικό και φυσιολογικό».[7] Παράλληλα με την φυσική φιλοσοφία, η οποία θέλει να εξηγήσει τον κόσμο, υφίστανται και πολλές άλλες δραστηριότητες: αστρονομία, μηχανική, οπτική, μουσική ‘ επίσης, η ανατομία, η φυσιολογία, η χειρουργική, η φαρμακολογία ‘ η ναυπηγική, η χαρτογραφία, η μεταλλουργία κ.ά. Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει την περίοδο της Επιστημονικής Επανάστασης θα πρέπει να εξετάσουμε και την σχέση, την αλληλο-διαπλοκή όλων αυτών των δραστηριοτήτων με την νέα φυσική φιλοσοφία.

Όπως αναφέραμε και αλλού, η μαγεία, η αστρολογία, η αλχημεία, και η θρησκεία έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της νέας φυσικής φιλοσοφίας. Η «μαγεία» στηρίχθηκε στην εμπειρική παρατήρηση και την λεπτομερή καταγραφή των ιδιοτήτων[8] και της συμπεριφοράς των σωμάτων. Η αιτία που την βρίσκουμε να έχει εκλείψει μετά τα τέλη του 17ου αιώνα είναι επειδή πολλά από τα στοιχεία της ενσωματώθηκαν στην νέα «επιστημονική» πρακτική και αντίληψη για τον κόσμο. Επομένως ο εμπειρισμός της μαγείας συνέβαλε στην ανάδυση της πειραματικής πρακτικής και στην μετάβαση από την σχολαστική παράδοση στην εμπειρική παράδοση της σύγχρονης επιστήμης.[9] Η αλχημεία* (όπως και η μαγεία) επικεντρώνονταν, σε αντίθεση με τους αριστοτελικούς, σε φαινόμενα οι αιτίες των οποίων δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν άμεσα με τις αισθήσεις.[10] Πολλοί θα υποστηρίξουν πως ορισμένες αιτίες είναι αδύνατο μεν να εντοπιστούν με τις αισθήσεις, αλλά ωστόσο είναι δυνατό να γίνουν κατανοητές.[11] Άλλοι θα ισχυριστούν πως οι αιτίες πρέπει να είναι πραγματικές επειδή τα αποτελέσματά τους είναι πραγματικά. Η νέα πειραματική πρακτική θα αναφέρεται συχνά σε «ανεξήγητα» φυσικά φαινόμενα, σημασία όμως θα έχει να φανερώνονται, να εκτίθενται (μέσα από τα πειράματα) οι διάφορες επιδράσεις τους.[12]

thomas.Eakins.AgnewClinic1889Στο αριστοτελικό σύμπαν η Γη βρίσκεται στο κέντρο και ο κόσμος είναι κλειστός και αυστηρά ιεραρχημένος: κάθε σώμα και στοιχείο «κατέχει» τη «φυσιολογική θέση» του ‘ ανάλογα με τη θέση του τα σώματα υπακούουν σε διαφορετικούς κανόνες συμπεριφοράς, η κίνηση δε ενός σώματος απαιτεί ένα «κινούν» σε επαφή με το σώμα ώστε αυτό να συνεχίζει την κίνησή του… Με τη διατύπωση των νόμων του Newton όλα αυτά ανατρέπονται. Μόνο για την αλλαγή της κατεύθυνσης της κίνησης ενός σώματος χρειάζεται η εφαρμογή μιας δύναμης. Τα σώματα βρίσκονται σε αέναες κινήσεις, και δεν μας απασχολεί πλέον τόσο το γιατί απέκτησαν αυτή την κίνηση αλλά το πώς αυτή αλλάζει. Δεν υπάρχουν τώρα «παρά φύσιν» κινήσεις, ούτε «φυσικοί τόποι», ούτε διαφορά ανάμεσα στον χώρο τον υπερσελήνιο και τον υποσελήνιο…[13]

Όσον αφορά τέλος την σχέση Εκκλησίας και νέας επιστήμης, τα ιστορικά γεγονότα δείχνουν πως πολλοί φυσικοί φιλόσοφοι προσπαθούσαν να συμβιβάσουν με κάποιον τρόπο την επίσημη θεολογία με την νέα φυσική φιλοσοφία. Κατά τη διάρκεια πάντως της Επιστημονικής Επανάστασης αυτού του είδους οι προβληματισμοί λαμβάνουν χώρα έξω από το πλαίσιο λειτουργίας των εκκλησιαστικών και μοναστικών θεσμών (και ορισμένες -όχι όλες τέτοιες αναζητήσεις αποκτούν μια νομιμότητα). Υπάρχουν λοιπόν απόπειρες να εναρμονιστούν στοιχεία της νέας μηχανιστικής φιλοσοφίας με στοιχεία του χριστιανικού δόγματος ώστε το ένα να συμβάλει στην επίλυση θεωρητικών προβλημάτων του άλλου… Οι διαμάχες ξεσπούν σε ένα πεδίο όπου και στα δύο στρατόπεδα υπάρχουν και φυσικοί φιλόσοφοι αλλά και θεολόγοι, επομένως το ερμηνευτικό σχήμα που θέλει να υπάρχουν από την μια πλευρά οι «προοδευτικοί» επιστήμονες και από την άλλοι οι συντηρητικοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας είναι προβληματικό.[14]

Édouard Manet.zolaΕδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και μια ακόμη μεταβολή κατά την περίοδο της Επιστημονικής Επανάστασης. Στο μυαλό πολλών ερευνητών, υπήρχε το εξής σοβαρό δίλημμα: έχει ο άνθρωπος το (ηθικό) δικαίωμα να προχωρά στη μελέτη προβλημάτων που θα μπορούσαν να τον φέρουν αντιμέτωπο με τη «λογική του Θεού», με τον τρόπο που Εκείνος σκεφτόταν όταν δημιουργούσε τον κόσμο; Μήπως η έρευνα της φύσης είναι δείγμα απύθμενης ματαιοδοξίας, ένας ακόμη αξιόμεμπτος πειρασμός και αμαρτία; Ο κοινωνικός ρόλος του γνωστικού υποκειμένου που ερευνά τη φύση θα αρχίσει βαθμιαία να αλλάζει. Τα ηθικά διλήμματα σταδιακά φαίνεται να σβήνουν έπειτα και από τις νέες ισορροπίες ανάμεσα σε φυσικούς φιλοσόφους και θεολόγους και όταν πια η Καθολική Εκκλησία (προς τα τέλη 17ου αιώνα) αρχίζει να αποδέχεται τον νέο της ρόλο στον τρόπο άσκησης της εξουσίας εντός της νέας θρησκευτικής τάξης στην Δυτική Ευρώπη.


[1] 25 συνεδριάσεις σε τρεις περιόδους, μεταξύ 1545 και 1563.

[2] Σε εκείνον αφιέρωσε ο Κοπέρνικος το De Revolutionibus.

[3] Υπάρχουν ασφαλώς και διαφορετικά ερωτήματα που τίθενται από τους ιστορικούς, έρευνες για διαφορετικά ιστορικά πρόσωπα και για διαφορετικά προβλήματα…

[4]Ενδεικτικάαναφέρουμε (εντόςαυτήςτηςπροβληματικής) τοέργοτων Steven Shapin & Simon Schaffer: Leviathan and the Air Pump- Hobbes, Boyle and the Experimental Life (1985). Σε αυτό εξετάζεται η σχέση ανάμεσα σε δύο διαδικασίες: τους τρόπους με τους οποίους (πρέπει να) διεξάγονται και να τερματίζονται οι επιστημονικές διαμάχες, και τους τρόπους με τους οποίους η αγγλική κοινωνία (μετά τον εμφύλιο πόλεμο) αντιμετώπιζε την επιβολή της τάξης και την δημιουργία «συναίνεσης» για την αποδοχή της νέας κατάστασης…

Lascaux. France cave[5] όπως επίσης και σε ότι αφορά τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένα τα όργανα και οι περιορισμοί που έθεταν, όπως και τα όρια ακρίβειας των μετρήσεων…     

[6] Μαθηματικοποίηση και πειραματική πρακτική θα αλληλο-τροφοδοτούνται, και σύντομα θα επέλθει αυτό που ονομάστηκε «ρήξη με την Αρχαιότητα» (κυριολεκτώντας, θα έπρεπε να πούμε ρήξη με τον «αριστοτελισμό»). Το «σώζειν τα φαινόμενα» θα πάψει να ισχύει. Συμφωνία της παρατήρησης με την μαθηματική περιγραφή πιστοποιεί και την οντολογία που απορρέει από ένα σύνολο μεταφυσικών αρχών. Επομένως, τα μαθηματικά οδηγούν στην «ανάδειξη της πραγματικότητας», αυτό που «εκφράζεται μαθηματικά» είναι και αυτό «που υπάρχει».

[7] Ούτε θα έχει πλέον σημασία ιδιαίτερη το οτιδήποτε ανταποκρίνεται σε επιταγές ορισμένων μεταφυσικών αρχών, όπως για παράδειγμα ήταν οι «κυκλικές τροχιές», οι οποίες θεωρούνταν «τέλειες» και «άρα έπρεπε» να είναι «οι πραγματικές» τροχιές των («τέλειων») ουράνιων σωμάτων…

[8] «απόκρυφες», όχι γιατί ήταν «δαιμονικές» αλλά επειδή δεν ήταν άμεσα κατανοητές και προσπελάσιμες από τις αισθήσεις.

[9] Θα παρατηρήσουμε εδώ πως πολλοί μάγοι ήταν συχνοί επισκέπτες σε αυλές και σπίτια πλουσίων (κάποιοι πουλούσαν και περίεργα όργανα ή πετρώματα με μυστήριες ιδιότητες)…

klimtgustav[10] Ο αριστοτελισμός δεχόταν εξηγήσεις βασισμένες σε άμεσες και σαφείς αιτίες, και όχι «απόκρυφες».

[11] ορθολογική ανάλυση δηλαδή συγκεκριμένων μηχανισμών που θα μπορούσαν να μην είναι πραγματικοί.

[12] Σταδιακά λοιπόν η έμφαση αρχίζει να δίνεται στο «πώς» λειτουργούν τα πράγματα και όχι στο «γιατί» λειτουργούν έτσι όπως λειτουργούν.

[13] Σημειώνουμε βέβαια εδώ την προβληματικότητα της έννοιας της «δύναμης»: ακόμη και για τον Newton ήταν δύσκολο να απαντήσει στο τι είναι αυτή, ποιος είναι ο χαρακτήρας της δύναμης…

[14] Επιπρόσθετα, θα πρέπει να εξετάσει κάποιος και τις διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων λειτουργούσαν οι εκκλησιαστικοί θεσμοί σε διαφορετικές χώρες. Εκείνο που έχει σημασία να υπογραμμίσουμε είναι πως μετά την Επιστημονική Επανάσταση η «αυθεντία» και το κύρος της επιστήμης σταδιακά κερδίζουν έδαφος σε ότι αφορά τα φυσικά φαινόμενα ‘ αυτό σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο όπου η κυριαρχία της θρησκείας ήταν απόλυτη και δεδομένη σε οποιοδήποτε ζήτημα.

* Ας σημειώσουμε εδώ το εξής:

Η αλχημεία από πολλούς θεωρείται ως η «προεπιστημονική» κατάσταση του κλάδου της χημείας, ωστόσο αυτό είναι λάθος: η αλχημεία είναι μια σειρά αρχών και πρακτικών οι οποίες από κοινού με πρακτικές άλλων δραστηριοτήτων διαμόρφωσαν σταδιακά την χημεία.[a] Δεν επρόκειτο για κάτι αποκλειστικά «μυστικιστικό» που σχετιζόταν μόνο με την μαγεία. Οι αλχημιστές χωρίς να ακολουθούν «θεωρητικά» σχήματα, είχαν γνώσεις για τον μετασχηματισμό διαφόρων ουσιών – και βέβαια χειρίζονταν ποικίλες… «συνταγές» με τις «αναγκαίες αναλογίες» για την παρασκευή πολλών προϊόντων. Όμως συνέβαλαν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην κατάταξη και καταγραφή πολλών ουσιών, προσέφεραν μεθόδους απομόνωσης μετάλλων από τα μεταλλεύματα των ορυχείων, έκαναν αποστάξεις υγρών από φυτά, παρασκεύαζαν διαφόρων ειδών δηλητήρια, χρωστικές ουσίες κ.ά., ενώ παράλληλα τελειοποιούσαν τα σχετικά όργανα κλπ.

Robert Berény, Modiano Poster1930Μετά τον θάνατό του, διάφορα αλχημικά χειρόγραφα του Newton κρίθηκαν «ακατάλληλα για δημοσίευση». Στην έκδοση των «απάντων» του Newton αυτά τα έγγραφα δεν συμπεριελήφθησαν (αυτή η παράλειψη δεν χρειαζόταν καν να δικαιολογηθεί). Κάποια στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η καταλογογράφηση των χειρογράφων του, όλα τα κείμενα επεστράφησαν στους κληρονόμους. Το 1936 οι κληρονόμοι αποφάσισαν να πουλήσουν τα «αλχημικά» μαζί με κάποια άλλα «θεολογικά» κείμενα. Ο J.Maynard Keynes κατάφερε να αγοράσει ξανά από τους αγοραστές 57 από τους 121 φακέλους που περιείχαν αλχημικά χειρόγραφα και τελικώς θα τα δωρίσει όλα στο King’s College του πανεπιστημίου του Cambridge. Οι ιστορικοί δεν συμφωνούν όλοι για τους τρόπους με τους οποίους ο Newton επηρεάστηκε από την αλχημεία, ωστόσο οι μελέτες αυτών των εγγράφων μας έχουν οδηγήσει σε αναθεώρηση των απόψεών μας για το τι ήταν η φυσική φιλοσοφία και η επιστήμη κατά τον 17ο αιώνα και την εποχή του Newton.[b] Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως πλέον οι αλχημικές μελέτες του Newton θεωρούνται από τους περισσότερους ερευνητές κομμάτι, μέρος της διαμόρφωσης της νέας φυσικής φιλοσοφίας ‘ δηλαδή η αλχημεία γίνεται κατανοητή ως παράμετρος των διεργασιών που διαμόρφωσαν την Επιστημονική Επανάσταση και όχι ως τροχοπέδη και εμπόδιο.


[a] Η σύγχρονη χημεία εδραιώνεται μετά τον Lavoisier, εντούτοις οι «απαρχές» της βρίσκονται στην Επιστημονική Επανάσταση.

[b] Ο R. Westfall, ισχυρίστηκε πως η αλχημεία «διεύρυνε» και επηρέασε γόνιμα τον πνευματικό ορίζοντα του Newton, και ότι του παρείχε σημαντικές κατηγορίες και έννοιες συμπληρωματικές εκείνων της μηχανιστικής φιλοσοφίας. ——————

** Η AcademiadeLinceiιδρύεται στην Ρώμη το 1603, αλλά θα κλείσει το 1630 με τον θάνατο του ιδρυτή της. Η RoyalSocietyιδρύεται στο Λονδίνο το 1662. Η AcademieRoyaldesSciencesιδρύεται στο Παρίσι το 1666.    

——————————————————–

Albert-Pinkham-Ryder-Pond-in-Moonlight

Τα τεκμήρια

Οι ιστορικοί χρειάζονται στοιχεία, υλικό πάνω στο οποίο θα στηρίξουν την αφήγησή τους και την ερμηνεία των γεγονότων. Ωστόσο, με την μεροληπτικότητα, τις προθέσεις και τις ενδόμυχες προκαταλήψεις που τους διακρίνουν, έχουν ήδη διαμορφώσει ένα πλαίσιο και συγκεκριμένες προσδοκίες για το είδος των απαντήσεων που επιθυμούν να λάβουν… Το πλαίσιο είναι δυνατό στην πορεία των ερευνών να μεταβληθεί, εντούτοις πρέπει να υπάρχει από την αρχή ‘ αυτό θα επιστρέψει την αντιληπτική πρόσληψη όσων έχουν να μας πουν τα τεκμήρια. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, αντικειμενικότητα, ουδετερότητα, απροϋπόθετη δεκτικότητα δεν υπάρχει στο εγχείρημα του ιστορικού. Το αρχικό πλαίσιο δε του ιστορικού οφείλει να προσαρμόζεται, να αλλάζει έτσι ώστε ό,τι μας φαινόταν αρχικά ως δευτερεύουσας σημασίας, παραπλανητικό ή «ενοχλητικό» να μπορεί να ενσωματώνεται στο νέο πλαίσιο που θα διαμορφωθεί.

Για τους ιστορικούς που ακολουθούν αυτήν την κατεύθυνση που περιγράφουμε στις έρευνές τους για τις επιστήμες, αντικείμενο της μελέτης είναι αρχικώς οι «συγκεκριμένοι άνθρωποι»: αυτοί έζησαν σε συγκεκριμένο χώρο και έδρασαν σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, δημιούργησαν συγκεκριμένες σχέσεις με άλλους, πολύ συχνά ανήκαν σε θεσμούς, εργαστήρια, ερευνητικές σχολές ή πειραματικές ομάδες. Η ιστορία των Επιστημών στην οποία αναφερόμαστε εδώ ξεκινά από τους συγκεκριμένους επιστήμονες και σε δεύτερο χρόνο επεκτείνεται στις πολιτισμικές και κοινωνικές διεργασίες οι οποίες με κάποιους τρόπους αντανακλώνται στα έργα τους.[1]

Aleksander GryglewskiWnetrze_kosciolaΑναγκαία για την εργασία του ιστορικού είναι η διάκριση «πρωτογενών» και «δευτερογενών» πηγών. «Πρωτογενείς» θεωρούνται οι πηγές οι οποίες δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο που μελετούν οι ιστορικοί ‘ «δευτερογενείς» είναι όσες δημιουργήθηκαν αργότερα και βασίζονται στην ανάλυση των πρώτων. Όλες οι πρωτογενείς (και δευτερογενείς) πηγές δεν έχουν το ίδιο ειδικό βάρος στην κατάστρωση των επιχειρημάτων και την δόμηση των απαντήσεων στα ερωτήματα που έχουν τεθεί ‘ η αξιολόγηση των πηγών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της γραφής της ιστορίας. Στα τεκμήρια ανήκουν τα δημοσιευμένα έργα των ερευνητών που εμπλέκονται στο ζήτημα που μελετάμε ή έργα τους αδημοσίευτα (ολοκληρωμένα ή μη) ‘ επίσης: χειρόγραφα ή προσωπικές σημειώσεις, τα βιβλία του επιστήμονα καθώς και εκείνα που δανειζόταν από βιβλιοθήκες, επίσημες επιστολές ή αλληλογραφία, παράγραφοι ή διατυπώσεις κάποιων ιδεών οι οποίες δεν συμπεριελήφθησαν τελικώς στην δημοσίευση μιας θεωρίας (ακόμη οι διαφορές στις διαφορετικές εκδόσεις ενός έργου), πρόχειροι ή μη υπολογισμοί, όργανα πειραμάτων και, πιο κοντά στην εποχή μας, συνεντεύξεις ή οπτικο-ακουστικό υλικό.* Στις (πρωτογενής ή δευτερογενής) πηγές ανήκουν επίσης πρακτικά συνεδρίων, δικαστικά πρακτικά (ή άλλων θεσμών), πρακτικά επιτροπών (ακαδημαϊκές εξελίξεις σε βαθμίδες, απονομές βραβείων, εκλογές νέων μελών, απολογισμοί δραστηριοτήτων, νεκρολογίες, αιτήσεις για χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων και οι κριτικές εκθέσεις τους, απαντήσεις εκδοτών και  επιμελητών ή υπεύθυνων επιστημονικών περιοδικών κ.ά.). Ακόμη: εκθέσεις (επίσημες ή ανεπίσημες) για την προκήρυξη θέσεων ή την ίδρυση θεσμών (νέα τμήματα ή ακαδημίες, εργαστήρια, νέες έδρες κλπ.). Η προσπάθεια είναι να κατανοήσει ο ιστορικός τον τρόπο σκέψης του ερευνητή, τους πιθανούς δισταγμούς του, τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, την κριτική που άσκησε και του ασκήθηκε, την επίδραση που είχαν στις αποφάσεις του πιθανές παραινέσεις.[2]


[1] Επιπρόσθετα, την ιστορική έρευνα ενδιαφέρουν και οι κοινωνικές επιπτώσεις των έργων τους.

Austin Osman Spare, -Self as Hitler-1936[2] Στις εκδόσεις των έργων (π.χ. τα «άπαντα») ενός επιστήμονα, οι παρεμβάσεις στις οποίες προβαίνει ο επιμελητής είναι πολύ συχνά καθοριστικής σημασίας πηγές πληροφοριών: υποσημειώσεις, για παράδειγμα, με υπολογισμούς τους οποίους δεν θα ήμασταν σε θέση να κατανοήσουμε αλλιώς, συμπληρώσεις ώστε να γίνει προσβάσιμο το αρχικό κείμενο (πράγματα που ο συγγραφέας θεωρούσε «αυτονόητα»), πρόσθετες λεπτομέρειες για όργανα που χρησιμοποιήθηκαν, εκτενείς ή μη εισαγωγές, υπομνήματα για συναφείς εργασίες, για πιθανά λάθη σε πειραματικές μετρήσεις, κατάλογοι εργασιών άλλων οι οποίοι επηρεάστηκαν από τα αποτελέσματα του εν λόγω επιστήμονα κ.ά.

* Διαφόρων ειδών τρισδιάστατα ομοιώματα τα οποία είχαν χρήση εκπαιδευτική (ή και διακοσμητική), ζωγραφικοί πίνακες με απεικονίσεις (π.χ. επιστημονικών οργάνων), εικονογραφήσεις παλαιών βιβλίων, αρχιτεκτονικά σχέδια χώρων εργασίας των επιστημόνων, όλα αυτά μας βοηθούν επίσης να αντιληφθούμε καλύτερα το παρελθόν.

————————————————–

Πριν απ’ όλα τα άλλα, οι ιστορικοί των επιστημών θα πρέπει να αποφασίσουν για την αυθεντικότητα ενός τεκμηρίου: εάν συντάχθηκε όντως την εποχή που υποτίθεται ότι γράφτηκε, εάν συντάχθηκε όντως από το άτομο που θεωρείται συγγραφέας του, εάν είναι βέβαιο ότι δεν αποτελεί πλαστό έγγραφο ή αντίγραφο, εάν το τεκμήριο ανήκει όντως στο άτομο ή τον θεσμό που υποτίθεται ότι το παρήγαγε, εάν αυτά που αναφέρονται στο τεκμήριο είναι πιθανά με βάση τη γνώση που έχουμε της εποχής κλπ. Επίσης: ποιος είναι ο βαθμός αξιοπιστίας των τεκμηρίων; Ο συγγραφέας βρισκόταν σε κατάλληλη θέση ώστε να δώσει πιστή αναφορά των γεγονότων; Ήταν παρών ή η συγγραφή έγινε πολύ αργότερα;

Γεγονός παραμένει το ότι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλα τα τεκμήρια και όλες οι μαρτυρίες είναι ατελή, ελλιπή, «ανακριβή» ‘ εμπεριέχουν την «ιδιοτέλεια» του συντάκτη τους και έναν βαθμό προκατάληψης -δεν υφίστανται «αντικειμενικά» τεκμήρια.

Nussbaum's Self-Portrait with Jewish Identity Card1942Οι ιστορικοί πρέπει να καταλήξουν με ποιον τρόπο θα αξιολογήσουν τα τεκμήρια, υπάρχει επομένως το πρόβλημα των «κριτηρίων επιλογής». Μια σημαντική παρατήρηση που πρέπει να κάνουμε εδώ είναι ότι τα τεκμήρια δεν μας οδηγούν πάντοτε να εκτιμήσουμε την «σχετική» σημασία των διαφόρων παραμέτρων ή των συσχετισμών τους. Η σχετική σημασία έχει να κάνει με την ερμηνεία των γεγονότων. Ακόμη και εάν στα ερωτήματα που έθεταν οι ιστορικοί διαφαινόντουσαν ορισμένα κριτήρια αξιολόγησης των πηγών, η τελική αποσαφήνιση των κριτήριων γίνεται έπειτα από την επαφή με τα συγκεκριμένα τεκμήρια.[1]

Επομένως, ο εντοπισμός των τεκμηρίων δεν αρκεί, το θεμελιώδες ζήτημα είναι οι «επιλογές» των σχετικών πηγών, των ιστορικών γεγονότων και των κατάλληλων ερμηνειών ‘ αυτές οι επιλογές πολύ συχνά ενυπάρχουν ήδη στις ερωτήσεις που διατυπώνονται. Η μελέτη ενός ιστορικού επικεντρώνεται (διαισθητικά συνήθως) σε ορισμένα μόνο από τα διαθέσιμα τεκμήρια, με γνώμονα το ποια από αυτά θα υποστηρίξουν την επιχειρηματολογία του. Ωστόσο είναι αναγκαίο να διαπιστώσει κανείς κατά πόσον τα τεκμήρια που δεν επέλεξε θα μπορούσαν δυνητικά να αντικρούσουν την επιχειρηματολογία, κατά πόσον η ερμηνεία υπονομεύεται από αυτά ή τελικώς εάν δεν προσθέτουν τίποτα ουσιώδες.[2]


[1] Για παράδειγμα, η αντίληψη για την συμβολή των γυναικών στην επιστήμη: παλαιότερα ο ρόλος τους σχεδόν αγνοούνταν ‘ οι νεότερες μελέτες στοιχείων τα οποία εντούτοις είχαμε από πριν και πάντοτε στα χέρια μας, μας οδήγησαν σε διαφορετικά συμπεράσματα…

[2] Ακόμη παραπέρα, θα ήταν δόκιμο να σκεφτεί κάποιος τι είδους τεκμήρια λείπουν τα οποία θα μπορούσαν να υποσκάψουν την ερμηνεία, και να αναζητήσει εάν υπάρχουν τέτοια.  ——————————————————–

F. W. Köbner, Mondaine und Demimondaine Skizzen1921

Τα ερωτήματα που θα διατυπώσουμε, τα κριτήρια επιλογής των τεκμηρίων, τα ίδια τα τεκμήρια που θα σταχυολογήσουμε, οι αρχικές μας θεωρητικές προσλαμβάνουσες, η ερμηνεία των γεγονότων που θα προτείνουμε, όλα αυτά συναποτελούν ένα σύμπλεγμα παραγόντων οι οποίοι αλληλεπιδρούν, η ύπαρξη του καθενός αντλεί νόημα από τα υπόλοιπα, ενώ ταυτόχρονα το κάθε στοιχείο διατηρεί την σχετική του αυτονομία… Κατά τη συγγραφή της ιστορίας πραγματοποιείται κάποια ιεράρχηση των στοιχείων ‘ το πότε θα εκτιμήσει ένας ιστορικός ότι τα ερωτήματα απαντήθηκαν ικανοποιητικά δεν είναι κάτι που μπορεί να προκαθοριστεί.

Σύμφωνα λοιπόν με την ιστοριογραφική αντίληψη την οποία περιγράφουμε εδώ, η προσέγγιση των πηγών είναι μη-αντικειμενική, πάντοτε «θεωρητικά βεβαρημένη». Ο στόχος είναι ο «μετασχηματισμός» των «αληθινών συμβάντων» σε «ιστορικά γεγονότα». Το να μετουσιωθούν παρελθόντα γεγονότα σε «ιστορικά» γεγονότα σημαίνει να ερμηνευθούν και να συσχετισθούν. Από το αρχειακό υλικό ζητούμε να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα τα οποία έχουμε ήδη θέσει και τα οποία «εν μέρει» αντανακλούν και την ιστοριογραφική μας τοποθέτηση, γενικότερους ερευνητικούς μας προβληματισμούς, γενικότερες αντιλήψεις μας για την επιστήμη ή την κοινωνία. Τα ερωτήματα είναι η συγκεκριμενοποίηση των προβληματισμών μας – αυτός είναι και ο λόγος που η ερμηνεία του παρελθόντος εξαρτάται από το παρόν, οι ιστορικοί είναι προϊόντα του παρόντος. Προσεγγίζοντας τις πηγές του ο ιστορικός έχει ήδη μελετήσει τα αποτελέσματα άλλων ερευνών που αφορούν το ίδιο ή παραπλήσια θέματα (μελέτες οι οποίες στηρίχθηκαν στην χρήση των ίδιων πηγών στις οποίες ανατρέχουμε και εμείς).[1] Η διατύπωση της ερώτησης επομένως προσδιορίζει το είδος των πηγών που θεωρεί ο ιστορικός ότι τον αφορά και τις γενικές προσδοκίες που έχει από αυτές (οι πηγές επιλέγονται ως καταλληλότερες ώστε να μας βοηθήσουν –χωρίς ασφαλώς αυτό να είναι βέβαιο- να απαντήσουμε στα ερωτήματα).

Οι ιστορικοί, είναι σημαντικό να διαθέτουν την ικανότητα να εντοπίζουν τι είναι αυτό που μπορούν να αντλήσουν από τις πηγές, με ποιο τρόπο οι τελευταίες πιθανά αντιστέκονται στο να δομηθεί μια απάντηση, κατά πόσο επίσης το αρχειακό υλικό βοηθά στη διατύπωση νέων ερωτημάτων. Κορεσμός σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δεν σημαίνει πως έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες ερμηνείας των συγκεκριμένων πηγών: οι πηγές «ομιλούν» ανάλογα με τα ερωτήματα που τους απευθύνουν οι ιστορικοί.[2] Αυτό που υπογραμμίζουμε εδώ είναι ότι οι πηγές είναι πάντοτε «ενεργές» (ακόμη και εάν για μεγάλο διάστημα έχουν αγνοηθεί), δεν «εξαντλούνται» ‘ αυτό που μπορούν να δώσουν εξαρτάται από τα ερωτήματα που ανά καιρούς θέτουμε.**

Ubaldo Oppi, The Three Surgeons1926Το «νόημα» των τεκμηρίων του παρελθόντος δεν είναι «διαχρονικό», υφίσταται μια συνεχής διαμάχη ερμηνειών και επανερμηνειών. Σύμφωνα με την αντίληψη που συζητάμε εδώ, τα τεκμήρια δεν είναι «διαφανή»: όχι μόνο επειδή τα νοήματα των όρων έχουν στο μεταξύ αλλάξει, αλλά και επειδή το κάθε τεκμήριο απευθύνεται σε συγκεκριμένο ακροατήριο, σε συγκεκριμένο αποδέκτη (ακόμη και εάν αυτό είναι ο ίδιος ο επιστήμονας, ο οποίος κρατά τις προσωπικές του σημειώσεις). Η ανάγνωση του κάθε τεκμηρίου επιβάλλει και την ανασυγκρότηση του πλαισίου στο οποίο είχε συνταχθεί…[3]


[1] Μελετώντας την συναφή βιβλιογραφία παίρνουμε θέση: ορισμένες απαντήσεις που έχουν ήδη δοθεί δεν μας ικανοποιούν, για διάφορους λόγους.

[2] αυτό έχει σχέση κυρίως με τις συζητήσεις μεταξύ των ιστορικών των επιστημών, ή και ανάμεσα στα μέλη άλλων κοινοτήτων. (…)

[3] η ανασυγκρότηση του πλαισίου είναι και αυτή αποτέλεσμα ιστορικής έρευνας, η οποία βασίζεται στην ανάγνωση άλλων τεκμηρίων κ.ο.κ. Εδώ δεν πρόκειται για «φαύλο κύκλο» ‘ ο ιστορικός πάντοτε από κάπου ξεκινά, δεν μελετά στο «κενό», υπάρχει πάντοτε μια προηγούμενη «πρώτη» προσέγγιση… 

** Ας σημειώσουμε εδώ πως έχουμε περιπτώσεις όπου τεκμήρια υπάρχουν και είναι αυθεντικά (παράδειγμα η βαβυλωνιακή επιστήμη), ενώ υπάρχουν άλλες περιπτώσεις όπου δεν έχουμε κανένα τέτοιο υλικό παρά μόνο (πολύ μεταγενέστερα, χειρόγραφα) αντίγραφα (αντιγράφων) των αυθεντικών, όπως είναι εκείνη των αρχαίων ελληνικών κειμένων. Τα συναφή προβλήματα αποκατάστασης και ανασυγκρότησης τέτοιων έργων τα αντιμετωπίζουν με ειδικές μεθόδους και τεχνικές κλασικοί φιλόλογοι ειδικευμένοι στην επιγραφική, στην παπυρολογία, στην παλαιογραφία κλπ. Συγκρίσεις (αντιγράφων) επί συγκρίσεων καταλήγουν στη σύνταξη ενός «γενεαλογικού δέντρου» των χειρογράφων (κάθε μια «οικογένεια» εκπροσωπείται από ένα «αρχέτυπο» ‘ από τα αρχέτυπα ανασυγκροτείται τελικώς το αρχικό κείμενο). Ένα πολύ σημαντικό επιπρόσθετο πρόβλημα αναφορικά με τα αντίγραφα, είναι ότι διασώζονται μόνο εκείνα τα οποία οι επόμενες γενιές θεώρησαν ότι άξιζε, ή έπρεπε να αντιγραφούν. ———————————————————–

George Grosz, Suicide1916

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα αληθή συμβάντα μετασχηματίζονται, συγκροτούνται σε «ιστορικά γεγονότα» μέσα από την διατύπωση ενός (αρχικού) ερμηνευτικού πλαισίου. Εκείνο που θα οδηγήσει στη μετατροπή του συμβάντος σε ιστορικό γεγονός είναι τα ερωτήματα που θέτουμε. Παράλληλα με τη διατύπωση των ερωτημάτων οι ιστορικοί διαμορφώνουν ένα είδος «διαισθητικής ερμηνείας», μια υπόθεση και αυτό είναι το πρώτο στάδιο της μετατροπής. «Αντικειμενικά» κριτήρια για την αποτίμηση και επιλογή εκείνων που είναι τα «πιο σημαντικά» δεν υπάρχουν.

Πώς καταλήγουμε σε συσχετίσεις ανάμεσα σε παρελθόντα συμβάντα; Είναι μήπως οι συσχετίσεις αυτές απλώς «κατασκευές» των ιστορικών που επιλέγουν με τέτοιο τρόπο τα τεκμήρια ώστε να αναδείξουν τις συσχετίσεις που οι ίδιοι επιθυμούν; Στην πραγματικότητα οι ιστορικοί αναζητούν συσχετισμούς που «αντικειμενικά» υπήρχαν στο παρελθόν και οι οποίοι βρίσκονται «εντός» των τεκμηρίων. Εντούτοις είναι σχεδόν πάντα υποχρεωμένοι να συμπληρώνουν τις «ελλείψεις» των τεκμηρίων. Η συμπλήρωση αυτή στηρίζεται σε ποικίλα ερμηνευτικά στοιχεία τα οποί με τη σειρά τους βασίζονται στα σωζόμενα τεκμήρια. Πολλές διαμάχες μάλιστα μεταξύ των ιστορικών αφορούν ακριβώς το ορθό ή μη της επιλογής τέτοιων ερμηνευτικών στοιχείων για να καλύπτονται «κενά».[1] Οι ιστορικοί κατέχουν μια παιδεία, έχουν επιλέξει θεωρητικούς προσανατολισμούς, ασπάζονται κάποιες αξίες, και όλα αυτά θα εκφραστούν και στο πλέγμα των ερωτήσεων που θα θέσουν. Οι συσχετισμοί που θα υποδείξουν θεωρούνται «αντικειμενικοί» εάν ακολουθήθηκαν οι κανόνες που εμείς θεωρούμε ότι μέσα από τη χρήση τους έχουν αποδείξει την εγκυρότητά τους. Ταυτοχρόνως, οι συσχετισμοί αυτοί είναι «υποκειμενικοί» επειδή η πρόσληψή τους λαμβάνει χώρα μέσα στο πλαίσιο που ορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε ιστορικού. Η πρακτική άσκηση της ιστορίας δεν είναι παρά η «σύνθεση» αυτών των δύο όψεων.


[1] Το «νόμιμο» ή μη του να καλύπτονται κενά με τον τρόπο αυτό δεν συζητείται επί της ουσίας, θεωρείται αναπόδραστο.  ———————

Armand Henrion, Self Portrait, Clown with Monocle 1920

Σύμφωνα με την ιστοριογραφική προσέγγιση που παρουσιάζουμε εδώ, το παρελθόν είναι «μοναδικό» αλλά αυτό δεν σημαίνει πως τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να έχουν καταλήξει αλλιώς. Η «μοναδικότητα» της αλληλουχίας των γεγονότων του παρελθόντος δεν πηγάζει από κάποιο «γενικό νόμο» που τα ανάγκασε να είναι αυτά που είναι – επομένως δεν αποτελούν «εκφράσεις» κάποιου «καθολικού νόμου» τον οποίο εμείς καλούμαστε να «ανακαλύψουμε». Το παρελθόν είναι «μοναδικό» ακόμη και εάν αγνοούμε τα γεγονότα και δεν κατορθώνουμε να καταλήξουμε σε κάποια συγκεκριμένη αφήγηση. Ακόμη και εάν δεν γνωρίζουμε όλα τα αληθινά συμβάντα που εκφράζουν αυτή τη μοναδικότητα, υποστηρίζουμε πως τα γεγονότα του παρελθόντος ακολούθησαν μια συγκεκριμένη αλληλουχία στο χρόνο. Το τι διαφορετικό θα μπορούσε να έχει συμβεί δεν έχει νόημα να επιμένουμε να το εξετάζουμε ‘ αυτό που αφορά τους ιστορικούς είναι τα «αληθή συμβάντα».

Ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον υφίσταται μια εγγενής και ακραία «ασυμμετρία». Εάν τοποθετήσει κάποιος τον εαυτό του κάπου στο παρελθόν και προσπαθήσει να διαγράψει -έστω αδρά- εκείνο που θα φανταζόταν (με τα δεδομένα της εποχής) για το μέλλον των επιστημών των επόμενων δεκαετιών, δεν θα μπορούσε τελικώς να «συμπεριλάβει» στις «θεωρητικές δυνατότητες» την μεγάλη πλειοψηφία των γεγονότων που πραγματικά συνέβησαν – ίσως ούτε καν τις γενικότερες κατευθύνσεις των εξελίξεων…

Είναι το παρελθόν πλήρως «ανακτήσιμο»; Μπορούμε να καταλήξουμε (τελεσίδικα) σε μία (μόνη) ιστορία του παρελθόντος; Αυτό λοιπόν δεν φαίνεται δυνατό- και η αδυναμία μας αυτή οφείλεται στην εγγενή «ασυμμετρία» παρελθόντος-μέλλοντος που προαναφέραμε. Μεγάλο μέρος των δυσχερειών στην ανάκτηση του παρελθόντος αφορά ελλειπή στοιχεία, κατεστραμμένα αρχεία, μαρτυρίες που είναι πολύ σπάνιες κλπ. Ωστόσο: ακόμη και εάν είχαμε στα χέρια μας «όλα» τα είδη τεκμηρίων και «όλες» τις «απαραίτητες» γνώσεις[1] για μια λεπτομερή αφήγηση…, ακόμη και τότε δεν θα ήταν δυνατή η «πλήρης ανάκτηση» του παρελθόντος. Ο βασικός λόγος είναι (εκτός των άλλων) ότι: η «ανάκτηση» εξαρτάται πλήρως από την ερμηνεία του παρελθόντος ‘ η τελευταία όμως όπως έχουμε δει εξαρτάται εν μέρει και από το παρόν.[2] Αυτή η εξάρτηση ευθύνεται και για την αδυναμία «πλήρους ανάκτησης» ΄ η αδυναμία μας αυτή δεν είναι αποτέλεσμα έλλειψης τεκμηρίων. Ανάκτηση δεν σημαίνει μόνο αφήγηση αλλά και ερμηνεία των γεγονότων. 


Carlo Sbisà, Il palombaro1931[1] Είναι δεδομένη η δυσκολία προφανώς να προσδιορίσουμε τι ακριβώς εννοούμε λέγοντας «όλα» (τα τεκμήρια)… ή «όλες» τις «απαραίτητες» γνώσεις…

[2] «ερμηνεύω» σημαίνει απευθύνω στο παρελθόν ερωτήματα, «απαιτώντας» από αυτό όλο και περισσότερα… Όμως όλα αυτά τα ερωτήματα, τα εργαλεία μου κλπ. είναι επηρεασμένα από ιδεολογικές αναφορές, προσωπικές στοχεύσεις και ιδιοτέλειες, μεθοδολογικές προτιμήσεις ή φιλοσοφικές δεσμεύσεις.  ———————————————–

Τα ερωτήματα που θέτουμε για το παρελθόν είναι δυνατόν να τα διαχωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες: κατά πρώτον, έχουμε εκείνα τα ερωτήματα τα οποία σχετίζονται με το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της γνώσης που είχαν οι επιστήμονες για τη φύση ‘ κατά δεύτερον, έχουμε τα ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις των φυσικών φιλοσόφων και των επιστημόνων με το θεσμικό, κοινωνικό-πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής τους ‘ τρίτον, τέλος θέτουμε ερωτήματα που σχετίζονται με τη διερεύνηση νοοτροπιών και «μορφών ζωής». Η τρίτη κατηγορία είναι η περισσότερο περίπλοκη διότι παραπέμπει στην κατανόηση συνηθειών, νοοτροπιών, τρόπων ζωής, αξιακών συστημάτων (για παράδειγμα σε κοινωνικές διαδικασίες που αφορούν το κοινωνικό κύρος, την συμβολική ή πραγματική εξουσία κάποιων προσώπων κ.ο.κ.). Αυτά είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτηθούν διότι οι νοοτροπίες σβήνουν, οι συνήθειες πιθανόν δεν αναπαράγονται και οι μορφές ζωής αποκτούν νόημα μέσα σε συγκεκριμένο χώρο-χρόνο ‘ όλα αυτά επομένως μπορεί να χαθούν χωρίς να αφήσουν ίχνη.[1]    


[1] Παράδειγμα: όπως έχουμε αναφέρει, ιδιαίτερη σημασία για τους ιστορικούς έχει η μελέτη της αλληλογραφίας μεταξύ των επιστημόνων. Ικανοποιητική αποτίμηση αυτής της αλληλογραφίας μπορεί να γίνει μόνο λαμβάνοντας υπόψη το γενικότερο πολιτισμικό πλαίσιο σε ό,τι αφορά τις αντιλήψεις των ανθρώπων για την επικοινωνία, σε ό,τι αφορά τις ακαδημαϊκές ιεραρχίες, τις δομές των συναφών θεσμών (π.χ. συνέδρια κ.ά.), τις τεχνολογίες επικοινωνίας – τεχνολογίες οι οποίες έχουν τη δύναμη να μεταβάλλουν συνήθειες, να επιβάλλουν νέους κώδικες και μετασχηματίζουν αναλόγως τα υφιστάμενα αξιακά πλαίσια. Ενδεικτική πολύ σημαντικών αλλαγών, είναι μια σύγκριση με την εποχή μας: των τεχνολογιών της πληροφορικής – ο υπολογιστής ως μέσο έχει επιβάλλει «δικούς του κανόνες» ‘ παράδειγμα: η έννοια του «πρόχειρου» -με σημειώσεις στο περιθώριο, διορθώσεις, πρόχειρες πράξεις, παρατηρήσεις, υπογραμμίσεις κ.ά.- έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Έχει αλλάξει συνολικά ο τρόπος που γράφουμε και παράλληλα και ο τρόπος που σκεφτόμαστε.  —————————————————

Tauentzien Street Team, Berlin1920

Όπως έχουμε τονίσει παραπάνω, τα ιστορικά έργα έχουν και μια «ιδεολογική» λειτουργία που επιτελούν ‘ πολύ συχνά, ακόμη και οι γενικές κατευθύνσεις της έρευνας αντανακλούν μια πολιτική-ιδεολογική σκοπιμότητα. Όπως αναφέραμε ήδη, η έμφαση στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και την αρχαία Ελλάδα και η παράλληλη εκμηδένιση του Μεσαίωνα, η υποτίμηση της Αραβικής Κινεζικής και Ινδικής γραμματείας, η έμφυλη αντιμετώπιση και εξιστόρηση της πορείας των επιστημών, όλα αυτά είναι συνοδοιπόροι των κυρίαρχων ιδεολογικών-πολιτικών τάσεων και ακαδημαϊκών αξιών του 20ου αιώνα. Οι ιστορικοί των επιστημών και αυτοί είναι μεροληπτικοί, φορείς και εκφραστές ιδεολογίας και προκαταλήψεων ‘ οικειοποιούνται το παρόν προκειμένου να διευρύνουν τα όρια του προβληματισμού τους και να θέσουν νέα ερωτήματα τα οποία δεν είχαν προηγουμένως τεθεί ή δεν είχαν πείσει ικανό αριθμό μελών της κοινότητας. Η ιστορία των επιστημών ερμηνεύει το παρελθόν αλλά ταυτοχρόνως εκφράζει και τους ιστορικούς που την μελετούν.[1] Ας το υπογραμμίσουμε ξανά: ιστορικοί που ερευνούν με «αντικειμενικότητα» τις πηγές απλώς δεν υπάρχουν, ούτε ως οριακή κατάσταση – είναι έννοια άνευ περιεχομένου.


[1]Ο Newton «του» Koyre ανήκει ταυτοχρόνως στην ιστορία αλλά και στον ιστορικό… ο ένας Newton δίχως τον άλλο είναι είτε απλώς μια αφήγηση είτε απλώς μια προσωπική κατασκευή ‘ «και οι δύο» αλληλοελέγχονται για μια «αληθινή» ανασυγκρότηση του παρελθόντος. Κάθε ένας ιστορικός που μελετά ένα πρόσωπο ισχυρίζεται πως τα χαρακτηριστικά στα οποία επιλέγει να δώσει έμφαση τον βοηθούν να δώσει πειστικότερες απαντήσεις και να εντάξει καλύτερα το ιστορικό πρόσωπο στο πλαίσιο της εποχής του. Από κάθε έναν εκφράζονται διαφορετικές όψεις του ιστορικού προσώπου που φωτίζουν τους τρόπους συμμετοχής του στα ιδεολογικά, πνευματικά, πολιτικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά δρώμενα της εποχής. Τα ερωτήματα και οι μέθοδοι είναι δηλωτικά της φυσιογνωμίας ενός ιστορικού.  ——————————-

Alberto Martini, Ritratto Wally Toscanini1925

Τα γεγονότα σχεδόν πάντοτε «υπερκαθορίζονται» – δεν υφίσταται δηλαδή μία και μόνη αιτία. Συνήθως οι ιστορικοί επιδιώκουν να αποσαφηνίσουν την ιεραρχία των αιτίων και να κατανοήσουν τις σχέσεις μεταξύ τους. Η αναζήτηση «αιτίων» παραμένει συνήθης (αν και όχι κυρίαρχη) πρακτική των ιστορικών, χωρίς αυτό βέβαια να συνεπάγεται και μια απόλυτα «αιτιοκρατική» αντίληψη. Ο αιτιοκρατικός χαρακτήρας δε που αποδίδεται στις επιστήμες δεν αποτελεί «πρότυπο» για την ιστορία τους: είναι μάλλον μια ακόμη έκφραση μιας ιδεολογίας η οποία θέλει κάθε προσπάθεια κατανόησης της κοινωνίας να βασίζεται στις μεθόδους των φυσικών επιστημών.[1] Στην ιστορία των επιστημών, αιτίες αναγνωρίζονται, εντούτοις μια απόλυτη εμμονή αποκλειστικά σε αυτές στερεί την ιστορία από την πολλαπλότητα των δυνατών προσεγγίσεων που αναδεικνύουν τον πολιτισμικό χαρακτήρα της επιστήμης.[2] Η επιδίωξη να αναδεικνύονται (μονοσήμαντες) «πλήρως αιτιοκρατικές» σχέσεις ανάμεσα στα γεγονότα οδηγεί με τη σειρά της σε μια «γραμμική» εξιστόρηση, μια αιτιακή αλυσίδα που εκφράζει υποτίθεται την «πρόοδο» της επιστήμης.

Η ιστορική έρευνα δεν εξαντλείται επομένως στην αποκλειστική αναζήτηση αιτίων: ταυτόχρονα με τη διερεύνηση αιτιακών σχέσεων[3], μελετάμε το πώς διαμορφώθηκαν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ενός γεγονότος ή κατάστασης, πώς επηρέασαν αυτά τα γεγονότα άλλες καταστάσεις, πώς στερεοποιήθηκαν νοοτροπίες, πώς εδραιώθηκαν θεωρίες, τεχνικές κλπ. Μιλάμε λοιπόν για αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε καταστάσεις, πρόσωπα, θεσμούς, πρακτικές, όργανα, παρατηρήσεις… Εκτός επομένως από αιτίες αναζητούμε και συσχετίσεις, συνυπάρξεις, συμβολές, συνδρομές.[4]

Cesare Sofianopulo, Maschere1930Διευκρινίζουμε εδώ πως οι «συσχετίσεις» στις οποίες αναφερόμαστε δεν αφορούν τον εντοπισμό γεγονότων που έχουν λάβει χώρα την ίδια περίπου περίοδο ‘ αφορούν κυρίως τους τρόπους «επαφής» των γεγονότων, τους τρόπους αλληλεπίδρασης και αλληλομετασχηματισμού τους. Δεν πρόκειται δηλαδή για καταγραφή απλών χρονικών συμπτώσεων ανάμεσα σε διάφορα γεγονότα ‘ μιλώντας για «συνύπαρξη» και «συσχέτιση» εννοούμε την κατανόηση σχέσεων που υπερβαίνουν την απλή γραμμική αιτιότητα. Αναδεικνύουμε στο βαθμό του δυνατού όλο το φάσμα των σχέσεων που πιθανά εμπλέκονται στο πρόβλημα που μελετάμε: σχέσεις εξουσίας, εξάρτησης, σχέσεις λατρευτικές, σχέσεις καθοδηγητικές, σχέσεις υπακοής ή υποταγής, σχέσεις ερωτικές ή οικογενειακές, ιδιοτέλειας ή σχέσεις πολιτικές… Κάθε ιστορικός θα εκφράσει πρακτικά τον δικό του τρόπο προσέγγισης του αρχειακού υλικού και τον δικό του τρόπο ερμηνείας της αρχής που λέει ότι το «παρελθόν εξαρτάται εν μέρει από το παρόν». Ο πλουραλισμός και η ελευθερία των ερμηνειών δεν σημαίνει ότι όλες ανεξαιρέτως οι απαντήσεις μπορούν (ή θα έπρεπε) να γίνουν αποδεκτές από τους υπόλοιπους ή ότι πρέπει η κάθε απάντηση να θεωρηθεί εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη.


[1] Για πολλούς το «αιτιοκρατικό» ταυτίζεται με το «επιστημονικό», επειδή το επιστημονικό είναι ταυτισμένο αποκλειστικά με τις φυσικές επιστήμες.

[2] Ο κίνδυνος με μια (πλήρως) «αιτιοκρατική» ιστορία των επιστημών είναι να καταλήξουμε σε μια τελεολογική αντίληψη για την επιστήμη.

[3] Ο εντοπισμός αιτίων βοηθά τις εξηγήσεις σε ερωτήματα κυρίως περιορισμένου και τοπικού βεληνεκούς.

[4] Σημειώνουμε εδώ το εξής: «αλήθεια», «αιτιότητα», «αντικειμενικότητα», πραγματικότητα»… Το ότι υπάρχουν προβλήματα «φιλοσοφικού» χαρακτήρα με έννοιες που χρησιμοποιούνται (με σχετικά «διευρυμένο» τρόπο) στην ιστορία δεν σημαίνει πως η πλήρης φιλοσοφική διαύγαση συνιστά και προϋπόθεση για να κάνουμε ιστορία.  ————————————————

Marianne von Werefkin, Autumn.School 1907

Επιστημονικές κοινότητες – επιστημονική πρακτική

Η διαμόρφωση μιας νέας κοινότητας πολύ συχνά πραγματοποιείται εις βάρος κάποιας υπάρχουσας άλλης ‘ εισβάλλει στο ιδεολογικό της πλαίσιο, θίγει υλικά συμφέροντα, αμφισβητεί πνευματικά κεκτημένα, αφαιρεί πιθανόν διάφορα κοινωνικά προνόμια. Πρόκειται επί της ουσίας για ανακατανομή εξουσιών, η υποδοχή επομένως δεν είναι πάντοτε θετική από όλα τα μέλη άλλων κοινοτήτων.

Μια επιστημονική κοινότητα εδραιώνεται στο βαθμό που καταφέρνει να πείσει ότι είναι ικανότερη για να διαχειριστεί προβλήματα για τα οποία έως τότε δικαιοδοσία είχε μια άλλη κοινότητα. Η υπό διαμόρφωση κοινότητα επεξεργάζεται έναν δικό της χαρακτηριστικό λόγο και πιθανά ένα σύνολο ιδιαίτερων νέων πρακτικών.

Ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινότητας, αλλά και ανάμεσα σε διαφορετικές κοινότητες, αναπτύσσονται διαφορετικές συμμαχίες, τακτικές και στρατηγικές. Σε κάθε κοινωνία, όλοι οι «χώροι» (πλέγματα ιδεών ή πλέγματα σχέσεων) βρίσκονται υπό τη διαχείριση κάποιων κοινοτήτων.[1] 

Τι εννοούμε όταν λέμε «συναίνεση» της επιστημονικής κοινότητας; Με τον όρο αυτόν δεν αναφερόμαστε σε μια απόλυτη συμφωνία όλων των μελών πάνω σε όλα τα προβλήματα (θεωρίες, πρακτικές, οντολογικές-φιλοσοφικές δεσμεύσεις κ.ά.). Η «συναίνεση» σχετίζεται περισσότερο με την αποδοχή εκ μέρους πολλών μελών της των γενικών κατευθύνσεων της έρευνας, αποδοχή της ύπαρξης ορισμένων οντοτήτων για παράδειγμα ή της προωθητικής δυναμικής που υπόσχεται μια νέα τεχνική ή μέθοδος κλπ.


[1] Για παράδειγμα, στον Μεσαίωνα τον «χώρο» των ιδεών γύρω από την κοσμολογία εκείνοι που «νομιμοποιούνταν» να τον διαχειρίζονται ήταν οι θεολόγοι ‘ οι φιλόσοφοι, για τα ίδια προβλήματα, έπρεπε να μην έρχονται σε αντίθεση με τις θεολογικές ερμηνείες. ——————-

Tea_Room_Tango_Jullius_M.Massdorf__German18631963

Η συναίνεση δεν επιτυγχάνεται αποκλειστικά και μόνο μέσα από ορθολογικές διαδικασίες, αλλά και μέσα από διαδικασίες πειθούς (η ρητορική για παράδειγμα) οι οποίες είναι δυνατό να οδηγήσουν σε αλλαγές αντιλήψεων ή νοοτροπιών. Η συναίνεση υπονοεί συμφωνία σε νέες αρχές, σε νέες τεχνικές, νέες δεσμεύσεις, νέες συμπεριφορές, νέες καθημερινές πρακτικές. Η καθιέρωση μιας συναίνεσης εις πείσμα των αντιρρήσεων και των διαφωνιών, δεν σημαίνει και την πλήρη υιοθέτηση των προτεινόμενων νέων θεωριών, πρακτικών κλπ. Πολύ συχνά αυτό που έχουμε είναι οικειοποίηση του καινούριου και ένταξή του στο υπάρχον πλαίσιο θεωρητικού λόγου ‘ πρόκειται δηλαδή για μια ενεργητική -όχι παθητική- αποδοχή ‘ αποδοχή της συνύπαρξης πολλών επιστημονικών συμπερασμάτων και διαφοροποιημένων (τοπικών) λόγων.

Τι είναι οι «επιστημονικές διαμάχες»; Όλοι σχεδόν συμφωνούν σήμερα πως δεν πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε ως διαφορετικής μορφής περιστατικά από τα υπόλοιπα γεγονότα που αφορούν την επιστημονική δραστηριότητα. Οι διαφωνίες ανάμεσα στους επιστήμονες είναι κάτι αναπόδραστο, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το τι είναι «αληθές» πώς το ανακαλύπτουμε και πώς ελέγχεται. Υπάρχουν διαφωνίες για την εγκυρότητα των απόψεων περί της αλήθειας και για τα κριτήρια πιστοποίησής της. Ποτέ δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση απόψεων για την «πραγματικότητα»… Η ιστορικότητα της επιστήμης συνυφαίνεται με την ιστορικότητα της ορθολογικότητας, την ιστορικότητα της έννοιας της «αλήθειας», την ιστορικότητα της «πειθούς», την ιστορικότητα των διαδικασιών «συναίνεσης» γύρω από το τι συνιστά «αλήθεια».

Η επιστημονική «διαμάχη», σε αντίθεση με μια διαφωνία, έχει διάρκεια στο χρόνο και οι εμπλεκόμενοι διατυπώνουν δημόσια τα επιχειρήματά τους (δημοσίευση άρθρων, έκδοση βιβλίων κ.ά.). Το διακύβευμα μιας διαμάχης ενδέχεται να μην αφορά θεωρίες ή ιδέες ή ερμηνείες, αλλά πρακτικές που υιοθετούνται από την κοινότητα. Πρόκειται εξ ορισμού για μια «δημόσια» διαδικασία. Σημαντικές διαμάχες για κρίσιμα ζητήματα μπορεί να μετασχηματίσουν τη φυσιογνωμία όλου του κλάδου ή και να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός νέου.

Aleksander Gierymski.Zydowka_z_cytrynami

Η κάθε μια πλευρά που εμπλέκεται σε μια διαμάχη, έχει στόχο όχι μόνο να πείσει τον αντίπαλό της αλλά και να δημιουργήσει ένα «δικό της» φιλικό ακροατήριο. Πολλοί που παρακολουθούν τέτοιες διαμάχες δεν γνωρίζουν πλήρως τις τεχνικές λεπτομέρειες εντούτοις ενδιαφέρονται για την έκβαση για λόγους προσωπικούς (ιδεολογικούς-πολιτικούς, φιλοσοφικούς κ.ά.). Σε μια επιστημονική διαμάχη μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες μορφές «διένεξης», εφόσον η ίδια η άσκηση της επιστημονικής πρακτικής εμπεριέχει αδιαχώριστα και το εμπειρικό και το θεωρητικό και το οντολογικό επίπεδο. Οι ιστορικοί, με τέτοιου είδους ταξινομήσεις βοηθούνται στη μελέτη των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της διαμάχης και μπορούν έτσι ευκολότερα να αναδείξουν το ρόλο που αυτή έπαιξε στη συγκρότηση της «κουλτούρας» ενός κλάδου.

Στις διαμάχες «γεγονότων», εκείνο που αμφισβητείται είναι η ύπαρξη διαφόρων ιδιοτήτων που παρατηρούνται πειραματικά, ή η ορθότητα συγκεκριμένων παρατηρήσεων και των συμπερασμάτων που παράγονται. Οι «διαμάχες θεωριών», αφορούν κυρίως θεωρητικά σχήματα που περιγράφουν παρατηρούμενα φαινόμενα και προβλέπουν την πειραματική συμπεριφορά συγκεκριμένων συστημάτων.[1] Στις διαμάχες «αρχών», το διακύβευμα αφορά τη νομιμοποίηση ορισμένων αρχών που διέπουν μια θεωρία, καθώς και τον χαρακτήρα του γενικότερου θεωρητικού λόγου που διαμορφώνεται για την λειτουργία μιας θεωρίας.

Πώς τελειώνει μια διαμάχη; Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι φθάνει σε ένα «τέλος» με την πειραματική επιβεβαίωση της αλήθειας μιας θεωρίας ή με την παραγωγή μιας θεωρητικής σύνθεσης από μια σειρά νέων πειραματικών δεδομένων. Εντούτοις: πολλές φορές η θεωρητική σύνθεση που τελικώς επικρατεί σε μια διαμάχη στηρίζεται στα ίδια πειραματικά δεδομένα που στηριζόταν και η αντίπαλή της, ενώ επίσης δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου τα νέα πειραματικά δεδομένα μπορούν να εξηγηθούν εξίσου ικανοποιητικά τόσο από την νέα όσο και από μια μετασχηματισμένη εκδοχή της παλιάς… Ένα ενδιαφέρον «χαρακτηριστικό τους», είναι ακριβώς το ότι οι διαμάχες δεν τελειώνουν ποτέ με έναν «απόλυτο» και «ξεκάθαρο» τρόπο. Στον βαθμό που οι επιστημονικές διαμάχες είναι δημόσιες, η κοινότητα (ως κοινωνικό σώμα) αποφασίζει και την «εγκυρότητα» των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται προκειμένου να γίνουν αποδεκτές ή να απορριφθούν οι απόψεις που αντιτίθενται.

Stanisław GrocholskiKobieta_z_BawariiΌλες αυτές οι έννοιες (περί «κοινότητας», «συναίνεσης», «χαρακτηριστικού λόγου», «διαπραγμάτευσης», «στρατηγικών», «συμμαχιών» κλπ.) παραπέμπουν σε έντονα «κοινωνιολογικούς» όρους κατανόησης της ιστορίας των επιστημών… Μήπως η υιοθέτηση μιας τέτοιας κατεύθυνσης συμβάλει στο να συσκοτισθεί ή και να χαθεί τελικώς η έννοια της «αλήθειας» και των «σωστών ιδεών» στην εξέλιξη των επιστημών;

Στην ιστορία των επιστημών: συγκεκριμένοι άνθρωποι επιδίωξαν να κατανοήσουν τη λειτουργία και τη δομή της φύσης και να πείσουν άλλους για την ορθότητα των απόψεών τους. Οι διαδικασίες «πειθούς» έχουν κοινωνικό-πολτισμικό χαρακτήρα, δεν βασίζονται «αποκλειστικά» σε «ορθολογικά επιχειρήματα». Ιστορικά, οι διαδικασίες πειθούς ήταν επιτυχημένες στον βαθμό που καθιέρωναν νέα κριτήρια που θα χρησιμοποιούνταν για την αποτίμηση της αλήθειας των νέων προτάσεων. Συχνά, οι διαδικασίες πειθούς ήταν «επιτυχείς» διότι κατάφεραν να διαπραγματευθούν τα όρια δικαιοδοσίας επιστημονικών κοινοτήτων, να νομιμοποιήσουν ιδέες, υποθέσεις, κανόνες, και να δημιουργήσουν συναινέσεις γύρω από οντολογικές δεσμεύσεις, πειραματικές τεχνικές και θεωρητικά σχήματα.

Σε όλα αυτά δεν υπάρχει κάποια «υπονόμευση» της «αντικειμενικότητας» ή της «αληθειας» των θεωριών, διότι είναι αδύνατο να εδραιωθεί μια θεωρία ή μια άποψη χωρίς να πληρούνται στοιχειωδώς τα κριτήρια αλήθειας τα οποία χρησιμοποιεί η κοινότητα. (Τα κριτήρια ασφαλώς δεν είναι αμετάβλητα και σε σημαντικές «τομές» αλλάζουν ή τροποποιούνται). Η φιλοσοφική πραγμάτευση προβλημάτων και όψεων της ιστορίας των επιστημών παραμένει απολύτως σημαντική. Πολύ συχνά μάλιστα διαμάχες μεγάλου ενδιαφέροντος στην ιστορία των επιστημών έχουν καθαρά φιλοσοφικό υπόβαθρο.


[1] Εδώ, στις διαφορετικές θεωρίες που προτείνονται, συχνά η διαμάχη αφορά τις «οντότητες» που εμπλέκονται στις θεωρίες.  ——————–

Marcel Ronay, Nuns1929

Οι περισσότεροι φιλόσοφοι της επιστήμης έχουν σήμερα δεχθεί ότι έννοιες όπως αλήθεια, ορθολογικότητα, επιχείρημα, πείραμα, ένδειξη, όργανο, νόμος, έλεγχος κλπ. είναι έννοιες ιστορικά διαμορφωμένες ‘ κοινωνικές διαδικασίες όπως αυτές της πειθούς και της συναίνεσης είναι ιστορικές κατηγορίες και αυτό σημαίνει πως αποκτούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο χωρο-χρονικών πολιτισμικών τοπικοτήτων του παρελθόντος. Η αφήγηση της ιστορίας των επιστημών συναρτάται με την πεποίθησή μας ότι στις επιστήμες, μέσα από την ιστορική τους διαδρομή, καταγράφηκε και αποτυπώθηκε ένα σύνολο τοπικοτήτων και ότι μέσα από αυτές τις σύνθετες εγγραφές έχει διαμορφωθεί ο χαρακτήρας τους.

Για πολλούς (φιλοσόφους και μη) ορισμένες νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, όπως εκείνη της «κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας», οδηγούν στον «σχετικισμό» τη στιγμή που η «επιστήμη» αποτελεί κατεξοχήν «αντικειμενική» και «αληθή γνώση» της φύσης γύρω μας. Εάν η ιστορία των επιστημών δεν αποτελεί τη μελέτη των τρόπων με τους οποίους αποκαλύφθηκε «εκείνη» η αλήθεια για τη φύση η οποία επιβεβαιώθηκε μέσω πειραμάτων και παρατηρήσεων, τότε «όλες» οι αλήθειες που αναδείχθηκαν από τις ποικίλες δραστηριότητες των επιστημόνων θα έχουν την «ίδια αξία» και ίδια «εγκυρότητα»…

Κατά πόσον είναι «αντικειμενικές» οι απαντήσεις που δίνονται στην ιστορία των επιστημών; Θα έπρεπε κάποτε να καταλήξουμε σε μια ενιαία αφήγηση και ερμηνεία η οποία θα ήταν η «επίσημη» και «αντικειμενική»; Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε την παραδοχή που ενυπάρχει στον παραπάνω συλλογισμό: ότι δηλαδή είναι πράγματι δυνατόν να συγκροτηθεί «η» ιστορία των επιστημών, ότι δηλαδή «είναι δυνατόν» να εκφραστεί το παρελθόν («η αλήθεια του») μέσα από μια (ενιαία) και μόνη αφήγηση και ερμηνεία. Κατά γενική ομολογία υπάρχουν περιστατικά όπου αυτό είναι δυνατόν να γίνει, ωστόσο στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν είναι δυνατό να δοθούν απαντήσεις παρά μόνο μέσα από πολλαπλές αφηγήσεις και ποικίλες ερμηνείες με στόχο την ανάδειξη ακριβώς των διαφορετικών πτυχών ενός φαινομένου ή γεγονότος.

charles.corbet.melancholia1910

Οι ιστορικοί πρέπει να κατορθώσουν να «συν-ταιριάξουν» τις πολλές αλήθειες που αναδύονται κατά τη μελέτη του παρελθόντος, ενώ συχνά φαίνεται να προκύπτουν «αντιφατικές αλήθειες» ή «αντιφατικές καταστάσεις». Εν τούτοις στην ιστορία εκείνο που φαίνεται «αντιφατικό» μπορεί να μην κρίνεται απορριπτέο. Καθοδηγητικός μίτος της ιστορικής έρευνας δεν μπορεί να είναι «η απόλυτη αλήθεια του παρελθόντος», δεν υπάρχει με αυτή την έννοια «η» ιστορία, παρά μόνο «ιστορίες» των επιστημών. Αυτό δεν δηλώνει σχετικισμό ή υποκειμενισμό ‘ αντιθέτως, αυτό που υποδηλώνεται είναι ότι η ιστορία μπορεί να έχει χαρακτήρα «αντικειμενικό» τότε μόνο όταν αναδεικνύει πολλές συμπληρωματικές αλήθειες ή νέες αλήθειες ως περισσότερο επεξεργασμένες εκφράσεις αρχικών προσεγγίσεων. Αυτή η πρακτική ενισχύει την κριτική ως διαδικασία ελέγχου της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων της έρευνας.

Η κοινότητα των ιστορικών της επιστήμης συναινεί σε κάποια κριτήρια για να ελέγξει την εγκυρότητα μιας νέας ερμηνείας – αυτή η διαδικασία οδηγεί στην νομιμοποίηση των ερμηνειών χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει πως όλα τα μέλη θεωρούν σωστές όλες ανεξαιρέτως τις ερμηνείες.[1] Μια πραγματιστική στάση μας επιτρέπει να συνεχίζουμε να ερευνούμε συγκεκριμένα ερωτήματα ενώ έχουμε ταυτόχρονα συνείδηση των σοβαρών θεωρητικών ζητημάτων που υφίστανται.[2] Αυτό που θα σημειώσουμε εδώ είναι πως τα θεωρητικά προβλήματα ενός γνωστικού αντικειμένου δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά έξω από το πλέγμα της καθημερινής πρακτικής που αφορά αυτό το γνωστικό αντικείμενο.

Για την ιστορία των επιστημών, όλες οι «μορφές γνώσης» πρέπει να αποτελούν αντικείμενο μελέτης (και όχι αποκλειστικά εκείνες που με τα δικά μας κριτήρια θεωρούμε «αληθινές»). Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει πως όλες οι κοινωνικές διεργασίες που οι ίδιες ισχυρίζονται ότι παράγουν γνώση, ότι είναι εξίσου «έγκυρες». Ούτε συνεπάγεται πως όλες μπορούν να παράγουν αληθείς προτάσεις… Αυτό που δεν πρέπει οι ιστορικοί να κάνουν είναι να απαξιώνουν αυτές τις διεργασίες ‘ είμαστε υποχρεωμένοι δηλαδή να δίνουμε την ίδια βαρύτητα. Οι μορφές γνώσης θεωρούνται «ισοδύναμες» όχι ως προς την δυνατότητα της κάθε μιας για επιστημονική γνώση, αλλά ως προς το ότι εκφράζουν διαφορετικές κοινωνικές πρακτικές που παράγουν γνώση (και μάλιστα μεταξύ τους ενδέχεται να έχουν υποστεί αλληλεπιδράσεις).[3]

Walter Schnackenberg, Prominenz1957Με ποιον τρόπο αποτιμούμε την «εγκυρότητα» της γνώσης που αποκτάται με την ιστορία των επιστημών; Ορισμένα από τα κριτήρια που η κοινότητα των ιστορικών έχει θεωρήσει αναγκαία είναι η διατύπωση των ερωτημάτων, η ενδελεχής μελέτη των πηγών, η αναφορές σε συναφείς εργασίες, η σαφήνεια και πειστικότητα της επιχειρηματολογίας κ.ά. Οι σοβαρές συζητήσεις και η προσεκτική κριτική συμβάλλουν επίσης στην εγκυρότητα ενός ιστορικού έργου.            


[1] Ενδέχεται να συνυπάρχουν ακόμη και «αλληλοσυγκρουόμενες» ερμηνείες.

[2] Η φιλοσοφική διερεύνηση είναι αναγκαία. Ωστόσο η «επίλυση» θεωρητικών προβλημάτων (όπως είναι τα σχετικά με την «αλήθεια» την «αντικειμενικότητα» κλπ.) δεν αποτελεί προϋπόθεση για να κάνουμε ιστορία… Εννοείται πάντως ότι οι ιστορικοί των επιστημών πρέπει να έχουν γνώση των σοβαρών φιλοσοφικών προβλημάτων ‘ η φιλοσοφία της επιστήμης είναι μέρος της αναγκαίας ευρύτερης παιδείας των ιστορικών, αλλά βέβαια δεν έχει «καθοδηγητικό» ρόλο. Αυτό που βοηθά ίσως να ξεκαθαρίσει το τοπίο είναι η ένταξη των (φιλοσοφικών) εννοιών στην καθημερινή πρακτική των ιστορικών των επιστημών. (Πολλά έργα από εκείνα που συνέβαλαν στην συγκρότηση της κοινότητας των ιστορικών των επιστημών ήταν μελέτες που πραγματεύθηκαν πολύ συγκεκριμένα θέματα σε βάθος και για ένα ειδικευμένο ακροατήριο).

[3] Στην κοινωνία η συνείδηση της ιστορίας των επιστημών είναι διαμορφωμένη με βάση κατά κύριο λόγο ένα θετικιστικό πρότυπο: είναι δηλαδή διαδεδομένη η αντίληψη ότι στις επιστήμες «το παρόν» είναι «απολύτως αληθινό» και ότι η ιστορία των επιστημών περιέχει ένα σύνολο από λανθασμένες (επομένως άχρηστες) συμβολές παλαιότερων, ενώ βήμα βήμα οικοδομήθηκε η σημερινή επιστήμη από αλήθειες που την μορφοποίησαν βαθμιαία.  ———————————————

Thomas Hart Benton, Boomtown1928Παρέκβαση: για την «κοινωνική κατασκευασιοκρατία»

Πολλοί οπαδοί της «κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας» υποστηρίζουν ότι ακόμη και οι φυσικές οντότητες είναι «κοινωνικές κατασκευές». Μια πιο ήπια θέση, προτείνει πως εκείνο που «κατασκευάζεται» κοινωνικά δεν είναι το «αντικείμενο» αλλά οι ιδέες μας για αυτές τις φυσικές οντότητες. Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε η «κοινωνική κατασκευασιοκρατία» δεν έρχεται σε ρήξη με την αντικειμενική ύπαρξη των οντοτήτων. Επιπρόσθετα, η ιδέα μας για την εκάστοτε συγκεκριμένη οντότητα μετασχηματίζεται, ενώ η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην οντότητα και την ιδέα μας γι’ αυτή είναι συνεχής.

Πολλοί μελετητές που ακολουθούν την κατεύθυνση της «κοινωνικής κατασκευασιοκρατίας», δίνουν έμφαση στο εξής: κοινωνική κατασκευή του Υ μπορεί να παραπέμπει σε ένα Υ «δεδομένο» και «αναπόφευκτο», εντούτοις –ισχυρίζονται- το Υ θα μπορούσε να μην υπήρχε, ή να μην ήταν όπως είναι σήμερα. Το Υ όπως είναι στη σημερινή συγκυρία δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από τη «φύση των πραγμάτων» (δεν είναι στη φύση του να είναι αναπόφευκτο). Αυτός ο ισχυρισμός του «μη αναπόδραστου» ή της «ενδεχομενικότητας», δηλώνει πως «τα πράγματα», οι γνώσεις μας για την φύση κλπ. δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σταδιακής «αποκάλυψης» της «αντικειμενικής δομής» της φύσης.[1]

Shalva Kikodze, City1920Σε αντίθεση με τους προβληματισμούς της «υποθετικής ιστορίας» (συζήτηση για το πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει τα πράγματα), η «ενδεχομενικότητα» στην ιστορία των επιστημών παραπέμπει σε κάτι διαφορετικό: η έμφαση δεν δίνεται στην επινόηση διαφορετικών γεγονότων από αυτά που όντως συνέβησαν, αλλά στον εντοπισμό εκείνων των διεργασιών οι οποίες υποδηλώνουν ότι υπήρχε δυνατότητα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς τα πράγματα. Επομένως η «ενδεχομενικότητα» προτρέπει να μελετήσουμε όχι γεγονότα που θα είχαν συμβεί κάτω από άλλες, υποθετικές, συνθήκες, αλλά εκείνες τις συγκεκριμένες καταστάσεις όπου οι συμπεριφορές και αποφάσεις μελών της επιστημονικής κοινότητας, οι σχέσεις των επιστημόνων με το κράτος ή άλλους θεσμούς, επηρέασαν την συγκεκριμένη κατεύθυνση και πορεία των εξελίξεων.[2]

Οι κρίσεις, οι επιλογές, οι αποφάσεις των επιστημόνων παίζουν ρόλο στην εξέλιξη ενός επιστημονικού κλάδου: τα κριτήρια λήψης αυτών των αποφάσεων μπορεί να έχουν σχέση με τεχνικούς περιορισμούς (των οργάνων ή των πειραματικών διατάξεων), με την αποτελεσματικότητα των μαθηματικών προσεγγίσεων, με τις δυνατότητες παροχής χρηματοδότησης διαφορετικών ερευνητικών κατευθύνσεων κ.ο.κ. Για πολλούς «κοινωνικούς κατασκευασιοκράτες» οι επιλογές και οι κρίσεις των επιστημόνων ρυθμίζουν ζητήματα τα οποία συνιστούν «προϋποθέσεις για την διεξαγωγή της έρευνας» και επομένως δεν αντανακλούν «τη φύση των πραγμάτων».[3] Εάν η επιστήμη είναι κοινωνικό-πολιτισμικό φαινόμενο, τότε διαφορετικές αποφάσεις θα είχαν οδηγήσει σε κάτι ριζικά διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε σήμερα; Ίσως σε αυτό το ερώτημα να μην μπορούμε να απαντήσουμε με κατηγορηματικό τρόπο, εντούτοις εκείνο που απασχολεί τους ιστορικούς των επιστημών είναι το εάν η επιστήμη είχε «την δυνατότητα» να ακολουθήσει διαφορετική πορεία και να έχει διαφορετική μορφή και περιεχόμενο από το σημερινό.[4]

K.A. Vjalov, Policeman1923Σύμφωνα με τα παραπάνω επομένως, η εξέλιξη των επιστημών δεν εκφράζει κάποια βαθμιαία αποκάλυψη της αντικειμενικής δομής της φύσης ‘ η εξέλιξη καθορίζεται από τους ανθρώπους, χωρίς εντούτοις αυτό να θέτει υπό αμφισβήτηση την πραγματικότητα των οντοτήτων ή των φαινομένων (ή την πεποίθηση για την ορθότητα μιας θεωρίας, αφού πάντοτε στην ιστορία υπάρχουν τρόποι «πιστοποίησης της εγκυρότητας» της νέας γνώσης).[5] Οι τρόποι και οι τόποι έρευνας, τα κριτήρια, οι διαμάχες, οι επιστημονικοί θεσμοί, οι χρηματοδοτήσεις και οι υλικοί πόροι κ.ο.κ. όλα αυτά είναι παράγοντες που μελετώνται και από την «κοινωνική και πολιτισμική» ιστορία των επιστημών ‘ το διαφορετικό που κομίζει η κοινωνική κατασκευασιοκρατία είναι η πεποίθηση ότι «τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά» των επιστημονικών εξελίξεων εξαρτώνται και από αυτούς τους παράγοντες…, οι παράγοντες αυτοί σχετίζονται με την ίδια την συγκεκριμένη πορεία των επιμέρους επιστημονικών κλάδων, αφού καθορίζουν την εξέλιξή τους και τα χαρακτηριστικά τους.

Υπάρχουν περιορισμοί που προσδιορίζονται από την ίδια τη φύση, οι οποίοι δεν καθιστούν το κάθε ενδεχόμενο πιθανό, ή και δυνατό; Όλες οι αποφάσεις των μελών μιας επιστημονικής κοινότητας είναι αποφάσεις που παίρνονται «εντελώς ανεξάρτητα» από τη δομή της φύσης (όπως αυτή φαίνεται να είναι από τις μέχρι σήμερα έρευνές μας); Οι ταξινομήσεις μας προσδιορίζονται από το πώς είναι ο κόσμος, ή αποτελούν βολικούς τρόπους αναπαράστασής του; Τα φαινόμενα που ανακαλύπτουμε αποτελούν το αποτέλεσμα των τρόπων με τους οποίους απεικονίζουμε, αναπαριστούμε και παρεμβαίνουμε στον κόσμο. Οι επιστήμονες προσαρμόζονται μπροστά στις αντιστάσεις που συναντούν κατά τη μελέτη της φύσης (οι αλλαγές μάλιστα της περιγραφής που κάνουν συχνά συνοδεύονται και από αλλαγές στις οντολογικές τους δεσμεύσεις – χωρίς αυτό να σημαίνει αναγκαία ότι εντοπίστηκαν νέες οντότητες).


[1] Μια διατύπωση θα μπορούσε να είναι η εξής: εάν είχαμε διαφορετικές απαιτήσεις Joe Jones, American Justice1933από τη φύση και εάν είχαμε διαμορφώσει μια άλλη πρακτική στη σχέση μας με τον φυσικό κόσμο (θέτοντας άλλα ερωτήματα στη φύση), τότε θα ήταν δυνατό να αποσπάσουμε φαινόμενα τα οποία θα μπορούσαν να εκληφθούν ως μαρτυρία για μια διαφορετική (όχι λογικά ασύμβατη, αλλά όμως διαφορετική) επιτυχημένη φυσική επιστήμη… Όσον αφορά τις «οντότητες», σύμφωνα με αυτά, μια σειρά φαινομένων ενδέχεται πράγματι να μπορεί να θεωρηθεί «μαρτυρία» της ύπαρξής τους, ωστόσο δεν υπάρχει κάτι που να προδικάζει ότι οι συγκεκριμένες οντότητες θα αποκαλυφθούν κάποτε αναγκαία, αλλά και ούτε ότι μια διαφορετική πορεία (της φυσικής) δεν θα τις αποκάλυπτε.

[2] Για τους κοινωνικούς κατασκευασιοκράτες, ούτε η φύση ούτε οι αρχικές συνθήκες μπορούν να καθορίσουν το ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο στην εξέλιξη…

[3] Πρέπει να σημειώσουμε, σε αυτά που συζητούμε περί «ενδεχομενικότητας» και το εξής: σε κάθε ιστορική περίοδο δεν υπάρχει αναγκαστικά μόνο ένα θεωρητικό σχήμα ούτε και μια μοναδική πρακτική (πειραματική ή θεωρητική) ‘ «συνυπάρχουν» διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνευτικά σχήματα, διαφορετικές πρακτικές και τεχνικές κλπ. Το ποιος «συνδυασμός» θα υπερισχύσει (και γιατί) ανάμεσα σε όλες αυτές τις διαφορετικότητες αποτελεί αντικείμενο ιστορικής μελέτης.

[4] Τρόπος να γνωρίσουμε τις διαφορετικές κατευθύνσεις που θα είχαν ακολουθήσει οι επιμέρους επιστήμες πιθανότατα δεν υπάρχει, ωστόσο για τους ιστορικούς έχει ενδιαφέρον να εντοπιστούν εκείνες οι καταστάσεις όπου οι αποφάσεις συγκεκριμένων επιστημόνων οδήγησαν την επιστήμη εκεί όπου οδηγήθηκε – η συγκεκριμένη πορεία της δηλαδή δεν ήταν αυτή που ήταν επειδή εκεί -σε αυτό το «τέλος»- την οδηγούσε «αντικειμενικά» η δομή της φύσης…

[5] Το «μη αναπόδραστο» των επιστημονικών εξελίξεων δεν συνεπάγεται ότι όλοι οι Train-Station-Impressionismδιαφορετικοί τρόποι δεν θα αναδείξουν τελικώς την ίδια δομή της φύσης, ότι δεν θα μπορούσαν οι πορείες να συγκλίνουν.  ————————————————–

Όπως έχουμε δει και σε άλλο σημείο, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα η επιστήμη (συνώνυμη της «προόδου») θεωρείται το κατεξοχήν «πρότυπο έγκυρης γνώσης», αποστειρωμένη από κάθε ίχνος «ανορθολογισμού», ή στοιχεία υποκειμενικότητας. Την δεκαετία του 1950 αρχίζει να ασκείται κριτική στον «λογικό θετικισμό» ‘ τα πειραματικά δεδομένα δεν θεωρούνται πλέον αδιαμφισβήτητα και «αντικειμενικά δεδομένα», «ερμηνεύονται», αναγνωρίζεται δηλαδή η εξάρτησή τους από τις υπάρχουσες πεποιθήσεις και εν ισχύ θεωρίες.[1] Παύει δε η προηγούμενη, αποκλειστική, έμφαση στην «λογική δομή» των θεωριών, στις διαδικασίες επικύρωσης και στα κριτήρια διάκρισης της επιστήμης από την μεταφυσική. Με το έργο, πιο συγκεκριμένα, των T.S.Kuhn, N.R.Hanson, I.Lakatos, P.Feyerabend (δεκαετία του 1960), υποστηρίζεται πλέον με ρητό τρόπο η ιστορικότητα της επιστήμης.

Η παρέμβαση του Kuhnθα μετατοπίσει τον προβληματισμό από το ζήτημα του ρόλου των ενδογενών και των εξωγενών παραγόντων στην εξέλιξη της επιστήμης, στο πρόβλημα της καθημερινής πρακτικής της επιστημονικής κοινότητας. Η ίδια η έννοια της «αλήθειας» θα επαναπροσδιορισθεί.

Τα πορίσματα αυτών των ερευνητών θα αλλάξουν γενικά την αντιμετώπιση της ιστορίας των επιστημών. Αυτό που διαπιστώνονταν ήταν ότι: διαφορετικά άτομα, από τις παρατηρήσεις για τα ίδια φυσικά φαινόμενα, κατέληγαν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Τα θεωρούμενα ως «αντικειμενικά» δεδομένα φαίνονταν να εξαρτώνται από τις υπάρχουσες πεποιθήσεις και θεωρίες. Οι τρόποι υπεράσπισης μιας συγκεκριμένης ερμηνείας από τα μέλη μιας κοινότητας δεν ακολουθούσαν κάθε φορά τους ίδιους κανόνες: οι διαμάχες για επιστημονικά θέματα εξέφραζαν «πάθη» τα οποία δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε εάν επικεντρωθούμε αποκλειστικά σε εκείνο που φαινομενικά μοιάζει να διακυβεύεται.

Gerd Arntz .Street1924Όπως γνωρίζουμε το «Παράδειγμα» (κατά Kuhn) εμπεριέχει μεθοδολογικές οντολογικές γνωσιολογικές παραδοχές, γενικούς νόμους, πρότυπες πειραματικές διατάξεις κ.ά. Εντός του καθιερωμένου Παραδείγματος όλα αυτά παρέχουν μια συνεκτική εικόνα του κόσμου και οι επιστήμονες στο πλαίσιο αυτό ασχολούνται με την επίλυση «γρίφων» (είναι η περίοδος της «κανονικής» επιστήμης). Στις περιόδους «κρίσης» (οι οποίες κατά κανόνα οδηγούν στις «επιστημονικές επαναστάσεις») η επιστημονική κοινότητα δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στο κυρίαρχο Παράδειγμα για να επιλύσει τους γρίφους, οπότε δημιουργείται ένα νέο Παράδειγμα που θα το αντικαταστήσει. Τα δύο Παραδείγματα είναι «ασύμμετρα», «ασύμβατα», οπότε οι επιστήμονες τους ενός και του άλλου «βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο». Αυτά όλα  σημαίνουν πως «εξέλιξη» της επιστήμης δεν σημαίνει αναγκαία και «πρόοδο». Ούτε «συνέχεια» υφίσταται στην πορεία αυτή, ούτε «συσσώρευση». Κατά την διάρκεια της «κανονικής» επιστήμης έχουμε αναθεωρήσεις πιθανόν αλλά όχι συνολικές ανακατατάξεις στα εννοιολογικά πλαίσια. Όταν μια αλλαγή είναι «επαναστατική» είναι ολική.

Οι μελέτες του Kuhn είναι πολύ σημαντικές γιατί μέσα από την στροφή της προσοχής στην εσωτερική λειτουργία των επιστημονικών κοινοτήτων οδήγησαν σε νέες ιδέες, γόνιμες συζητήσεις και τελικώς σε νέες προσεγγίσεις και στην ιστορία των επιστημών. Όπως όλα μαρτυρούν πλέον, η επιστήμη είναι μια πολύ περισσότερο σύνθετη διαδικασία από εκείνη που φαντάζονταν παλαιότερα οι οπαδοί του θετικισμού.     


[1] Συχνά δε για να παραχθούν τα «δεδομένα» απαιτούνταν χρήση οργάνων για την κατασκευή των οποίων ενεργοποιούνταν η ίδια η θεωρία την οποία υποτίθεται ότι αυτά θα έλεγχαν. Γενικότερα, το είδος της εκπαίδευσης, παράγοντες ιδεολογικοί, τα προβλήματα που επιλέγει η επιστημονική κοινότητα να μελετήσει κλπ., όλα αυτά επηρεάζουν τις ερμηνείες των «δεδομένων».  ——————

milo.manara

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, πολλοί ιστορικοί και κοινωνιολόγοι θα υποστηρίξουν πως την επιστήμη οφείλουμε να την μελετάμε ως κομμάτι της ανθρώπινης κουλτούρας, ανεξάρτητα από το αληθές ή μη των δικών της πορισμάτων. Η επιστήμη γίνεται πλέον αντιληπτή από πολλούς μελετητές ως ένα σύνολο πρακτικών (οι καθημερινές λειτουργίες των επιστημόνων).

Η πρακτική των επιστημόνων κυριαρχείται από μια σειρά πρότυπα: αυτά αφορούν την επίλυση ποικίλων προβλημάτων ‘ στις εν λόγω διεργασίες ενέχονται δεσμεύσεις που αφορούν θεωρητικές έννοιες, μεθόδους υπολογισμού, διατάξεις οργάνων κ.ά. Η δέσμευση ενός επιστήμονα σε ένα Παράδειγμα σημαίνει αποδοχή ενός αξιακού πλαισίου, του οποίου οι αρχές δεν ορίζονται με τη μορφή ρητών κανόνων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι επιστήμονες διαμορφώνουν συμπεριφορές, υιοθετούν νοοτροπίες, επινοούν συγκεκριμένες πρακτικές. Πολλές φορές η εφαρμογή ενός ορισμένου προτύπου για την επίλυση ενός προβλήματος δεν καθορίζεται τόσο με κάποιο «λογικό» κριτήριο και επιχείρημα, όσο με βάση τις πραγματιστικές ανάγκες της καθημερινής λειτουργίας των επιστημόνων.[1] Οι επιστήμονες υιοθετούν το κυρίαρχο Παράδειγμα και τις συναφείς αξίες και πρακτικές που το αναπαράγουν: είναι όλα αυτά τα οποία λειτούργησαν στο παρελθόν με ικανοποιητικό τρόπο και έχουν την συναίνεση των περισσότερων μελών. Η αλλαγή του Παραδείγματος λαμβάνει χώρα όχι εξαιτίας μιας θεωρητικής κριτικής αλλά επειδή δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της κοινότητας.

Σύμφωνα με τον Kuhn, η ταυτότητα των επιστημόνων δεν «ορίζεται» με όρους θεσμικούς ή κλαδικούς: το κύριο στον ορισμό της ταυτότητά τους είναι η αποδοχή εκ μέρους τους μιας συγκεκριμένης πρακτικής και αυτή η πρακτική προσδιορίζει και έναν αντίστοιχο τύπο κοινωνικών σχέσεων εντός κοινότητας. Για τον Kuhnη επιστημονική κοινότητα αποτελεί «προϋπόθεση» για την ταυτότητα του επιστήμονα. Η ταυτότητα αυτή είναι «κοινωνικά προσδιορισμένη» όχι μόνο επειδή αυτός κατέχει κάποια κοινωνική θέση ή επειδή εντάσσεται σε ένα γενικότερο αξιακό σύστημα, αλλά κυρίως επειδή αυτός ή αυτή αποφασίζει να ενστερνιστεί ένα σύνολο συγκεκριμένων πρακτικών και επειδή «δεσμεύεται» πως αυτές οι επιλογές δεν είναι παροδικές. Δέσμευση επομένως σε μια πρακτική και στο συναφές αξιακό σύστημα: αυτή είναι η έκφραση της συμμετοχής ενός επιστήμονα σε μια κοινότητα.[2]

Bernhard Klein Berlin 1943.Burning CityΟι επιστημονικές πρακτικές γίνονται κτήμα ενός ερευνητή διαμέσου μιας ποικιλίας «σχέσεων εξουσίας»: η εξειδικευμένη εκπαίδευση, η εκπόνηση εργασιών και διατριβών, η εργασία εντός εργαστηρίων κλπ. Αυτή η «εκπαιδευτική» διαδικασία δεν συνιστά απλώς μια διαδικασία «αναπαραγωγής» γνώσεων, αποτελεί και ένα σύνολο σχέσεων που επιβάλλει συγκεκριμένους τρόπους σκέψης για την διαχείριση των επιστημονικών προβλημάτων. Η εκπαιδευτικοί μηχανισμοί δηλαδή και η επιστημονική κοινότητα συμβάλουν στην αναπαραγωγή μεθόδων επίλυσης προβλημάτων και πειραματικών διατάξεων.[3]

Υπάρχει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην επιστημονική κοινότητα και την ευρύτερη κοινωνία.

Οι προβληματισμοί για την «τοπικότητα» δεν εκτοπίζουν το χαρακτηριστικό της «καθολικότητας» του επιστημονικού λόγου ‘ η τοπικότητα δεν τίθεται με τρόπο ανταγωνιστικό απέναντι στην καθολικότητα, το πρόβλημα είναι διερευνήσουμε το πώς σχετίζονται αυτά τα δύο, να μελετήσουμε την ιστορικότητα ατής της σχέσης. Η ιστορία των επιστημών δείχνει πως η «καθολικότητα» του επιστημονικού λόγου δεν είναι αυτονόητη ‘ είναι άλλο πράγμα η καθολική ισχύς των φυσικών νόμων και διαφορετικό πράγμα η καθολικότητα του επιστημονικού λόγου.

Clovis Trouille. La voyeuse1960Κάποιες από τις αξίες που κατευθύνουν την επιστημονική πρακτική είναι «τοπικές» και αναφέρονται σε συγκεκριμένους πολιτισμικούς χώρους περισσότερο περιορισμένους από εκείνον που ορίζουν όλοι όσοι ερευνούν σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο. Το εργαστήριο για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, έχει μια δική του «κουλτούρα» και μια σχετική αυτονομία σε σχέση με το υπόλοιπο πεδίο. Αυτές οι τοπικές πολιτισμικές αξίες συνδέονται με συγκεκριμένες «μορφές ζωής», δηλαδή συγκεκριμένες πρακτικές.[4] Οι «τοπικές κουλτούρες» και πρακτικές συνθέτουν εκείνο το οποίο θεωρείται «καθολικός λόγος ενός γνωστικού κλάδου». Η έννοια της τοπικής κουλτούρας ενός εργαστηρίου, μιας σχολής, μιας ερευνητικής ομάδας κλπ. αναφέρεται σε ένα σύνθετο πλέγμα εννοιών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, πρακτικών που έχουν διαμορφώσει οι άνθρωποι που εργάζονται στον κάθε ένα από τους παραπάνω χώρους. Εντός του πλέγματος αυτού έχουν εγγραφεί μεθοδολογικές και υπολογιστικές επιλογές, πειραματικές τεχνικές, θεωρητικοί προσανατολισμοί, οντολογικές και φιλοσοφικές δεσμεύσεις, ενδεχομένως μεταφυσικές πεποιθήσεις. Η επιστημονική πρακτική «πηγάζει» από πολλά διαφορετικά στοιχεία αυτής της κουλτούρας, και επαναπροσδιορίζει αυτά τα στοιχεία.[5]


[1] Για παράδειγμα, πολύ συχνά μια μέθοδος ή μια πειραματική διάταξη επιλέγεται επειδή είχε λειτουργήσει αποτελεσματικά στο παρελθόν, όταν εφαρμόστηκε σε «παραπλήσιο» πρόβλημα. Το τι ακριβώς σημαίνει «παραπλήσιο» είναι κάτι το οποίο κατασταλάζει κατά την διάρκεια της κανονικής επιστήμης μέσα από συνήθειες και κοινές αξίες.

Isaak Brodsky, Lenin in Smolniy1917- 1930[2] Οι πρακτικές των ερευνητών ακόμη και στην «ίδια επιστήμη» μπορεί να είναι σημαντικά διαφορετικές: αυτό σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, αφορά τους τρόπους χρήσης των υπολογιστών, τις απαιτήσεις που υπάρχουν ως προς την αυστηρότητα των μαθηματικών μεθόδων, τα είδη των μοντέλων που ταιριάζουν στην κάθε κατηγορία, τις διαφορετικές απαιτήσεις ως προς την ακρίβεια των μετρήσεων, αφορά τα είδη «θορύβου» που θέλουν να αποκλείσουν, αφορά τους διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης των πληροφοριών, τους διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας, αφορά τους κανόνες για την δημοσιοποίηση των νέων αποτελεσμάτων κ.ά.

[3] Η ακαδημαϊκή ιεραρχία, οι διαδικασίες επίβλεψης διατριβών, η άρρητη ιεραρχία σε ένα εργαστήριο, η σύνθεση και λειτουργία μιας ερευνητικής αποστολής, οι προϋποθέσεις για την σύνταξη αίτησης χρηματοδότησης, οι λειτουργία των επιτροπών «κρίσης» κ.ά., όλα αυτά είναι «όψεις» μιας δομημένης εκπαιδευτικής διαδικασίας.

[4] Αυτές οι διαφορές στις αξίες είναι δυνατό να εκφραστούν και να εντοπιστούν στα πλαίσια μιας επιστημονικής διαμάχης.

Mikhail Nesterov- Philosophers1917[5] Γενικά, τα κριτήρια επιλογής των προβλημάτων, το τι θεωρείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατάλληλη (πειραματική ή άλλη) διάταξη, οι τρόποι με τους οποίους ένα πρόβλημα ανάγεται σε μια άλλη κατηγορία προβλημάτων, τα κριτήρια με βάση τα οποία επιτελείται η αναγωγή ή η αναλογία κλπ., όλα αυτά θεωρούνται στοιχεία της «κουλτούρας» μιας επιστημονικής ομάδας.  ———————————-

Τα εργαστήρια για πολλά χρόνια θεωρούνταν χώροι εφαρμογής μιας «ενιαίας» επιστημονικής και πειραματικής «μεθόδου». Για κάποιους άλλους αποτελούσαν απλώς χώρους όπου γίνονται παρατηρήσεις, ή όπου επιβεβαιώνονται (και ελέγχονται) οι θεωρίες. Τις τελευταίες δεκαετίες θα αναπτυχθεί μια διαφορετική αντίληψη: το βάρος δίνεται στις τεχνικές και στις συμπεριφορές και πρακτικές που διαμορφώνονται εντός των εργαστηρίων και θεωρείται ότι σε αυτές αποτυπώνονται τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά όσων εργάζονται στα εργαστήρια.

Οι μελέτες επάνω στην ιστορία των εργαστηρίων οδήγησαν στην αμφισβήτηση της άποψης που τα ήθελε αποκλειστικώς «αντικειμενικά πεδία», χώρους επιβεβαίωσης μιας αντίληψης που τασσόταν υπέρ της κυριαρχίας των μετρήσεων και των αριθμών. Σύμφωνα με νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, στα εργαστήρια δεν λαμβάνουν χώρα απλώς νέα φαινόμενα, διαμορφώνονται και νομιμοποιούνται νέες «πρακτικές».

Lasar Segall, Die Krankenstube-The Sickness Room1921Στο εργαστήριο συνυπάρχουν «δύο κόσμοι»: εκείνος της φύσης και εκείνος των επιστημόνων με τις ιδεολογικές, θεωρητικές, οντολογικές τους αναφορές, τις ιδιαίτερές τους προσλαμβάνουσες, τους υλικούς τους διαθέσιμους πόρους, με τα πειραματικά τους όργανα και τους περιορισμούς τους κλπ. Το εργαστήριο σύμφωνα με αυτή την αντίληψη είναι ένας χώρος όπου «αποκωδικοποιείται» και όπου ταυτοχρόνως «αντιστέκεται» η φύση ‘ οι επιστήμονες προσπαθούν να εντάξουν τη φύση στον δικό τους κόσμο…, είναι χώρος μιας «άρρητης διαπραγμάτευσης» ανάμεσα στη φύση και τους ερευνητές, ένας χώρος «διαμεσολάβησης». Ο κόσμος των επιστημόνων επαναπροσδιορίζεται μέσα από αυτή την διαπραγμάτευση, αλλά και ο «κόσμος της φύσης» -τον οποίο εμείς με την παρέμβασή μας αναδεικνύουμε- αλλάζει συνεχώς εφόσον μεταβάλλονται συνεχώς οι ιδέες μας για τις φυσικές οντότητες και τα νέα φυσικά φαινόμενα.

Για πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, τα εργαστήρια αποτελούν χώρους μελέτης της γένεσης νέων πρακτικών και διαμόρφωσης της «κουλτούρας» ενός επιστημονικού κλάδου.[1] Το πρόβλημα του πώς διαχέεται και μεταδίδεται η επιστημονική γνώση από τα εργαστήρια απαιτεί μελέτη των πρακτικών εσωτερικά στους χώρους αυτούς, αλλά και έρευνα των πολλαπλών συνδέσεων των εργαστηρίων με θεσμούς και ανθρώπους έξω από αυτά. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όσοι ακολουθούν αυτές τις ερευνητικές κατευθύνσεις, στο πεδίο μελέτης τους συμπεριλαμβάνουν «δίκτυα» ευρείας έκτασης: ανειδίκευτο και εκπαιδευμένο προσωπικό, απεικονίσεις, αναπαραστάσεις, κείμενα, σχέδια, σημειώσεις, ποικίλα τεχνικά όργανα και πειραματικές διατάξεις, πρώτες ύλες, ζωντανούς οργανισμούς κ.ά.

Ben Shahn, Red Stairway1944Πολλοί θεωρούν πως έπειτα από την δεκαετία του 1920 περίπου, η ιστορία των εργαστηρίων αφορά απλώς την επινόηση νέων τεχνικών, τη διερεύνηση νέων φαινομένων, την εφεύρεση καινούριων οργάνων κλπ. – όλα αυτά μέσα στο αμετάβλητο και αυτοαναπαραγόμενο πλαίσιο του τυποποιημένου εργαστηρίου. Εντούτοις η «ιστορικότητα» των εργαστηρίων υποδεικνύει μάλλον έναν συνεχή επανακαθορισμό των πρακτικών που συνθέτουν το φαινόμενο που ονομάζουμε «επιστήμη».

Κάποια από τα ερωτήματα τα οποία αφορούν τις καθημερινές λειτουργίες των εργαστηρίων μπορούν να διατυπωθούν ως εξής: τι είδους «ιεραρχία» σχηματίζεται ανάμεσα σε όσους εργάζονται σε ένα εργαστήριο; Πώς αποφασίζεται η έρευνα ενός συγκεκριμένου φαινομένου και πώς σχεδιάζεται η μελέτη ενός προβλήματος; Πώς επιμερίζονται οι διαφορετικές εργασίες; Τι ρόλο έχουν οι τεχνικοί και οι σχεδιαστές και κατασκευαστές των οργάνων; Πώς πραγματοποιείται, λόγω νέων τεχνολογιών και νέων μεθόδων, η ανακατανομή των δεξιοτήτων ανάμεσα σε ανθρώπους και μηχανές; Με ποια «γλώσσα» οι επιστήμονες εξηγούν στους τεχνικούς τις ανάγκες των πειραμάτων που σχεδιάζονται; Τι συμβαίνει όταν παρατηρούνται «μη αναμενόμενα» φαινόμενα; Με ποιους τρόπους δημοσιοποιούνται τα αποτελέσματα; Με ποιους τρόπους η χωροταξία και η φυσική δόμηση του χώρου προσδιορίζουν συμπεριφορές και ορίζουν ρόλους; Ποιου είδους συγκρίσεις μπορούμε να κάνουμε ανάμεσα στα εργαστήρια και σε άλλους χώρους παραγωγής γνώσης για τη φύση όπως είναι οι ερευνητικές αποστολές, οι κλινικές, τα μουσεία κ.ά.; Πώς εξασφαλίζονται υλικοί πόροι για τα εργαστήρια και πώς ελέγχεται η διαχείριση τους;

Lucien Coutaud, L'armoire-chair de la porteuse de pan1947Η ιστορία των εργαστηρίων συμπεριλαμβάνει τη μελέτη των ιστορικών χώρων όπου βαθμιαία νομιμοποιήθηκαν λειτουργίες και πρακτικές οι οποίες αργότερα θα χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τους πειραματιστές: κελιά μοναχών, αίθουσες κολεγίων και αυλές παλατιών, επαύλεις αριστοκρατών, φαρμακεία κ.ά. Η μυστικότητα και ιδιωτικότητα που χαρακτηρίζει τις λειτουργίες στα εργαστήρια έως τον 17ο αιώνα σχετίζεται με την αλχημική παράδοση και την συναφή κουλτούρα παραγωγής γνώσης: η νέα γνώση είναι πηγή πλούτου και εξουσίας για τον αλχημιστή.[2] Η αποφασιστική αλλαγή που συμβαίνει μετά τον 17ο αιώνα και θα συμβάλει στην εδραίωση της φυσικής φιλοσοφίας, θεωρείται πως είναι ο μετασχηματισμός των εργαστηρίων σε χώρους που διατηρούν την «ιδιωτικότητά» τους δικαιολογώντας την ως «αναγκαία» για την αποτελεσματική παραγωγή γνώσης «για όλους».[3] Η επιβεβλημένη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων δεν έχει σχέση με κάποια «νέα ηθική» των επιστημόνων οι οποίοι με ανιδιοτέλεια επιθυμούν να μην κρατούν «μυστικά» από τον κόσμο. Η υποχρεωτική δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων είναι «συγκροτητικό» χαρακτηριστικό της επιστήμης, επειδή η νομιμοποίησή της είναι κοινωνική, αφορά δηλαδή την κοινωνική αποδοχή των νέων πρακτικών, των νέων κανόνων μελέτης και των νέων αποτελεσμάτων. Η νομιμοποίηση της επιστήμης προέρχεται επίσης απο την επανάληψη των παρατηρήσεων και σε χώρους διαφορετικούς από εκείνους όπου είχαν αρχικά εντοπιστεί τα φαινόμενα.[4]

Lyonel Feininger- White Man1907Εκείνο που πολλοί αποκαλούν «καθολικότητα της επιστημονικής γνώσης» είναι επί της ουσίας το αποτέλεσμα μιας επίπονης διαδικασίας τυποποίησης: εκπαίδευση σε πρακτικές δεξιότητες, μαζική παραγωγή οργάνων, ρύθμιση μονάδων μέτρησης… Μπορούμε να ισχυριστούμε πως η καθολικότητα της επιστήμης είναι ενός είδους «μακροσκοπική προέκταση» των τοπικών τρόπων ζωής; Είναι καταρχήν δυνατό να μελετηθούν οι πολιτισμικές πρακτικές και οι τεχνικές σε τοπικό επίπεδο, και να ερευνηθεί πώς το γενικότερο πλαίσιο καθιστά δυνατή τη μεταφορά και αναπαραγωγή των πρακτικών σε άλλα μέρη, να γίνει κατανοητό το πώς η επιστημονική πρακτική δομεί εκ νέου το κοινωνικό της περιβάλλον όσο παράγει νέα γνώση. Η «καθολικότητα» σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη είναι «θεμελιωμένη» σε «τοπικές τεχνογνωσίες».

Ας παρατηρήσουμε τέλος και τα εξής: οι διαδικασίες της «συναίνεσης», οι συγκεκριμένοι όροι κάτω από τους οποίους αυτή επιτυγχάνεται είναι στοιχεία που μπορούν να αναδειχθούν μέσα από την ιστορική ανάλυση συγκεκριμένων περιπτώσεων. Το αίτημα της συναίνεσης αφορά τα νέα φαινόμενα και τα νέα αποτελέσματα, τους τρόπους δημοσιοποίησής τους, τους τρόπους αναπαραγωγής των νέων φαινομένων, τις νέες τεχνικές κλπ. Καθολική γνώση δεν μπορεί να υπάρχει εάν δεν υπάρχει συναίνεση ως προς το σύνολο των χαρακτηριστικών της τοπικότητας που δημιούργησε αυτή τη γνώση. Η μεγάλη σε διάρκεια διαφορά χρόνου που πολλές φορές παρατηρείται (διαφορετική ανά περίσταση) προκειμένου να γίνει αποδεκτή μια ανακάλυψη (ή για παράδειγμα μια θεωρία που πρωτοδιατυπώνεται) απο τη στιγμή που δημοσιοποιείται για πρώτη φορά, εκφράζει ακριβώς αυτές τις χρονοβόρες διαδικασίες συναίνεσης που συντελούνται μέσα από διάφορους θεσμούς και πρακτικές: ανακοινώσεις, δημοσιεύσεις, διατριβές, σεμινάρια κ.ά.

Hans Erni, Icarus-Lilienthal II1941Θα σημειώσουμε τέλος και μια πρόσθετη διάσταση της «συναίνεσης»: αφορά την ιστορική εξέλιξη συγκεκριμένων πειραματικών διατάξεων. Πότε, πού και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αποδεκτή η ικανότητα ενός οργάνου να δημιουργεί «έγκυρα φαινόμενα»; Χρειάζεται συναίνεση για το πώς θα πρέπει να γίνουν κατανοητές οι λειτουργίες των εξαρτημάτων και οι κανόνες χρήσης ενός οργάνου. Η συμφωνία γύρω από την «πραγματικότητα» των φαινομένων που παρατηρούνται αποτελεί ταυτοχρόνως και συμφωνία για την χρήση μιας συγκεκριμένης πειραματικής διάταξης ή ενός οργάνου (και αντιστρόφως).[5]

Στα πλαίσια της παραπάνω ανάλυσης, τα εργαστήρια μπορούν να θεωρηθούν «πολυπολιτισμικοί» χώροι: συνυπάρχουν εκεί μέσα διαφορετικές «κουλτούρες», διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές πρακτικές. Οι όροι με τους οποίους επικοινωνούν οι «θεωρητικοί» μεταξύ τους διαφοροποιούνται όταν πρόκειται για συζήτηση με τους «πειραματικούς» ή με τους «τεχνικούς» των εργαστηρίων. Πάντως οι διαφορετικές αξίες, οι διαφορετικές γλώσσες κλπ. δεν εμποδίζουν τελικά τις ομάδες να δημιουργούν δυνατότητες τοπικής επικοινωνίας. Παρ’ όλες τις δυσκολίες στην κατανόηση λεπτομερειών που αφορούν τα πεδία διαφορετικών ομάδων, στα μεγάλα εργαστήρια στο 2ο μισό του 20ου αιώνα ανταλλάσσονται μέθοδοι, ιδέες, έννοιες, προγράμματα, τεχνικές. Οι θεωρητικοί, οι πειραματικοί και οι τεχνικοί προσπαθούν να πείσουν τους υπόλοιπους για τις προτάσεις τους, όμως η κάθε ομάδα θα αποδεχθεί κάποια πρόταση μέσα από ένα πλέγμα «φίλτρων» που έχουν να κάνουν με το δικό της ξεχωριστό πλαίσιο (αξιακό σύστημα, δεσμεύσεις, μεθοδολογικές παραδοχές κλπ.). Μια πρόταση δηλαδή γίνεται αποδεχτή εφόσον έχει μετασχηματιστεί ώστε να είναι συμβατή με την κουλτούρα της κάθε ομάδας.  


Pierre Roy, Danger on the Stairs1927[1] Πολλές σύγχρονες μελέτες της ιστορίας των εργαστηρίων, για παράδειγμα, ενεργοποιούν έρευνες γλωσσολογικές και αφορούν τις διαδικασίες επικοινωνίας των επιστημόνων μεταξύ τους και με τον «έξω κόσμο».

[2] Ένα παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση παρασκευής φαρμάκων.

[3] Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους χαράσσονται τα όρια ανάμεσα στο «ιδιωτικό» και το «δημόσιο», σε διαφορετική χρονική περίοδο και διαφορετικά εργαστήρια, είναι αντικείμενο μελέτης των ιστορικών των επιστημών.

[4] Έμμεση νομιμοποίηση της νέας γνώσης συντελούνταν και από την πεποίθηση πως τα εργαστήρια παράγουν όχι μόνο επιστημονική -άρα έγκυρη- γνώση αλλά ταυτοχρόνως «χρήσιμη» γνώση. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την πιστοποίηση της χρησιμότητας της νέας γνώσης.

[5] Συναφές με αυτά είναι το πρόβλημα της διαμόρφωσης της έννοιας της «καταλληλότητας» ενός οργάνου για την παραγωγή νέας και έγκυρης γνώσης. Ένα ενδιαφέρον επίσης ερώτημα είναι το πώς τα όργανα μπορούν να οδηγήσουν τους χρήστες να αλλάξουν την πρακτική τους. Τα όργανα δεν είναι απλώς εργαλεία στα χέρια τους, επιδρούν στους χρήστες επαναπροσδιορίζοντας καθημερινές εργαστηριακές ρουτίνες.  ——————————————

Lajos Vajda, Houses in Szentendre Blue Sky1935

NYΑυτόνομη Πρωτοβουλία

Advertisements

78. Ιστοριογραφία

sciences1.philosophy-history-sociology.pm

daumier-lowerclass

[ Επιστήμες: Φιλοσοφία Ιστορία Κοινωνία -1 ]

(γ) Ιστοριογραφία

Τον 19ο αι. οι ιστορικές σπουδές επαγγελματοποιούνται και συγκεντρώνονται σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα. Για τους ιστορικούς η ιστορία διέφερε μεν από τη φύση, μια και είχε να κάνει με νοήματα, με αξίες και ήθη, όμως υπήρχε η αισιοδοξία πως μια ελεγμένη μεθοδολογικά έρευνα κάνει εφικτή την αντικειμενική γνώση. Η αλήθεια συνίστατο στην “αντιστοιχία” της γνώσης προς μια αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία ισοδυναμούσε με το παρελθόν «όπως πράγματι συνέβη» (L.Von Ranke). Αυτό συνεπαγόταν και έναν κάθετο διαχωρισμό μεταξύ επιστημονικού (μη ρητορικού) και λογοτεχνικού λόγου. Ο «επιστημονικός» προσανατολισμός της εποχής του Ranke, συμμεριζόταν, τρεις βασικές παραδοχές της συγγραφικής παράδοσης που ξεκινούσε ήδη από τον Θουκυδίδη (διάκριση μεταξύ μύθου και αλήθειας): α) δεχόταν μια αντιστοιχιστική θεωρία αλήθειας, θεωρώντας ότι η ιστορία απεικονίζει ανθρώπους που πραγματικά υπήρξαν και πράξεις που πραγματικά συνέβησαν, β) δεχόταν ως δεδομένο πως οι πράξεις καθρεφτίζουν τις προθέσεις των δρώντων υποκειμένων, γ) λειτουργούσαν με βάση μια μονοδιάστατη, διαχρονική αντίληψη του χρόνου, σύμφωνα με την οποία τα μεταγενέστερα γεγονότα έπονται των προγενέστερων σε μια συνεπή διαδοχή. Αυτές ακριβώς οι παραδοχές θα αμφισβητηθούν βαθμιαία.[1]

Στον 20ο αι. λαμβάνει χώρα ένας μετασχηματισμός: από την  αφηγηματική, γεγονοτολογική ιστορία του 19ου αι. περνάμε στις κοινωνικο-επιστημονικού προσανατολισμού μορφές του 20ου. Στις τελευταίες κατατάσσονται οι ποσοτικές, κοινωνιολογικές και οικονομικές προσεγγίσεις, ο δομισμός της «Σχολής των Annales» καθώς και η μαρξιστική ταξική ανάλυση.

γ.1. μαρξιστές ιστορικοί

γ.2. οι ιστορικοί των “Annales”

γ.3. “γλωσσολογική στροφή” και μετα-μοντερνισμός

γ.4. μικρο-ιστορίες και καθημερινή ζωή

[…] .PDF

soldiers-returning1
Αυτόνομη Πρωτοβουλία

[1] Georg G. Iggers, Η ιστοριογραφία στον 20ο αιώνα, εκδ. Νεφέλη. Βέβαια, υποστηρίζει ο Iggers (Νέες κατευθύνσεις στην Ευρωπαϊκή Ιστοριογραφία), ακόμη και οι συνήγοροι της «επιστημονικής» ιστορίας αναγνώριζαν ότι η ιστορία δεν είναι απλώς επιστήμη ‘ είναι και τέχνη. Όσο όμως και αν βαραίνει η φιλολογική, αισθητική και ρητορική πλευρά της ιστορικής έκθεσης, η ιστορία διαφέρει από την ποίηση και τη μυθιστοριογραφία ‘ χρέος του ιστορικού παραμένει η αναδόμηση του ‘πραγματικού παρελθόντος’ και η ‘ερμηνεία’ του.