91. ‘αλήθεια’ (Nietzsche) και το σύμπλεγμα ‘γνώσης-εξουσίας’ (Foucault)

91. nietzsche.foucault.power-knowledge.pm

velazquez-meninasΟ Nietzsche αντιπαλεύει την δογματικότητα με την οποία εμφανίζεται εν γένει κάθε εδραιωμένη και κυρίαρχη άποψη. Δογματισμός, γι’ αυτόν, σημαίνει επικυριαρχία, επιβολή μιας άποψης στον τρόπο ζωής και θέασης του κόσμου άλλων ανθρώπων. Αυτό επιτυγχάνεται με την αποσιώπηση της δεδομένης μερικότητας της άποψης (δεν υπάρχει μία μοναδική αληθής άποψη).

Σαν αντίδραση στην παραδοσιακή μεταφυσική, ο Nietzsche εισάγει την έννοια του «προοπτικισμού» ως απόρριψη της έννοιας του πράγματος καθεαυτού, της αντιστοιχιστικής θεωρίας της αλήθειας και κατ’ επέκταση της θεμελιοκρατικής αντίληψης για τη γνώση. Η φιλοσοφία και οι επιστήμες κατασκευάζουν για τον κόσμο εικόνες, για τις οποίες δεν μπορούμε να πούμε εάν είναι αληθείς ή ψευδείς διότι η πραγματικότητα δεν έχει κάποια δομή που να αντιστοιχίζεται με οποιαδήποτε από τις εικόνες αυτές. Δεν υπάρχει το πράγμα καθεαυτό πίσω από τη φαινόμενη πραγματικότητα. Ο νιτσεϊκός δε προοπτικισμός δεν αφήνει δυνατότητα ύπαρξης ερμηνείας έξω από κάποια οπτική γωνία. Αυτό που δεν μπορεί να υπάρξει είναι μία καθολικά καλύτερη προοπτική. Η υιοθέτηση και αποδοχή κάποιας προοπτικής εν τέλει συνδέεται με την απόφαση να συμμορφωθούμε με ένα σύνολο αξιών, με ένα τρόπο ζωής.

Η αλήθεια για τον Nietzsche δεν ανακαλύπτεται αλλά δημιουργείται, κατασκευάζεται.

O Michel Foucault πρότεινε έναν ιδιαίτερο τρόπο θεώρησης των περιοχών και τρόπων παραγωγής γνώσης αλλά και της ίδιας της παραγόμενης αλήθειας και της επιστημονικής αντικειμενικότητας ως «αποτελεσμάτων των θεμελιωδών αλληλο-εμπεριεχόμενων πρακτικών γνώσης-εξουσίας και των ιστορικών μετασχηματισμών τους».

Οι ίδιες οι πρακτικές παραγωγής γνώσης επιτελούνται, ως επί το πλείστον, σε οροθετημένο πλαίσιο σχηματισμών λόγου, μέσα σε συγκεκριμένα πολιτικά, οικονομικά και θεσμικά «καθεστώτα παραγωγής αλήθειας». Συνιστούν επομένως εξαρχής λίγο ή πολύ ελεγχόμενες και «πειθαρχικοποιημένες» πρακτικές. Ο ίδιος ο κόσμος της παραγωγής της επιστημονικής γνώσης είναι ένας κόσμος εξουσίας, που διέπεται από ιστορικά διαμορφωμένα σύνορα, από διαιρέσεις, κανόνες, απαγορεύσεις, ιεραρχίες και ελέγχους.

Η γνώση δεν μπορεί ποτέ να αναπεμφθεί σε ένα υποκείμενο που βρίσκεται ελεύθερο σε σχέση με ένα διάγραμμα εξουσίας, αλλά ούτε και η εξουσία μπορεί να διαχωριστεί από τις δυνάμεις της γνώσης που την ενεργοποιούν.

Η γνώση και η εξουσία δεν αποτελούν ασφαλώς ένα και το αυτό πράγμα…. -το ζητούμενο είναι αντιθέτως να δειχθούν οι «διαφορετικές σχέσεις» που ιστορικά αναπτύχθηκαν μεταξύ των δύο. Πώς συγκεκριμένες μορφές εξουσίας ίδιου τύπου, κατέστη δυνατό να επιφέρουν σώματα γνώσης τα οποία ήταν εντελώς διαφορετικά και στο αντικείμενό τους όπως και στη δομή τους;

Louis_Anquetin.MoulinRouge1893«Δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τίποτα γύρω από την οικονομική επιστήμη εάν δεν γνωρίζει πώς η εξουσία και η οικονομική εξουσία ασκούνται στη καθημερινή ζωή. Η άσκηση της εξουσίας δημιουργεί αέναα γνώση και, αντιστρόφως, η γνώση σταθερά επάγει αποτελέσματα εξουσίας». Ο «μοντέρνος ανθρωπισμός» επομένως έχει λάθος όταν σχηματίζει αυτή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ γνώσης και εξουσίας: το ένα είναι ενσωματωμένο μέσα στο άλλο. Δεν έχει νόημα να ονειρευόμαστε εκείνη τη στιγμή όπου η γνώση θα πάψει να εξαρτάται από την εξουσία: «δεν είναι δυνατόν για την εξουσία να ασκείται χωρίς γνώση, είναι αδύνατον για την γνώση να μην επιφέρει αποτελέσματα εξουσίας».

(στ.1) λόγος και αλήθεια (F. Nietzsche)

(στ.2) το σύμπλεγμα ‘γνώσης-εξουσίας’ (M. Foucault)

(στ.3) Σχηματισμοί λόγου, αποφάνσεις, αρχεία (M. Foucault)

(στ.4) ‘αρχαιολογία’ και ανάλυση των επιστημών (M. Foucault)

(στ.5) ‘αρχαιολογία των επιστημών’: απάντηση του Foucault στον ‘Επιστημολογικό Κύκλο’

[…] PDF

old world library

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

44. F.Nietzsche…ο φιλόσοφος της εξουσίας

44. Nietzsche.nazis.25-10-2012

Friedrich-NietzscheF.Nietzsche……………. «Όποιος με διαβάζει σήμερα στη Γερμανία, έχει πρώτα απογερμανοποιήσει τον
εαυτό του πλήρως, όπως έκανα κι εγώ. Είναι γνωστή η φόρμουλά μου «για να σαι καλός Γερμανός, πρέπει να
απογερμανοποιηθείς» ή (για να με διαβάσει) πρέπει να είναι εβραϊκής καταγωγής, πράγμα που δεν είναι μικρή
διάκριση μεταξύ των Γερμανών. Μεταξύ των Γερμανών, οι Εβραίοι είναι πάντα η ανώτερη ράτσα, πιο
εκλεπτυσμένη, πνευματική, ευγενική…». Ακόμη, σε μια επιστολή του στην αδερφή του στις 26.12.1887 ο Νίτσε
αναφέρει κατηγορηματικά: «Είναι για μένα ζήτημα τιμής να κρατήσω απέναντι στον αντισημιτισμό μια στάση
ξεκάθαρη, δηλαδή αρνητική, όπως κάνω και στα γραπτά μου. Με παραζάλισαν τελευταία με επιστολές και
αντισημιτικά κείμενα. Η απέχθειά μου για αυτή την παράταξη (που κόπτεται να σφετεριστεί το όνομά μου!) είναι
σαφέστατη, αλλά η συγγένειά μου με τον Φόρστερ και ο αντίκτυπος του αντισημιτισμού του Σμάιτσνερ, του παλιού
μου εκδότη, κάνουν τους οπαδούς αυτού του ενοχλητικού κόμματος να πιστεύουν ότι είμαι δικός τους».
[…] η πεποίθηση ότι ο Νίτσε υπήρξε πρόγονος του φασισμού και του ναζισμού δεν συζητείται καν σοβαρά
μεταξύ των μελετητών. Ποια όμως είναι τα στοιχεία που δημιούργησαν το φάντασμα του νιτσεϊσμού πάνω από το
ναζισμό;

Η διαστρέβλωση των όσων είπε κι έγραψε ο Νίτσε υπολογίζεται ότι ξεκίνησε όσο ο Νίτσε είχε ακόμη τα λογικά
του. Το 1885 η αδερφή του, Ελίζαμπετ, παντρεύτηκε τον Μπέρχαρντ Φόρστερ, έναν σκληροπυρηνικό αντισημίτη.
Η Ελίζαμπετ γρήγορα ασπάστηκε τις ίδιες ιδέες. Από την άλλη, ο Νίτσε ούτε ενέκρινε αυτόν τον γάμο, ούτε καν
παραβρέθηκε. Οι λόγοι φαίνεται να είναι ότι αντιπαθούσε τον Φόρστερ λόγω των απόψεων του. Σε μια επιστολή
στην μητέρα τους γράφει ότι δεν επιθυμεί καμία επαφή με τον γαμπρό του διότι απεχθάνεται τις ιδέες του. Στο
ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η άποψη του ότι τέτοιοι άνθρωποι είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι και
ασυμφιλίωτοι με την φιλοσοφία του. Παρόλα αυτά, η αδερφή του θεωρείται βασική υπαίτια της σύνδεσης του
Νίτσε με μισάνθρωπες απόψεις.

Claude.Monet.cliffs-lespetitesdalles1880Η Ελίζαμπετ συγκέντρωσε μεγάλο μέρος των σημειώσεων του Νίτσε και όταν ο Νίτσε πλέον δεν ήταν σε θέση
να διαχειρίζεται μόνος του τις υποθέσεις του (έχασε τα λογικά του το 1889) το χρησιμοποίησε σκόπιμα
διαστρεβλωμένο. Σε πρώτη φάση ίδρυσε το Αρχείο Νίτσε το 1894, στο οποίο σταδιακά έδωσε αντισημιτικό
χαρακτήρα. Μάλιστα, αποκορύφωμα όλου αυτού του εγχειρήματος ήταν η επίσκεψη του Χίτλερ εκεί, όπου η
Ελίζαμπετ θα του χαρίσει το μπαστούνι που χρησιμοποιούσε ο Νίτσε. Κατόπιν ο Χίτλερ θα φωτογραφηθεί στην
προτομή του Νίτσε και εν όσω ο Φόρστερ διάβαζε ένα κείμενο που «απεδείκνυε» την σχέση Νίτσε και ναζισμού
(γραμμένο από πολύ «αξιόπιστο» συντάκτη, τον ίδιο τον Φόρστερ!). Αργότερα, η φωτογραφία του Χίτλερ στη
προτομή του Νίτσε θα κοσμήσει το εξώφυλλο ενός βιβλίου του Ρίχαρντ Έλερ (Ο Νίτσε και το μέλλον της
Γερμανίας) που υποτίθεται ότι αποδεικνύει την σχέση Νίτσε και Χίτλερ.

edvard-munch-old-aker-churchΗ Ελίζαμπετ δεν σταμάτησε εκεί. Έστειλε μια επιστολή στον Μουσολίνι με την προσφώνηση «Στον
ευγενέστερο μαθητή του Ζαρατούστρα που ονειρεύτηκε ποτέ ο Νίτσε, στον εμπνευσμένο αφυπνιστή των
αριστοκρατικών ιδεών όπως τις εννοούσε ο Νίτσε, με τις θερμότερες ευχές και τον βαθύτατο σεβασμό και
θαυμασμό του Αρχείου Νίτσε». Αξίζει να σημειωθεί ότι προηγουμένως, το 1901, η Ελίζαμπετ είχε εκδώσει ένα
βιβλίο με τίτλο Η Θέληση για Δύναμη, που αποτελείται από διάσπαρτες σημειώσεις του Νίτσε και πλήθος
κειμένων γραμμένων από την ίδια την Ελίζαμπετ. Το σύνολο του κειμένου ήταν ένα προχειρογραμμένο χυδαίο
κολάζ εθνικοσοσιαλιστικού χαρακτήρα, η αποκατάσταση του οποίου από τις αυθαιρεσίες της Ελίζαμπετ πήρε
πάνω από 20 χρόνια στους μελετητές Μοντινάρι και Κόλι, που τιμήθηκαν για την προσφορά τους.
Δεν ήταν μόνο η Ελίζαμπετ όμως που επιχείρησε να διαστρεβλώσει τον Νίτσε. Γύρω από το όνομά του
δημιουργήθηκε ένας καλά ενορχηστρωμένος κύκλος παραχάραξης και προπαγάνδας. Το ναζιστικό καθεστώς
σύντομα θα σπρώξει στην αγορά μια πληθώρα από φτηνές εκδόσεις που περιείχαν αποσπάσματα και
πετσοκομμένα κείμενα του Νίτσε, προορισμένα για μαζική κατανάλωση μπας και πάρει μια πιο θεωρητική
υπόσταση ο ναζισμός κι αγκιστρωθούν πάνω του οι μάζες. Κάποια μάλιστα από αυτά πέρασαν αποσπασματικά και
στον χώρο της εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα, κυκλοφόρησαν και πιο επίσημα σκουπίδια, όπως το βιβλίο του Άλφρεντ
Μπλόυμλερ (Ο Νίτσε ως φιλόσοφος και ως πολιτικός, 1931) που «αποδείκνυε» την υποτιθέμενη πίστη του Νίτσε
στην κυριαρχία της ισχυρής Γερμανίας μέσω του πολέμου. Άλλο αντίστοιχο «θεόπνευστο» έργο ήταν το βιβλίο του
Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (Ο μύθος του 20ου αιώνα, 1932) που «αποδεικνύει» την απρόσκοπτη πίστη του Νίτσε στην
στρατιωτική πειθαρχία.

Η επιστημονική αξιοπιστία των παραπάνω μελετητών περιορίζεται στο ότι ήταν υπεύθυνοι προπαγάνδας και
θεωρητικοί του Γ’ Ράιχ… Ο Μπόυμλερ γρήγορα κατέλαβε θέση ακαδημαϊκού από τον Χίτλερ με σκοπό να εντάξει
την φιλοσοφία του Νίτσε στην ναζιστική κοσμοαντίληψη (ακόμα και με το ζόρι). Μάλιστα, πρόκειται για τόσο
έγκριτο ερευνητή που βασική του θέση ήταν ότι το δημοσιευμένο έργο του Νίτσε δεν έχει καμιά σπουδαιότητα,
αλλά η ουσία της νιτσεϊκής φιλοσοφίας βρίσκεται μόνο στα χειρόγραφα που διατηρούσε η Ελίζαμπετ. Η
επιστημονικότατη θέση του εν λόγω ναζιστή τον οδηγεί στο να συνδέσει τον Νίτσε με τον ναζισμό. Τα κείμενα
όμως του Νίτσε δεν φαίνεται να τον βοηθούν ιδιαίτερα. Το ίδιο συνέβη και με τον Ρόζενμπεργκ, ο οποίος δεν
παραθέτει κανένα επίσημο απόσπασμα του Νίτσε. Οπότε, τι κάνει ο σωστός γκεμπελιστής προπαγανδιστής που
σέβεται τον εαυτό του; Αποδίδει φράσεις τρίτων στον Νίτσε. Έτσι, ατάκες όπως «αυτό θα μπορούσε να το έχει
γράψει κι ο Νίτσε» αφήνουν εποχή στην κατά τα άλλα επιστημονική προσέγγιση της φιλοσοφίας. Κι όταν τα
κείμενα του Νίτσε δεν μπορούν να διαψευστούν τι κάνει πάλι ο σωστός γκεμπελίσκος; Νάζια… ισχυρίζεται δηλαδή
ότι αυτά ο Νίτσε δεν τα εννοεί, απλά τα λέει έτσι, για να ταρακουνήσει τους Γερμανούς (!). Φυσικά, για ευνόητους
λόγους οι «σοβαροί» θεωρητικοί του ναζισμού κατάπιαν τη γλώσσα τους για εκείνα τα χωρία που επιτίθενται
στους Γερμανούς, που χλευάζουν τους οπαδούς, που απορρίπτουν τον αυταρχισμό και εξυμνούν τους Εβραίους.

gustave-courbet.towerΑπό την άλλη πλευρά, όχι λίγες από τις λεγόμενες προοδευτικές φωνές συσκότισαν εξαρχής την κατάσταση
όσον αφορά την ερμηνεία του Νίτσε. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Λούκατς, ο οποίος στο Η καταστροφή
του λογικού επεχείρησε να αναδείξει τους λόγους που οδήγησαν την Γερμανία στο ναζισμό αφιερώνει ένα
κεφάλαιο στον Νίτσε, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Η γειτνίαση (σ.σ.: της σκέψης του Νίτσε με τον χιτλερισμό)
είναι αντικειμενικά πολύ μεγαλύτερη από όσο νόμιζαν εκείνοι (σ.σ.: ο Ρόζενμπεργκ κι ο Μπόυμλερ). Ο ναζισμός
ορθά θεωρεί τον Νίτσε έναν από τους ευγενέστερους προγόνους του». Παρόλα αυτά, ο Λούκατς έπρεπε να
γνωρίζει καλύτερα από όλους ποιά είναι η πραγματική καταστροφή του λογικού, όταν ο λενινισμός απαγόρευε τα
έργα του κι ο ίδιος δεχόταν να τα αποκηρύξει απαγορεύοντας επίσης την δημοσίευσή τους, ενώ την ίδια στιγμή
έθετε εαυτόν στις υπηρεσίες του Κόμματος. Ο εντεταλμένος πόλεμος του Λούκατς έναντι στον Νίτσε ήταν
μεθοδικότατος. Είχε άλλωστε προηγηθεί ήδη ένα άρθρο με τίτλο Ο Νίτσε ως πρόγονος της φασιστικής αισθητικής.
vasili.grigorevich.perovΟι συνθήκες της εποχής γενικά και η επιρροή του Λούκατς διαμόρφωσαν ένα αρνητικό κλίμα απέναντι σε έργα
του Νίτσε, με αποτέλεσμα ουδείς σοβαρός αριστερός να καταδέχεται να ασχοληθεί με την βιβλιογραφία του
Νίτσε.

[…] η άποψη του Νίτσε για το κράτος και τον κρατισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ο ίδιος στο Έτσι Μίλησε ο
Ζαρατούστρα (κεφ. Για το νέο είδωλο): «Υπάρχουν κάπου ακόμα λαοί και αγέλες, όχι όμως σε εμάς, σε εμάς
υπάρχουν κράτη. Κράτος; Τι είναι αυτό; Εντάξει λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας πω ο,τι έχω να
σας πω για τον θάνατο των λαών. Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα. Και ψυχρά επίσης
ψεύδεται και τούτο το ψέμα βγαίνει σερνάμενο από το στόμα του: «Εγώ το κράτος είμαι ο λαός». Ψέμα είναι κι
αυτό!». Και προχωρά παρακάτω: «Κράτος ονομάζω αυτό, όπου όλοι πίνουν δηλητήριο, καλοί και κακοί: κράτος,
όπου όλοι χάνουν τον εαυτό τους, καλοί και κακοί: κράτος, όπου η αργή αυτοκτονία όλων ονομάζεται ζωή».
Εξάλλου, για τον Νίτσε, «εκεί που τελειώνει το κράτος, εκεί αρχίζει ο άνθρωπος». […]
(πηγή: http://anti-texni.blogspot.gr/ )

Ο Μ.Foucault χαρακτηρίζει τις δικές του έρευνες και ως μια «γενεαλογία της ηθικής». «Ήταν ο Nietzsche
αυτός που προσδιόρισε την σχέση εξουσίας ως το γενικό επίκεντρο, θα λέγαμε, του φιλοσοφικού λόγου – όπως
στον Marx ήταν η σχέση παραγωγής. Ο Nietzsche είναι ο φιλόσοφος της εξουσίας, ένας φιλόσοφος ο οποίος
κατάφερε να σκεφθεί την εξουσία χωρίς γι’ αυτόν τον λόγο να αναγκαστεί να περιορίσει τον εαυτό του μέσα σε μια
πολιτική θεωρία».1

———————————————————-
Βιβλία για τον Nietzsche:

Maurice UtrilloFoucault, Michel, Τρία κείμενα για τον Νίτσε.

Νεχαμάς, Αλέξανδρος. Νίτσε : Η ζωή σαν λογοτεχνία.

Deleuze, Gilles, Ο Νίτσε και η φιλοσοφία.

Μιράσγεζη, Αθηνά Δ. Η αισθητική μετά τον Nietzsche.

Klossowski,Pierre. Δοκίμια για τον Nietzsche.

Λαμπρέλλης, Δημήτρης Ν. Το υποκείμενο της δύναμης: Καλλικλής, Nietzsche, Negri.

Bataille, Georges, Για τον Νίτσε : Θέληση για τύχη.

Σαρίκας, Ζήσης. Το όραμα του υπερανθρώπου : Μια ερμηνεία του έργου
του Νίτσε «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα».

Συλλογικό έργο. Ο Νίτσε και η πολιτική : Ολοκληρωτισμός ή δημοκρατία;

Adorno, Horkheimer, Gadamer, Για τον Νίτσε. κ.ά.

———————————————–

1 M. Foucault: Prison Talk, συνέντευξη: στο Power/ Knowledge, Selected Interviews and Other Writings, editor C. Gordon, The
Harvester Press 1980.

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

nietzsche-foucault

25. Michel Foucault….(1926-1984)…

25. Foucault.1926-1984.pm.29-10-2012

Michel Foucault……(1926-1984)…..

PabloPicasso-Amb.Vollard1915Ο Foucault δεν έκρυψε πως ο στοχαστής ο οποίος τον γοήτευσε περισσότερο από όλους ήταν ο Nietzsche. Έπειτα από την
πρώτη αρχαιολογική περίοδο, η οποία τον έφερε κοντά στον δομισμό,1 και αρνούμενος τη “διαλεκτική” και τις ‘ολιστικές’
αναφορές, η μεθοδολογική επιλογή που τελικώς θα κάνει ο Foucault είναι αυτή της “γενεαλογίας”: η ιστορική έρευνα μας
αποκαλύπτει πως οι σύγχρονές μας παγιωμένες αντιλήψεις, οι κατασταλαγμένες πρακτικές και ατομικές στάσεις, οι τετριμμένες
και κοινώς αποδεκτές έννοιες, δεν υποκρύπτουν κάποια βαθύτερη αλήθεια – ούτε κάποιου είδους αναγκαιότητα – είναι επομένως
δεκτικές σε αλλαγή, σε τροποποίηση.
Η υιοθέτηση από τον Foucault της νιτσεϊκής ριζικής κριτικής έναντι της έννοιας της “αλήθειας” (ηθικής ή άλλης)
μας οδηγεί σε διανοητικά μονοπάτια αδιάλειπτης καχυποψίας: οι μάχες δεν δίνονται για να αποκαλυφθεί το πέπλο της
“ιδεολογίας” ή της “αποξενωμένης συνείδησης”, αλλά δίνονται για την ίδια την “αλήθεια”. Εάν βέβαια η πολύπαθη αυτή
‘αλήθεια’ είναι εν τέλει το ίδιο το τρόπαιο για τον νικητή, τότε πιθανές αξιώσεις για μια ίσως όχι γραμμική αλλά πάντως ανέφελη
πορεία με οδηγό τον “ορθό Λόγο” προς την “πρόοδο”, το λυτρωτικό φως της επιστήμης κλπ. καθίστανται πράγματι
προβληματικές.

Η στάση και πρακτική του Foucault, με μεγαλύτερη συνέπεια και εύλογα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως
ριζοσπαστική, κριτική, μάχιμη, ακόμη και -με μια ιδιαίτερη έννοια- πολιτικά “στρατευμένη”, και όχι φυσικά μια στάση ουδέτερη
ή αποστασιοποιημένη ‘ δεν είναι ούτε ανέλπιδη, ούτε αδιάφορη για την οποιαδήποτε έκβαση ή “ακραία μηδενιστική”. Ο ίδιος ο
Foucault είχε εκφράσει ρητά την ελπίδα το έργο του να αποτελέσει μια «χρήσιμη εργαλειοθήκη».
paulhenryΟ τρόπος ιστορικής έρευνας που πρότεινε, οι γενεαλογίες που κατέγραψε ο ίδιος ο Foucault, και αυτές που υπέδειξε και
μένει σε εμάς να επωμιστούμε και να ερευνήσουμε περαιτέρω, μπορούν να αποτελέσουν -υπό συνθήκες ασφαλώς πάντα
συγκεκριμένες- τη σκαπάνη που θα τραυματίσει τη καταθλιπτική ακινησία όσων δομών μας συνθλίβουν. Με τα εργαλεία που μας
παρέδωσε ίσως ακόμη θελήσουμε να αποπειραθούμε να σμιλέψουμε αλλιώς τον ίδιο τον εαυτό μας. Εν τούτοις όπως έλεγε ο ίδιος
ο Foucault «τα πάντα είναι επικίνδυνα», και έτσι η διαδρομή είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από εύκολη. Η προτροπή του σε έναν
«υπερ- και πεσιμιστικό ακτιβισμό» είναι πιστεύω δηλωτική αυτής ακριβώς της έντασης, η οποία φαίνεται να τον διατρέχει
εσωτερικά: η υποψία ναι μας καθιστά πιθανόν απαισιόδοξους, εν τούτοις είναι απλώς αδύνατον να μην (αντι-)πράξουμε, να μην
αντισταθούμε.

Η “ένταση” αυτή είναι με μια έννοια οδυνηρή και αφορά ακριβώς αυτό: οι πολλαπλοί αποκλεισμοί, οι ζοφερές
“ετεροτοπίες” των εγκλεισμών, η λεπτομερείς εργασίες της πειθαρχίας επάνω μας, όλα αυτά που μας καταθλίβουν, με μια
αντίστροφη κίνηση θα προκαλούν πάντοτε, αναπόφευκτα αντίρροπες δυνάμεις. «Κάτι πάντοτε», όπως επισημαίνει ο Foucault,
«θα διαφεύγει της εξουσίας»: η καθυπόταξή μας δεν θα είναι ποτέ ολοκληρωτική. Εν τούτοις βέβαια, δεν υφίσταται
προδιαγεγραμμένο κανένα “τέλος”, ενώ την ίδια στιγμή καραδοκεί ο κίνδυνος της αυτο-παγίδευσης: στην εναντίωσή μας, η
επίκληση στόχων, αξιών ή προγραμμάτων τα οποία κατασκευάστηκαν από την μοντέρνα εξουσία μας επιστρέφει ξανά πίσω στην
πρόθυμη αγκαλιά του συστήματος που πολεμάμε και το οποίο αποδεικνύει μόνιμα πως κατέχει εγγενώς μια τεράστια
αφομοιωτική δυναμική.
Man RayΜε τα λόγια του ίδιου του Foucault, σκοπός των ερευνών που ανέπτυξε ήταν να διατυπώσει μια «γενεαλογία του
σύγχρονου υποκειμένου ως ιστορικής και πολιτισμικής πραγματικότητας». Πρόκειται λοιπόν για μια προσπάθεια ανάλυσης των
«τρόπων αντικειμενοποίησης», των σχέσεων εξουσίας και των μορφών γνώσης μέσω των οποίων οι άνθρωποι «συγκροτούνται ως υποκείμενα».2 Εναλλακτικά: στόχος είναι η ανάδειξη και ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι μεταχειρίζονται τον
εαυτό τους -και διαχειρίζονται τους άλλους- μέσα από την καθιέρωση «καθεστώτων αλήθειας».

Σε ότι αφορά, όχι την επιστημολογική αλλά την πολιτική διάσταση του προβλήματος (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως
αυτές οι διαστάσεις δεν σχετίζονται κατά έναν τρόπο), με δεδομένο ότι ως άτομα όλοι μας έχουμε συγκροτηθεί από τις τεχνικές
του συμπλέγματος «εξουσία/ γνώση», η προτροπή του Foucault είναι ομολογουμένως δύσκολη: να εγκαταλείψουμε αυτό που
είμαστε, να αποστασιοποιηθούμε από τον ίδιο τον εαυτό μας -και να τον δημιουργήσουμε ίσως ξανά ως ένα είδος «έργου τέχνης».
Η μοντέρνα μορφή υποκειμενικότητας είναι αποτέλεσμα της άσκησης της «πειθαρχικής εξουσίας» και της «βιοεξουσίας»:
παραχθήκαμε ως “πειθήνια και νομοταγή”, “λογικά και υπεύθυνα”, με τάση προς εξομολόγηση ή σεξουαλικώς “φυσιολογικά”
(“normal”) άτομα… Η αντίσταση υποστηρίζει ο Foucault, σε αυτή τη μορφή ατομικότητας που φέρει τη σφραγίδα της εξουσίας,
είναι ένας «αγωνισμός», ένας αγώνας δηλαδή του καθενός μας στη διάρκεια του οποίου ταυτοχρόνως αυτο-διαμορφωνόμαστε.
(Μιλώντας για «αμφισβήτηση», «υπέρβαση», «αντίσταση», «εξέγερση» ή «αγωνισμό», δεν πρόκειται για μια γενική, αόριστη ή
διάχυτη “αντι-θεσμική” δράση).

Σε μια ανιούσα ανάλυση από τα χαμηλότερα επίπεδα «τριχοειδούς άσκησης της εξουσίας», προς τις υψηλότερες
ολοκληρώσεις και στερεοποιήσεις της, ο Foucault εξέτασε με εξαιρετική διαύγεια τις εσωτερικές λειτουργίες θεμελιωδών για την
κοινωνία μας όπως υφίσταται σήμερα, θεσμών και ιδρυμάτων: το σχολείο, η φυλακή, τα ψυχιατρεία, το ίδιο το δικαστικό
σύστημα… Εφόσον η εξουσία γίνεται αποδεκτή στον βαθμό ακριβώς που παραμένει κρυφή, οφείλουμε να την ξεσκεπάσουμε.
tsuchiya-cuarteto-de-la-india-pintores-y-pinturas-juan-carlos-boveriΗ χαρακτηριστική στάση του Foucault να αρνείται να εκθέσει έναν επιδιωκόμενο “ιδανικό στόχο” και μια ιδεατή τελική
κατάσταση, η άρνησή του επίσης να υποδείξει τον (“μοναδικό”) “ορθό” κάθε φορά τρόπο να δράσουμε, φαίνεται να μας αφήνει
έκθετους ή μετέωρους. Ωστόσο ο Foucault είναι μέχρι τέλους συνεπής: δεν υπάρχουν ασφαλώς προκαθορισμένες λύσεις εν είδη
συνταγών.3 Οι περισσότεροι όσοι συμφωνούν με την ‘ανατροπή’, τη διάλυση των μηχανισμών που αναπαράγουν την
εκμετάλλευση και την καταπίεση, και επιδιώκουν έναν συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό, οραματίζονται με γνώμονα κάποιου
είδους «ουτοπία»: για τον Foucault αυτού του είδους το «τέλος» είναι αν όχι επικίνδυνο τουλάχιστον παραπλανητικό.
Η κοινωνία μας αντιμετωπίζεται από πολλούς ως ένα αφηρημένο «όλον» το οποίο αναζητά (δήθεν) την μέγιστη “αρμονία
και συνοχή”, την “ευρύτερη συναίνεση”, την πολυπόθητη “κοινωνική ειρήνη” κ.ο.κ. Εν τούτοις το κοινωνικό έδαφος βρίθει από
κατάφορες αδικίες, σχίζεται από αντιθέσεις, σπαράσσεται από ανταγωνισμούς. Η πειθαρχική εξουσία, θέτοντας σε (μερική)
αχρηστία το παλαιότερο νομικό οπλοστάσιο προστασίας των ατόμων από τις καταχρήσεις του ηγεμόνα της κλασικής εποχής,
είναι στην μοντέρνα εποχή πανταχού παρούσα σε όλο τον κοινωνικό ιστό: παράγει με αμείωτη ένταση υπάκουα, ευάγωγα,
παραγωγικά άτομα. Το κράτος, μια στρατηγική κωδίκευση των σχέσεων εξουσίας, μπορεί επί της ουσίας να υπάρξει μόνο επί τη
βάσει αυτής ακριβώς της μορφής ατομικότητας.

Ωστόσο: κάθε μορφή εξουσίας περικλείει τη δυνατότητα της ανατροπής της, και κάθε απαγόρευση δημιουργεί «τον χώρο
για μια ενδεχόμενη υπέρβασή της». Το “υποκείμενο” δεν αποτελεί το θεμέλιο της σκέψης και της ιστορίας αλλά το σύνθετο προϊόν
τους, ωστόσο δεν αποτελεί και μια απλή μυθοπλασία ‘ δεν είναι “ελεύθερο” αλλά ούτε και απλή μαριονέτα της εξουσίας.
g.courbet-Source of the Loue…………..Κατόπιν της διαγραφής του από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας το 1952, και έπειτα από την δριμεία
κριτική που άσκησε στον “υπαρκτό σοσιαλισμό”, κάποιοι γραφειοκράτες επαγγελματίες της ‘επανάστασης’ αποκάλεσαν τον
Foucault …«αντι-κομμουνιστή». Κατά τη διάρκεια κυρίως της τέταρτης δεκαετίας της ζωής του δεν ήταν λίγοι εκείνοι που
χαρακτήρισαν, άλλοι επικριτικά άλλοι με συμπάθεια, την στάση του ως «ακραία αριστερίστικη». Κάποιοι μελετητές επιμένουν να
δημιουργούν πολιτικές γέφυρες επικοινωνίας με κάποιου είδους μαρξισμό ή “μετα-μαρξισμό”.
Ο ειρωνικός ανατόμος Foucault για πολλά συνεχή έτη εξέθεσε την αρνητική πλευρά της Νεωτερικότητας, χωρίς να
αναγνωρίζει παρά ελάχιστα θετικά επιτεύγματα. Παρ’ ότι αποδεχόταν πως δεν μπορεί κάποιος να πολεμήσει τον ίδιο τον “Λόγο”,
αρνούνταν κατηγορηματικά ότι ο “ορθός Λόγος” μπορεί να μας βγάλει από το αδιέξοδο – γιατί ο ορθός Λόγος είναι ο ίδιος
εργαλείο και μέρος του προγράμματος του Διαφωτισμού. Μέσα τελικά σε αυτό το ζοφερό τοπίο το οποίο ο ίδιος ο Foucault
φωτίζει προκειμένου να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τις υπόγειες αλλά και απολύτως “υλικές” διαδρομές της εξουσίας, εκείνος
τάσσεται με τα θύματα των αποκλεισμών, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

Με αφορμή τη μελέτη του για την τρέλα, ο Michel Serres θα γράψει κάποτε για τον Foucault, πως εκείνο που
χαρακτηρίζει την ιστορική του έρευνα είναι «μια βαθιά αγάπη… γι’ αυτόν τον σκοτεινό πληθυσμό» στον οποίο καθώς φαίνεται
αναγνωρίζει «τον άλλο μας εαυτό». Αυτή η παραπάνω παρατήρηση ο Αλέξανδρος Νεχαμάς δήλωσε την άποψη πως «ισχύει για
οτιδήποτε έγραψε ο Foucault για τους στερημένους από τα πολιτικά δικαιώματα – για τους φτωχούς, τους εγκληματίες, τους
κρατούμενους, τους ερωτικά ανορθόδοξους, τους εργοστασιακούς εργάτες, ακόμη και για τα παιδιά που παρακολουθούσαν το
αυστηρό σχολείο του 19ου αιώνα».4

Παρά τη δριμεία κριτική των θεσμών, στην πράξη η άρνηση να υποδείξει συγκεκριμένες λύσεις οδηγούσε τον Foucault
κυρίως σε προσπάθειες να ακουστούν οι φωνές, ο λόγος είτε των έγκλειστων είτε των ομάδων που αποκλίνουν από την κοινωνική
νόρμα. Η σαφής απόσταση από ορισμένους επαγγελματίες ‘πρωτοπόρους’ της πολιτικής που μιλούν ακατάπαυστα “εν ονόματι”
(των προλετάριων κ.ά.), καθώς και αυτή η άρνηση υπόδειξης μεταρρυθμιστικών βελτιώσεων τον καθιστούσε μονίμως ευάλωτο
σε κατηγορίες για κυνισμό, ‘μηδενισμό’ ή ακόμη και για “ριζοσπαστικό δανδισμό”…
Ο J.Habermas αποκάλεσε τον Foucault έναν «αναρχικό συνεχιστή του Nietzsche». Ο ίδιος ο Foucault σε μια συζήτηση
χαρακτήρισε τον εαυτό του ως έναν «αναρχικό της αριστεράς».

—————————————————————————–

A.Brandish.Holte1 Ο Foucault, τοποθετεί τον εαυτό του σε μια διανοητική παράδοση στη Γαλλία η οποία ενδιαφερόταν για την ιστορία της επιστήμης και σχηματίστηκε κυρίως στον περιβάλλοντα χώρο γύρω από τις έρευνες του G.Canguilhem. «Δεν έχω υπάρξει ποτέ φροϋδικός, δεν υπήρξα ποτέ μαρξιστής και δεν υπήρξα ποτέ δομιστής» (“Critical Theory/ Intellectual History”, βρίσκεται στο Politics, Philosophy, Culture- Interviews & Other Writings 1977-1984, [ed.] L.D. Kritzman, Routledge 1988, σελ. 22. Βλπ. Επίσης: “An Historian of Culture”, debate published in Il Bimestre Sept.-Dec. 1972 – βρίσκεται στο Foucault Live, Collected Interviews, 1961-1984, [ed.] S. Lotringer, editions Semiotext(e) 1996, σελ. 99).
2 «υποκείμενα», και με τις δύο έννοιες του όρου: άτομα υπο-κείμενα σε «έλεγχο και εξάρτηση», και δεμένα με μία «ταυτότητα, μέσα από μια συνείδηση αυτογνωσίας».

3 Όπως τόνισε κάποια στιγμή ο ίδιος καθώς παρουσίαζε τις έρευνές του για την φιλελεύθερη μορφή ορθολογικότητας και τους
αντίστοιχους μηχανισμούς (dispositifs) της «βιοπολιτικής» ρύθμισης, στον σύγχρονο κόσμο μας μια ολόκληρη σειρά «κυβερνητικών ορθολογικοτήτων» αλληλεπικαλύπτονται, στηρίζονται η μία πάνω στην άλλη, αμφισβητούνται αμοιβαία, και αντιμάχονται η μια την άλλη: τέχνη διακυβέρνησης σύμφωνα με την αλήθεια, τέχνη διακυβέρνησης σε συμφωνία με την ορθολογικότητα του κυρίαρχου κράτους, τέχνη διακυβέρνησης σύμφωνα με την ορθολογικότητα των οικονομικών παραγόντων, και πιο γενικά σύμφωνα με την ορθολογικότητα των ίδιων των κυβερνώμενων… Όλες αυτές οι διαφορετικές τεχνολογίες, οι διαφορετικοί τύποι υπολογισμού, εξορθολογισμού και ρύθμισης, όλα αυτά συνιστούν το αντικείμενο της πολιτικής διαμάχης. Στο σημείο δηλαδή όπου τέμνονται οι διαφορετικές τεχνικές διακυβέρνησης εκεί γεννιέται η πολιτική.
4 Βλπ. Α. Νεχαμάς: Η τέχνη του βίου, εκδ. Νεφέλη 2001, κυρίως σελ. 11-42 και 215-252.

Αυτόνομη Πρωτοβουλία

foucault.2