67. H.Marcuse, «O Mονοδιάστατος Άνθρωπος» (1964)

67. work-slavery.marcuse.reich.May’68.07-02-2013

VladimirLebedev-Relief1920……..Oι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν πια ούτε να φανταστούν, με τή στενή έννοια, έναν κόσμο με
ποιοτικά διαφορετικό λόγο και πράξη, μια και η κοινωνία καταπνίγει κάθε προσπάθεια αντίθεσης και καθορίζει τή
φαντασία. Όσοι βρίσκονται στις ζώνες πείνας τής κοινωνίας της αφθονίας γίνονται αντικείμενα τόσο κτηνώδικης
μεταχείρισης που αναβιώνει τά μεσαιωνικά βασανιστήρια και μερικά άλλα πιο πρόσφατα. Όσο για τούς άλλους,
λιγότερο απόκληρους, η κοινωνία απαντά στην ανάγκη τους για ελευθερία ικανοποιώντας ανάγκες που κάνουν
υποφερτή κι ίσως ανυποψίαστη τή σκλαβιά.
H μηχανοποιημένη εργασία, που στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από αυτόματες και μισοαυτόματες
αντιδράσεις, είναι πάντα μια απασχόληση που σκεπάζει ολόκληρη τή ζωή, είναι πάντα μια εξαντλητική,
αποκτηνωτική, απάνθρωπη σκλαβιά. […]
H μηχανική διαδικασία μέσα στον τεχνολογικό κόσμο καταστρέφει ό,τι μυστικό και κρυφό έχει η ελευθερία,
συνενώνει δουλειά και σεξουαλικότητα σ’ έναν αυτόματο και ασυνείδητο ρυθμικό αυτοματισμό. Oι δούλοι τού
βιομηχανικού πολιτισμού μπορεί να είναι εκλεπτυσμένοι δούλοι, αλλά είναι δούλοι, γιατί η δουλεία δεν ορίζεται «από
τήν υποταγή, ούτε από τή σκληρή δουλειά, αλλά απ’τή μεταβολή τού ανθρώπου σε εργαλείο κι από τή μετατροπή
του σε πράγμα» (Φρανσουά Περρού, 1958). Η καθαρή μορφή σκλαβιάς είναι να υπάρχει σαν εργαλείο, σαν
πράγμα. Ακόμη κι αν τό πράγμα είναι έμψυχο, αν διαλέγει μόνο του τήν υλική και πνευματική του τροφή, ακόμη κι αν
δεν καταλαβαίνει ότι είναι ένα πράγμα, ακόμη κι αν είναι όμορφο, καθαρό, ζωηρό, δεν παύει να είναι υποδουλωμένο.
(Herbert Marcuse, συνέδριο «Dialectics of Liberation», Λονδίνο 1967)

Όσο η διοίκηση τής καταπιεστικής κοινωνίας γίνεται ορθολογιστική, παραγωγική τεχνική και ολοκληρωτική, τόσο
περισσότερο τα άτομα δυσκολεύονται να καταλάβουν τα μέσα που θα τους επιτρέψουν να τερματίσουν την
υποδούλωσή τους και να αποκτήσουν την ελευθερία τους.
Βέβαια, το να θελήσει κάποιος να επιβάλει γενικευμένα τη λογική σε ολόκληρη την κοινωνία είναι μια παράδοξη και
σκανδαλώδης ιδέα – έχουμε όμως το δικαίωμα και να αμφισβητήσουμε την αρετή μιας κοινωνίας που αυτή την ιδέα
την γελοιοποιεί, ενώ ταυτόχρονα η ίδια ασκεί πάνω στον κόσμο της μια καθολικά γενικευμένη εξουσία.
Για κάθε απελευθέρωση προαπαιτείται η συνειδητοποίηση της σκλαβιάς.
(Herbert Marcuse, «O Mονοδιάστατος Άνθρωπος», 1964)

Οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την οικονομία, απελευθέρωση απ’ την
καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ’ την ανάγκη να κερδίζουμε τη ζωή μας. Πολιτική ελευθερία
θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ’ την πολιτική αυτή πάνω στην οποία τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν
ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση της ατομικής σκέψης, που είναι
σήμερα πνιγμένη από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα της διαπαιδαγώγησης. Θα πρέπει ακόμα να σημαίνει
ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές της «κοινής γνώμης», και η ίδια η κοινή γνώμη ακόμα. Αν οι προτάσεις
αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή είναι ισχυρές οι
δυνάμεις που τις αντιμάχονται.
Το αποτέλεσμα είναι η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να διασκεδάζεις, να δρας και να
καταναλώνεις, όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό
τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές. Το γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τίς οποίες ζει τό άτομο ανανεώνουν και
δυναμώνουν συνεχώς αυτές τις ανάγκες, με αποτέλεσμα το άτομο να τις κάνει πια δικές του, να ταυτίζεται μαζί τους
και να αναζητά τον εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα το πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν
αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας που τα κυρίαρχα συμφέροντά της απαιτούν την καταπίεση.
Οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο από την ήττα και τήν
αμάθεια. Είναι όμως και ένα γεγονός που πρέπει ν’ αλλάξει, και το άτομο που «ευημερεί» έχει το ίδιο συμφέρον ως
προς αυτό, όσο και εκείνοι που πληρώνουν την ευημερία του με τη δική τους αθλιότητα…
(Herbert Marcuse «O Mονοδιάστατος Άνθρωπος», 1964)

el.lissitzky1890-1941«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε ημέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος
δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλά σε όποιον
δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο από το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο «ι»
αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα
χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν
διακινδυνεύει την βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του
τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, οποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη
στον εαυτό του. Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος
περνάει τις ημέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια
προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής». (Pablo Neruda)

Η μαύρη σημαία κυματίζει για μια ακόμα φορά πάνω από τα κεφάλια εκείνων που βλέπουν/ «Ψηφίζω σημαίνει
παραιτούμαι»/ Τοίχοι διάτρητοι από το προκατασκευασμένο είδωλο/ Η ηλιθιότητα των ανθρώπων που κατέχουν την
εξουσία και της αστικής τάξης αποκάλυψε τα γλοιώδη, μονότονα χαρακτηριστικά τους/ Τα άναρχα άτομα έχουν
απελευθερωθεί, κανείς δεν το πίστεψε/ Η ποιητική βία των διαδηλώσεων, μεταδόσιμη αναμιγμένη με τα πιο αγνά
αισθήματα/ αλλάξτε τη ζωή/ αλλάξτε τον κόσμο/ κόκκινοι και μαύροι αδερφικοί ίσκοι/ η αστική τάξη ουρλιάζει σαν ένα
ιπτάμενο κίτρινο φρούριο/ η ηλιθιότητα και η δουλικότητα συνεχίζουν το δρόμο τους/ κάθε συνειδητός
αντεπαναστάτης γατζώνεται σε μαλάκια μπάτσους και στρατιωτικούς/ καταστολή, καταστολή… και τότε ήρθαν οι
κόκκινες και μαύρες σημαίες, η γενική απεργία, τα οδοφράγματα, η αντίσταση, το αντεργκράουντ/ συνθλιβόμαστε
από ανάπηρα καταλωτικά είδωλα, συνθλιβόμαστε από την αλλοτρίωση, από τις συνθήκες επιβίωσης/ τα ακίνητα
δάκρυα του ιμπερεαλισμού μας αφήνουν αδιάφορους/ για πρώτη φορά ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, για πρώτη
φορά αποσκανδαλοποιείται η επανάσταση/ τα μαλάκια και τα μιάσματα του μαγειρίου της Ποίησης και της Πρόζας το
‘σκασαν για την επαρχία, όλο το εκδοτικό σκυλολόι αγκιστρώθηκε στις εκφράσεις της φαντασίας του/ δεν τους
χρειαζόμαστε/ αρκετά μας κορόιδεψαν/ μας χρησιμοποίησαν/ ότι κάνουν μολύνει το γέλιο, τα σύνεργά τους είναι πιο
επικίνδυνα από τα χτυπήματα των μπάτσων/ ναι, η αντίσταση είναι δυνατή γιατί ΤΟ ΑΠΙΘΑΝΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ
ΔΡΟΜΟΥΣ. (May 1968)

ivan.kudriashev-silver«Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των
νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον
άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής… έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που
ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται…» (Thomas Szasz, «The Second Sin»).
Kραυγάζεις, Ανθρωπάκο, όταν κάποιος σου υπενθυμίζει την ψυχική σου δυσκοιλιότητα. Δε θέλεις να τ’ ακούσεις,
δε θέλεις να το μάθεις, θέλεις απλώς να φωνάζεις, «ζήτω»! Εντάξει, αλλά γιατί δε μ’ αφήνεις να σου πω ήσυχα για
ποιον λόγο δεν πρόκειται να ευτυχήσεις; Διακρίνω το φόβο στα μάτια σου. Η ερώτησή μου αυτή σε χτύπησε στην
καρδιά. Υποστηρίζεις την «ανεξιθρησκία». Θέλεις να είσαι λεύτερος να λατρεύεις το Θεό σου. Πάει καλά. Όμως
θέλεις κάτι περισσότερο. Θέλεις η Θρησκεία σου να είναι η μοναδική. Η ανεξιθρησκία να εφαρμόζεται μόνο για την
δική σου Θρησκεία και όχι για τις άλλες. Γίνεσαι θηρίο όταν κάποιος, αντί να λατρεύει έναν προσωπικό Θεό, λατρεύει
την Φύση και προσπαθεί να την καταλάβει. […] Ποθείς την αγάπη, αγαπάς τη δουλειά σου και κερδίζεις το ψωμί
σου μ’ αυτήν και η δουλειά σου στηρίζεται στη γνώση την δική μου και άλλων ανθρώπων. Η αγάπη, η δουλειά και η
γνώση δεν έχουν πατρίδα, δεν ξέρουν τελωνειακούς σταθμούς και δεν φοράνε στρατιωτικές στολές. Είναι διεθνείς κι
αγκαλιάζουν όλη την ανθρωπότητα. Εσύ όμως φοβάσαι την γνήσια αγάπη, φοβάσαι ν’ αναλάβεις ευθύνη για τη
δουλειά σου, φοβάσαι την γνώση. Γι’ αυτόν το λόγο μπορείς μόνο να εκμεταλλεύεσαι την αγάπη, την δουλειά και την
γνώση των άλλων: δε θα μπορέσεις ποτέ να δημιουργήσεις κάτι μόνος σου. Γι’ αυτόν το λόγο προσπαθείς να
αρπάξεις ευτυχία «ως κλέπτης εν νυκτί». Γι’ αυτόν το λόγο γίνεσαι πράσινος από φθόνο, όταν βλέπεις
ευτυχισμένους ανθρώπους. […] Θέλεις και ζητάς οδηγίες και συμβουλές, Ανθρωπάκο. Χιλιάδες χρόνια τώρα σου
δίνουν οδηγίες και συμβουλές, καλές και κακές. Δε φταίνε όμως οι κακές συμβουλές που είσαι ακόμα στην
αθλιότητα, μα η μικρότητά σου. (Wilhelm Reich: «Άκου Ανθρωπάκο», 1946)

«Η εκπαίδευση σημαίνει σήμερα δαμάζω, εκπαιδεύω, εξημερώνω. Έχει μια και μόνο πολύ συγκεκριμένη ιδέα και θέληση, να
κάνει τα παιδιά να συνηθίσουν στην υπακοή, να πιστεύουν και να σκέφτονται ακολουθώντας τα κοινωνικά δόγματα που
επικρατούν. Δεν ενδιαφέρεται να υποστηρίξει την αυθόρμητη ανάπτυξη των ικανοτήτων του παιδιού, δεν το αφήνει ελεύθερο να
αναπτύξει τις φυσικές του ανάγκες, πνευματικές και ηθικές. Επιδιώκει μόνο να τους επιβάλει μια διαφορετική σκέψη, έτσι ώστε
να διατηρηθεί για πάντα το σημερινό καθεστώς, θέλει να δημιουργήσει άτομα στενά προσαρμοσμένα στον κοινωνικό
μηχανισμό. Επαναλαμβάνω, το σχολείο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα όργανο καταπίεσης στα χέρια των κυβερνώντων. Αυτοί
δε θέλησαν ποτέ την ανύψωση των ατόμων, αλλά τις υπηρεσίες τους, γι’ αυτό και είναι μάταιο να ελπίζει κανείς στα
κατασκευασμένα από την εξουσία σχολεία» (Francisco Ferrer)

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

1927-factory-workers

47. (I.S. may 1968)..ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ

47. paris1968.I.S.25-11-2012

.…(may 1968)..ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ (i.s.) ,

j.pollock.male-femaleπου εισχώρησε μέσα στους κομβικούς τομείς της οικονομίας, πολύ σύντομα έφθασε μέχρι κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, επιτιθέμενο σ’ όλα τα σημεία ελέγχου του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας. Το γεγονός ότι η απεργία έχει τώρα επεκταθεί σε δραστηριότητες, που πάντοτε στο παρελθόν ξέφευγαν από τις διαδικασίες της εξέγερσης, με ριζικό τρόπο επαναβεβαίωνε δυο από τους παλαιότερους ισχυρισμούς της καταστασιακής ανάλυσης: ότι ο αυξανόμενος εκσυγχρονισμός του καπιταλισμού συνεπάγεται την προλεταριατοποίηση ενός ολοένα και διευρυνόμενου τμήματος του πληθυσμού. Και καθώς ο κόσμος του καπιταλισμού επέκτεινε την δύναμή του πάνω σ’ όλες τις πλευρές της ζωής, ταυτόχρονα, παρήγαγε παντού μια διεύρυνση κι εμβάθυνση των δυνάμεων, που τον αρνούνται.

(…) Η δράσεις που απελευθερώθηκαν από τους φοιτητές στα πανεπιστήμια και τους δρόμους, από την αρχή, επεκτάθηκαν και στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης. … Οι μαθητές των σχολείων αυτών απέδειξαν με τη μαχητικότητα και τη συνειδητότητά τους ότι προοιώνιζαν όχι τόσο μια μελλοντική γενιά φοιτητών, όσο τους νεκροθάφτες του πανεπιστήμιου. Πολύ περισσότερο από τους καθηγητές των πανεπιστήμιων, οι καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης ήξεραν πώς μπορούσαν να μάθουν από τους μαθητές τους. Συντριπτικά υποστήριζαν την απεργία, σ’ αντίθεση με την αμετακίνητη θέση, που έπαιρναν άλλοι σχολικοί υπάλληλοι. Καταλαμβάνοντας τους χώρους εργασίας τους, οι εργαζόμενοι σε τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες κι εμπορικά καταστήματα διαμαρτυρόντουσαν ταυτόχρονα ενάντια στις προλεταριοποιημένες συνθήκες εργασίας τους κι ενάντια σ’ ένα σύστημα υπηρεσιών, που ανάγκαζε τους πάντες να υπηρετούν το σύστημα. Με τον ίδιο τρόπο, οι απεργοί στα ραδιο-τηλεοπτικά μέσα, παρά την πίστη τους στην “αντικειμενική ενημέρωση,” έβλεπαν συγκεχυμένα μέσα στις συνθήκες της αλλοτρίωσής τους, αλλά καταλάβαιναν τον θεμελιωδώς εσφαλμένο χαρακτήρα, που έχει κάθε επικοινωνία, όταν βασίζεται στην ιεραρχία. Το κύμα της αλληλεγγύης, το οποίο μετέφερε τον ενθουσιασμό των ανθρώπων, που ζούσαν κάτω από την εκμετάλλευση, δεν είχε κανένα φραγμό.

(…) Εντούτοις, μέσα σε μια βδομάδα, εκατομμύρια ανθρώπων ξεφορτώθηκαν το βάρος των συνθηκών αλλοτρίωσης, της ρουτίνας της επιβίωσης, των ιδεολογικών διαστρεβλώσεων και του αντεστραμμένου κόσμου του θεάματος. Για πρώτη φορά, από την Κομούνα του 1871 κι ύστερα, και τώρα με πολύ περισσότερο υποσχόμενο μέλλον, το πραγματικό άτομο απορροφούσε τον αφηρημένο πολίτη μέσα στην ζωή του, στην δουλειά του και στις ατομικές του σχέσεις, καθώς γινόταν ένα “είδος-ον” και, με τον τρόπο αυτό, αναγνώριζε τις δικές του ικανότητες σαν κοινωνικές ικανότητες. Τελικά, η γιορτή προσέφερε πραγματικές διακοπές σ’ ανθρώπους, που μόνο γνώριζαν τις μέρες εργασίας και τις άδειες. Η πυραμίδα της ιεραρχίας έλιωνε σαν κύβος ζάχαρης κάτω από τον ήλιο του Μάη. Οι άνθρωποι συνομιλούσαν και καταλαβαινόντουσαν με μισή λέξη. Δεν υπήρχαν πλέον διανοούμενοι ή εργάτες, αλλά μόνο επαναστάτες, που εμπλεκόντουσαν σ’ ένα διάλογο και δημιουργούσαν ένα κλίμα επικοινωνίας, από το οποίο μόνο οι δήθεν “προλετάριοι” διανοούμενοι κι οι άλλοι θιασώτες της αρχηγίας αισθανόντουσαν αποκλεισμένοι. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η λέξη “σύντροφος” ξανακέρδιζε την αυθεντική της σημασία και, μ’ αληθινό τρόπο, σημάδευε το τέλος των διαχωρισμών. Κι αυτοί, που την χρησιμοποιούσαν με τη Σταλινική έννοια, γρήγορα καταλάβαιναν ότι το να μιλούν την γλώσσα των λύκων τους εξέθετε τουλάχιστον σαν μαντρόσκυλα. Οι δρόμοι ανήκαν σ’ αυτούς, που τους έσκαβαν να βγάλουν τις πέτρες.

constructivismRed_RevolverΗ καθημερινή ζωή, ξαφνικά ανακαλυμμένη πάλι, γινόταν το κέντρο όλων των δυνατών κατακτήσεων. Άνθρωποι, που πάντα δούλευαν στα κατειλημμένα γραφεία, δήλωναν ότι δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν όπως πριν, ούτε έστω και λίγο καλύτερα από πριν. Ήταν ολοφάνερο απ’ την αυγή της επανάστασης ότι από τότε κι ύστερα δεν θα υπήρχαν άλλες αποκηρύξεις, μόνο ίσως κάποιες οπισθοχωρήσεις τακτικής. Όταν καταλήφθηκε το Οντεόν, ο διευθυντής του βρισκόταν στο πίσω μέρος της σκηνής. Μετά την αρχική έκπληξη, προχώρησε λίγα βήματα μπροστά κι αναφώνησε: “Τώρα που το πήρατε, κρατήστε το, μην το ξαναεπιστρέψετε, πρώτα κάψτε το!” Και το γεγονός ότι το Οντεόν, που βρέθηκε μόνο για λίγες στιγμές στα χέρια των σκλάβων του πολιτιστικού κάτεργου, δεν κάηκε, δείχνει ότι απλώς γευθήκαμε τους πρώτους καρπούς.

Ο χρόνος της εκμετάλλευσης είχε σταματήσει. Χωρίς τρένα, μετρό, αυτοκίνητα ή δουλειά, οι απεργοί ανακαταλάμβαναν τον χρόνο, που τόσο μελαγχολικά χανόταν μέσα στα εργοστάσια, στους αυτοκινητόδρομους, μπροστά στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι έκαναν περίπατους, ονειρευόντουσαν, μάθαιναν πώς να ζουν. Οι επιθυμίες άρχιζαν να γίνονται, λίγο-λίγο, πραγματικότητα. Για πρώτη φορά, η νεολαία υπήρχε στην πραγματικότητα. Όχι σαν κοινωνική κατηγορία, που είχε ανακαλυφθεί για τις ανάγκες της εμπορευματικής οικονομίας από κοινωνιολόγους κι οικονομολόγους, αλλά μόνο σαν πραγματική νεολαία, με ζωή, που βιώνονταν χωρίς το νεκρό χρόνο, η οποία απέρριπτε χάρη της ζωντάνιας την καταπιεστική αναφορά στην ηλικία. “ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ! – ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ-ΠΕΣΙΜΙΣΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ,” έγραφε μια επιγραφή. Η ριζοσπαστική θεωρία, στην οποίαν έδιναν την φήμη ότι είναι τόσο πολύ δύσκολη οι διανοούμενοι, που ήσαν ανήμποροι να την ζήσουν, γινόταν χειροπιαστή για όλους εκείνους, που την αισθανόντουσαν μέσα στην πιο μικρή χειρονομία της άρνησής τους και, γι’ αυτό, δεν είχαν και το παραμικρό πρόβλημα να φανερώσουν πάνω στους τοίχους τις θεωρητικές διατυπώσεις αυτού που επιθυμούσαν να ζήσουν. Μια νύχτα στα οδοφράγματα ήταν το μόνο που τα μαύρα μπλουζόν χρειαζόντουσαν για να πολιτικοποιηθούν και να βρεθούν σε πλήρη σύμπτωση απόψεων μαζί με το πιο προχωρημένο τμήμα του κινήματος των καταλήψεων. (…)

Η διακοπή της εργασίας, σαν η ουσιαστική φάση ενός κινήματος, που κάθε άλλο παρά μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν κατανοούσε τον επαναστατικό του χαρακτήρα, υπενθύμιζε σ’ όλους την αρχέγονη κοινοτοπία ότι η αλλοτριωμένη εργασία παράγει την αλλοτρίωση. Το δικαίωμα στην τεμπελιά διαβεβαιωνόταν όχι μόνο με το γνωστό γκράφιτι, όπως το “ΠΟΤΕ ΕΡΓΑΣΙΑ” ή το “ΖΗΣΤΕ ΧΩΡΙΣ ΝΕΚΡΟ ΧΡΟΝΟ, ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΣΤΟΛΕΣ,” αλλά πάνω απ’ όλα με την απελευθέρωση της ευχάριστης δραστηριότητας, με την χαρά του παιχνιδιού. Ο Φουριέ είχε ήδη επισημάνει πόσες πολλές ώρες θα χρειαζόντουσαν οι υπάλληλοι του δήμου, για να καθαρίσουν ένα οδόφραγμα, το οποίο οι διαδηλωτές το είχαν σηκώσει μέσα σε λίγα λεπτά. Η εξαφάνιση της καταναγκασμένης εργασίας υποχρεωτικά συνέπιπτε με την ελεύθερη ροή της δημιουργικότητας μέσα σ’ οποιαδήποτε σφαίρα: στο γκράφιτι, στην γλώσσα, στη συμπεριφορά, στην τακτική, στις τεχνικές μάχης, στις διαδηλώσεις, στα τραγούδια, στα πόστερ, στα κόμικ. Έτσι, όλοι ήταν ικανοί να μετρήσουν το ποσό της ενέργειας της δημιουργικότητας, που είχε συνθλιβεί στις περιόδους της επιβίωσης, τις μέρες που ήσαν καταδικασμένες στην παραγωγή, σε ψώνια, στην τηλεόραση και στην παθητικότητα, που αναδεικνυόταν σαν ύψιστη αρχή. Με τον ίδιο μετρητή Γκάιγκερ μπορούμε να εκτιμήσουμε την θλίψη του ελεύθερου χρόνου, όταν πληρώνουμε για να καταναλώνουμε, βαριεστημένα, τα ίδια τα εμπορεύματα, που εμείς παράγουμε πάλι με πλήξη. “ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ, Η ΠΑΡΑΛΙΑ,” ανήγγειλε χαρούμενα ένα ποίημα τοίχου. (…)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΩΝ
Max-Ernst-manifestoΜέσα σε δέκα μέρες, όχι μόνο καταλήφθηκαν από τους εργάτες εκατοντάδες εργοστάσια και μια αυθόρμητη γενική απεργία παρέλυσε ολοκληρωτικά τη δραστηριότητα της χώρας, αλλά και διάφορα κτίρια που ανήκουν στο Κράτος καταλήφθηκαν από επιτροπές που επιβλήθηκαν επί τόπου και ανέλαβαν τη διαχείρισή τους. Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να διαρκέσει, αλλά που βρίσκεται μπροστά σε μια εναλλακτική λύσει να εξαπλωθεί ή να εξαφανιστεί (καταστολή ή διαλυτικές διαπραγματεύσεις), όλες οι παλιές ιδέες έχουν παραμεριστεί, ενώ επιβεβαιώνονται όλες οι ριζοσπαστικές απόψεις για την επιστροφή του επαναστατικού προλεταριακού κινήματος. Το γεγονός ότι όλο το κίνημα ουσιαστικά εξαπολύθηκε εδώ και πέντε μήνες από μισή ντουζίνα επαναστατών της ομάδας των «Λυσσασμένων», δείχνει εύγλωττα ότι οι αντικειμενικές συνθήκες ήδη υπήρχαν. Ήδη το γαλλικό παράδειγμα αντηχεί πέρα απ’ τα σύνορα και οδηγεί στην επανεμφάνιση του διεθνισμού, αναπόσπαστου στοιχείου των επαναστάσεων του αιώνα μας. Ο θεμελιώδης αγώνας θέτει σήμερα αντιμέτωπους, από τη μια μεριά τη μάζα των εργαζομένων – που δεν έχουν άμεσα το λόγο – κι απο την άλλη τις πολιτικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες της αριστεράς, που – αν και ξεκινάνε απ’ το περιορισμένο 14% των συνδικαλισμένων μέσα στον ενεργό πληθυσμό – ελέγχουν τις πόρτες των εργοστασίων και το δικαίωμα να μιλάνε και να διαπραγματεύονται εν ονόματι αυτών που έχουνε κάνει την κατάληψη. Οι γραφειοκρατίες αυτές δεν είναι εκφυλισμένες και προδοτικές εργατικές οργανώσεις, αλλά ένας μηχανισμός αφομοίωσης στην καπιταλιστική κοινωνία. Μέσα στην τωρινή κρίση αποτελούν το κύριο στήριγμα του κλονισμένου καπιταλισμού.

Ο ντεγκωλλισμός μπορεί να διαπραγματευτεί, ουσιαστικά με το Κ.Κ. και τη C.G.T. (έστω και έμμεσα), την αποκινητοποίηση των εργατών με αντάλλαγμα οικονομικά πλεονεκτήματα: στην περίπτωση αυτή η καταστολή θα χτυπήσει τα ριζοσπαστικά ρεύματα. Η εξουσία μπορεί να περάσει στην «Αριστερά», που θα εξακολουθήσει την ίδια πολιτική αν και απο μια πιο εξασθενημένη θέση. Ενδέχεται επίσης να δοκιμαστεί η βίαιη καταστολή. Τέλος, οι εργάτες μπορεί να κατακτήσουν μια θέση ισχύος, μιλώντας οι ίδιοι για λογαριασμό τους και συνειδητοποιώντας αιτήματα που να είναι στο ύψος της ριζοσπαστικότητας των μορφών αγώνα που ήδη εφάρμοσαν στην πράξη. Ένα τέτοιο προτσέσσο θα οδηγούσε στο σχηματισμό Συμβουλίων εργαζομένων, που θα έπαιρναν αποφάσεις δημοκρατικά στη βάση, θα ομοσπονδοποιούνταν μέσω εκπροσώπων ανακλητών ανά πάσα στιγμή, και θα γινόντουσαν η μοναδική εξουσία συζήτησης, λήψης και εκτέλεσης αποφάσεων σ’ ολόκληρη τη χώρα.

Απο ποια άποψη εμπεριέχεται μια τέτοια προοπτική στην παράταση της σημερινής κατάστασης; Ίσως σε λίγες μέρες η ανάγκη, η ανάγκη να ξαναλειτουργήσουν μερικοί τομείς της οικονομίας κάτω από εργατικό έλεγχο μπορεί να θέσει τις βάσεις αυτής της νέας εξουσίας, που τα πάντα την ωθούν να υποσκελίσει τα υπάρχοντα συνδικάτα και κόμματα. Θα πρέπει να ξαναλειτουργήσουν οι σιδηρόδρομοι και τα τυπογραφεία για τις ανάγκες του εργατικού αγώνα. Οι νέες εκ των πραγμάτων αρχές θα πρέπει να επιτάξουν και να μοιράσουν τα τρόφιμα. Ίσως ακόμα χρειαστεί ν’ αντικατασταθεί το χρεοκοπημένο χρήμα με αξιόγραφα (κάρτες) που θα υποθηκεύουν το μέλλον αυτών των νέων αρχών. Μόνο μέσα σε μια τέτοια πρακτική διαδικασία μπορεί να επιβληθεί η συνείδηση που γίνεται κύριος της ιστορίας και πραγματώνει για όλους τους εργαζόμενους την κυριαρχία όλων των όψεων της ζωής τους.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ – Παρίσι, 22 του Μάη 1968

(René Viénet, Μάης 1968 – Λυσσασμένοι και σιτουασιονιστές μέσα στο κίνημα των καταλήψεων, Διεθνής Βιβλιοθήκη )

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

may68-01