62. Wendy Brown – Αντίσταση στην αριστερή μελαγχολία..

62. WendyBrown.resist.left.melancholia.22-10-2012

….Wendy Brown – Αντίσταση στην αριστερή μελαγχολία...*
ed.hopper.chop-sueyΣε κάθε εποχή πρέπει να επιδιώκεται η εκ νέου απόσπαση της παράδοσης από τον κονφορμισμό, που είναι έτοιμος να την καταδυναστεύσει. […] Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός, που έχει την πεποίθηση, ότι και οι νεκροί ακόμα δεν θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό, στην περίπτωση που θα νικήσει. (Walter Benjamin, «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας» ).

[…] «αριστερή μελαγχολία». Τι εννοούσε ο Μπένγιαμιν μ’ αυτή την μειωτική ονομασία για μια ορισμένη διανοητική και πολιτική στάση; Όπως οι περισσότεροι αναγνώστες θα ξέρουν, ο Μπένγιαμιν δεν ήταν ούτε κατηγορηματικά ούτε χαρακτηριολογικά αντίθετος προς την αξία και την ισχύ της λύπης ως τέτοιας, ούτε παραγνώριζε τη δυνατότητα να κερδίσει κανείς μια πιο καθαρή ματιά με το να συλλογιστεί πάνω στις απώλειές του. Μάλιστα, έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την παραγωγική αξία της ακηδίας, της λύπης και του πένθους για την πολιτική και πολιτισμική δουλειά, και στη μελέτη του για τον Μπωντλαίρ ο Μπένγιαμιν πραγματεύτηκε την ίδια τη μελαγχολία περίπου ως δημιουργική πηγή. Η «αριστερή μελαγχολία» όμως είναι ο απερίφραστος επιθετικός προσδιορισμός του Μπένγιαμιν για τον επαναστάτη ψευτο-διανοούμενο ο οποίος, τελικά, είναι πιο προσηλωμένος σε μια συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση ή ιδανικό –ακόμα και στην αποτυχία αυτού του ιδανικού– παρά στο να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες για ριζική αλλαγή στο παρόν. Στην αινιγματική επιμονή του Μπένγιαμιν επί της πολιτικής αξίας που έχει η διαλεκτική ιστορική σύλληψη του «τωρινού χρόνου», η αριστερή μελαγχολία δεν αντιπροσωπεύει μόνο μια άρνηση να συμφιλιωθεί κανείς με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του παρόντος, δηλαδή μια αποτυχία να κατανοήσει την ιστορία με άλλους όρους πέρα από τον «κενό χρόνο» ή την «πρόοδο». Δηλώνει επίσης έναν ορισμένο ναρκισσισμό σε σχέση με τις προηγούμενες πολιτικές προσδέσεις και ταυτότητες, ο οποίος υπερβαίνει κάθε επένδυση σε κάποια σημερινή πολιτική κινητοποίηση, συμμαχία ή μετασχηματισμό.

Η ειρωνεία της μελαγχολίας, φυσικά, είναι ότι η πρόσδεση στο αντικείμενο της θλιβερής μας απώλειας παραγκωνίζει κάθε επιθυμία να ανακάμψουμε από αυτή την απώλεια, να ζήσουμε ελεύθεροι από αυτή στο παρόν, να μην μας βαρύνει πλέον. Αυτό είναι που καθιστά τη μελαγχολία μία μόνιμη συνθήκη, μια κατάσταση, ή και μία δομή της επιθυμίας, και όχι μία παροδική αντίδραση στο θάνατο ή την απώλεια. Στο στοχασμό του περί μελαγχολίας του 1917, ο Φρόιντ μάς υπενθυμίζει ένα δεύτερο μοναδικό χαρακτηριστικό της μελαγχολίας. Αυτό αφορά «μια απώλεια πιο ιδεατού τύπου [απ’ ό,τι το πένθος]. Το αντικείμενο ίσως δεν έχει πεθάνει πραγματικά, αλλά έχει χαθεί ως αντικείμενο αγάπης». UemShoenjapanΕπιπλέον, ισχυρίζεται ο Φρόιντ, ο μελαγχολικός συχνά δεν γνωρίζει τι ακριβώς αγαπούσε στο αντικείμενο και το έχασε: «Αυτό υποβάλλει την ιδέα ότι η μελαγχολία συνδέεται τρόπον τινά με μια απώλεια αντικειμένου που έχει αποσυρθεί από τη συνείδηση, σε αντιδιαστολή προς το πένθος, στο οποίο κανένα στοιχείο της απώλειας δεν είναι ασυνείδητο». Η απώλεια που πυροδοτεί τη μελαγχολία τις περισσότερες φορές είναι ανομολόγητη. Τέλος, ο Φρόιντ ισχυρίζεται ότι το μελαγχολικό υποκείμενο –με χαμηλή αυτοεκτίμηση, απόγνωση, ακόμα και τάσεις αυτοκτονίας– αντί να απευθύνει τις επιπλήξεις του στο αντικείμενο που κάποτε αγαπούσε (επιπλήξεις που δεν στάθηκε στο ύψος της εξιδανίκευσης που το υποκείμενο είχε πλάσει γι’ αυτό), τις έχει στρέψει προς τον εαυτό του, διατηρώντας έτσι την αγάπη ή την εξιδανίκευση του αντικειμένου, έστω κι αν στον πόνο του μελαγχολικού βιώνεται η απώλεια αυτής ακριβώς της αγάπης.

Γιατί να χρησιμοποιήσει τώρα ο Μπένγιαμιν αυτό τον όρο, και τη συναισθηματική οικονομία που εκπροσωπεί, προκειμένου να μιλήσει για ένα ιδιαίτερο μόρφωμα στην Αριστερά; Ο Μπένγιαμιν δεν δίνει πουθενά κάποια ακριβή διατύπωση της αριστερής μελαγχολίας. Απλώς την αναπτύσσει ως έναν ψόγο προς όσους αισθάνονται μεγαλύτερη υποχρέωση απέναντι σε κάποια μακροχρόνια συναισθήματα και αντικείμενα παρά στις δυνατότητες πολιτικού μετασχηματισμού στο παρόν. […] η μελαγχολία μένει πιστή «στον κόσμο των πραγμάτων», πράγμα που μας οδηγεί να σκεφτούμε ότι στη μελαγχολική λογική περιέχεται ένας ορισμένος φετιχισμός –με όλο το συντηρητισμό και την απόσυρση από τις ανθρώπινες σχέσεις που συνεπάγεται η φετιχιστική επιθυμία. Στην κριτική των ποιημάτων τού Κάστνερ όπου εισάγει για πρώτη φορά τον όρο «αριστερή μελαγχολία», ο Μπένγιαμιν υπονοεί ότι τα αισθήματα τα ίδια γίνονται πράγματα για τον αριστερό μελαγχολικό ο οποίος «επαίρεται εξίσου για τα ίχνη παλαιότερων πνευματικών αγαθών όσο και οι αστοί για τα υλικά τους αγαθά». Καταλήγουμε να αγαπάμε τα αριστερά μας πάθη και τον αριστερό μας λόγο, τις αριστερές μας αναλύσεις και πεποιθήσεις, περισσότερο απ’ ό,τι αγαπάμε τον υπαρκτό κόσμο τον οποίο υποτίθεται ότι θέλουμε να αλλάξουμε με αυτούς τους όρους ή το μέλλον που θα ήταν σύμφωνο με αυτούς. Η αριστερή μελαγχολία, εν συντομία, είναι το όνομα που δίνει o Μπένγιαμιν για μια πένθιμη, συντηρητική, οπισθοδρομική πρόσδεση σε ένα αίσθημα, μια ανάλυση, μία σχέση που έγινε σαν πράγμα και πάγωσε στην καρδιά του υποτιθέμενου αριστερού. Αν ο Φρόιντ μπορεί να βοηθήσει εδώ, τότε η συνθήκη αυτή κατά τεκμήριο προκύπτει από κάποια ακατονόμαστη απώλεια, ένα ιδανικό που συνετρίβη ανομολόγητα, τα οποία δηλώνονται στις μέρες μας από τους όρους Αριστερά, Σοσιαλισμός, Μαρξ, ή Κίνημα.

jm.basquiat-two-heads-on-gold[…] ίσως στον τόπο του πολιτικού μας ασυνειδήτου, μήπως βρίσκεται και μια ανομολόγητη απώλεια –η υπόσχεση ότι η αριστερή ανάλυση και η αριστερή στράτευση θα παρείχε σε όσους προσχωρήσουν σε αυτήν ένα σαφές και σίγουρο μονοπάτι προς το αγαθό, το δίκαιο και το αληθές; Αυτή η υπόσχεση μήπως δεν αποτέλεσε τη βάση για μεγάλο μέρος της ευχαρίστησής μας που είμαστε στην Αριστερά, και μάλιστα για την αυτοεκτίμησή μας ως αριστερών και για τη συντροφικότητά μας προς τους άλλους αριστερούς; Και αν αυτή η αγάπη δεν είναι δυνατό να εγκαταλειφθεί χωρίς να απαιτηθεί ένας ριζικός μετασχηματισμός στο ίδιο το θεμέλιο της αγάπης μας, στην ίδια μας την ικανότητα για πολιτική αγάπη και πρόσδεση, μήπως είμαστε καταδικασμένοι σε αριστερή μελαγχολία, μια μελαγχολία της οποίας τα αποτελέσματα σίγουρα θα είναι όχι μόνο θλιβερά αλλά και αυτοκαταστροφικά; Φρόιντ ξανά: «Αν η αγάπη για το αντικείμενο –μια αγάπη που δεν είναι δυνατό να εγκαταλειφθεί έστω και αν έχει εγκαταλειφθεί το αντικείμενο– βρει καταφύγιο στη ναρκισσιστική ταύτιση, τότε το μίσος καταλαμβάνει το υποκατάστατο αντικείμενο: το κακομεταχειρίζεται, το υποβιβάζει, το κάνει να υποφέρει και αποκομίζει σαδιστική ικανοποίηση από τον πόνο του». Το καθήκον μας λοιπόν θα ήταν να μαντέψουμε ποιος ή τι είναι αυτό το υποκατάστατο αντικείμενο. Τι μισούμε για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την εξιδανίκευση της ρομαντικής αριστερής υπόσχεσης; Τι τιμωρούμε για να μπορέσουμε να σώσουμε τις παλιές εγγυήσεις της Αριστεράς από την οργίλη απογοήτευσή μας;

Δύο οικείες απαντήσεις ξεπηδάνε από πρόσφατους καυγάδες και κατηγορίες προς την Αριστερά. Η πρώτη είναι ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών μορφωμάτων που είναι γνωστά με ποικίλα ονόματα, όπως πολιτισμικές πολιτικές ή πολιτικές της ταυτότητας. Εδώ, η συμβατική κατηγορία από μία μερίδα της Αριστεράς είναι ότι πολιτικά κινήματα που είναι ριζωμένα στην πολιτισμική ταυτότητα –φυλετική, σεξουαλική, εθνοτική ή έμφυλη– όχι μόνο αποφεύγει να αναφερθεί στη θεμελιώδη δομή της νεωτερικότητας, τον καπιταλισμό, και το θεμελιώδες του μόρφωμα, τις κοινωνικές τάξεις, αλλά επιπλέον κατακερματίζουν την πολιτική ενέργεια και τα ενδιαφέροντα της Αριστεράς κατά τρόπο ώστε να γίνεται αδύνατη η συγκρότηση συμμαχιών. Ο δεύτερος ένοχος επίσης έχει διάφορα ονόματα –μεταδομισμός, ανάλυση λόγου, μεταμοντερνισμός, λογοτεχνική θεωρία του συρμού που παρουσιάζεται ως πολιτική ανάλυση. Μαζί ή χωριστά, τα δύο αυτά φαινόμενα κρίνονται υπεύθυνα για τον αδύναμο, κατακερματισμένο και αποπροσανατολισμένο χαρακτήρα της σύγχρονης Αριστεράς.

Όλα αυτά δεν είναι πολύ καινούρια. Αλλά αν τα διαβάσουμε μέσα από το πρίσμα της αριστερής μελαγχολίας, το στοιχείο της μετάθεσης και στα δύο κατηγορητήρια ίσως εμφανιστεί πιο ανάγλυφα, εφόσον τότε θα αναγκαζόμασταν να ρωτήσουμε: ποιες πτυχές της αριστερής ανάλυσης ή ορθοδοξίας έχουν πια περιέλθει σε μαρασμό, αλλά οι οπαδοί τους προστατεύονται από τον κίνδυνο να το αναγνωρίσουν με το να στρέφουν την προσοχή τους σε διαρκείς επιπλήξεις ενάντια στις πολιτικές της ταυτότητας και το μεταδομισμό; Κι ακόμα, ποια ναρκισσιστική ταύτιση με την ορθοδοξία αυτή διατηρείται μέσα στο θρήνο για την απώλεια της κυριαρχίας της επί των νέων αριστερών και την απώλεια της ισχύος της στο πολιτικό πεδίο; Ποια αγάπη για τις υποσχέσεις και τις εγγυήσεις που κάποτε είχε η αριστερή ανάλυση συντηρείται, ενώ η ευθύνη και η απαξίωση για τη συντριβή αυτών των υποσχέσεων και εγγυήσεων επιρρίπτεται σε άλλους; Και μήπως δε βλέπουμε εδώ την Αριστερά να παίρνει το χαρακτήρα πράγματος, να πραγμοποιείται ως κάτι που «είναι», ως τη φαντασιακή μνήμη εκείνου που «ήταν» κάποτε, την ίδια τη στιγμή όπου σαφέστατα δεν είναι πλέον (ή δεν είναι ένα πράγμα); […]

Egon-Schiele-Two-Girls-_Lovers1911H παραδοσιολατρεία δεν είναι κάτι καινούριο στην αριστερή πολιτική, αλλά έχει γίνει ιδιαίτερα έκδηλη και ολέθρια τα τελευταία χρόνια […] όταν αυτή η παραδοσιολατρεία συνδυάζεται με μια απώλεια πίστης στο εξισωτικό όραμα που υπήρξε τόσο ουσιαστικό για τη σοσιαλιστική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το πρόβλημα της αριστερής παραδοσιολατρείας γίνεται πραγματικά πολύ σοβαρό. Αυτό που προκύπτει είναι μια Αριστερά που λειτουργεί χωρίς ούτε μια βαθιά και ριζική κριτική του στάτους κβο, ούτε μια πειστική εναλλακτική λύση στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτό που ίσως είναι πιο ανησυχητικό, είναι ότι πρόκειται για μια Αριστερά που έχει προσκολληθεί περισσότερο στην αδυναμία της παρά στην δυνάμει καρποφορία της, μια Αριστερά που νιώθει περισσότερο στο σπίτι της όταν ενοικεί όχι στην ελπίδα, αλλά στην ίδια την περιθωριακότητα και την αποτυχία της, μια Αριστερά που έτσι έχει πιαστεί σε μία δομή μελαγχολικής προσκόλλησης σε έναν ορισμένο τόνο του δικού της νεκρού παρελθόντος, που το πνεύμα του είναι σαν φάντασμα, που η δομή της επιθυμίας του είναι οπισθοδρομική και τιμωρητική.

Τι θα σήμαινε να πετάξουμε από πάνω μας τα μελαγχολικά και συντηρητικά ενδύματα της Αριστεράς και να την αναζωογονήσουμε πάλι με ένα ριζοσπαστικό κριτικό και οραματικό πνεύμα; Το πνεύμα αυτό θα ασπαζόταν την έννοια ενός βαθιού και μάλιστα ανησυχητικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, και όχι την αποστροφή μπροστά στην προοπτική αυτή, όσο κι αν πρέπει να έχουμε συνειδητοποιήσει πως ούτε η ολοκληρωτική επανάσταση ούτε η αυτόματη πρόοδος της ιστορίας θα μας οδηγήσει προς το όποιο αναδιατυπωμένο όραμα θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε. Ποια πολιτική ελπίδα μπορούμε να θρέψουμε, η οποία να μην θεμελιώνεται ψευδώς στην ιδέα ότι «η ιστορία είναι με το μέρος μας» ή ότι θα υπάρξει αναπόφευκτα λαϊκή ανταπόκριση προς τις όποιες αξίες μπορεί να αναπτύξουμε ως στοιχεία ενός νέου αριστερού οράματος; Τι είδους πολιτική και οικονομική τάξη πραγμάτων μπορούμε να φανταστούμε που να μην είναι ούτε κρατικά διευθυνόμενη ούτε ουτοπική, ούτε κατασταλτική ούτε ελευθεριακή, ούτε οικονομικά πτωχευμένη ούτε πολιτισμικά γκρίζα; Πώς μπορούμε να αντλήσουμε δημιουργικές δυνάμεις από τα σοσιαλιστικά ιδεώδη της αξιοπρέπειας, της ισότητας και της ελευθερίας χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι τα ιδεώδη αυτά ξεπήδησαν από ιστορικές περιστάσεις και προοπτικές που δεν είναι του παρόντος; Η έμφασή μου στη μελαγχολική λογική ορισμένων σύγχρονων αριστερών τάσεων δεν υπονοεί ότι συνιστάται ψυχοθεραπεία για να δοθεί απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Σημαίνει ωστόσο ότι θα έπρεπε να εξετάσουμε κατά πόσο τα αισθήματα και τα πάθη –μεταξύ αυτών και η λύπη, η οργή και το άγχος για προδομένες υποσχέσεις και χαμένες πυξίδες– που στηρίζουν την προσήλωσή μας σε αριστερές αναλύσεις και αριστερά προτάγματα, δημιουργούν δυνάμει συντηρητικές ή και αυτοκαταστροφικές πτυχές σε πολιτικά σχέδια που εμφανίζονται ως προοδευτικά.

(Αναδημοσίευση μέρους του άρθρου από: http://grassrootreuter.wordpress.com/  )

* Wendy Brown, “Resisting Left Melancholia”, in: David L. Eng and David Kazanjian (επιμ.), Loss: The Politics of Mourning, University of California Press, Berkeley 2002.

ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

squat16

Advertisements

61. Walter Benjamin …(1892-1940)

61. W.Benjamin.pm.22-10-2012

WALTER BENJAMIN …(1892-1940)

tulio.Crali-flight.ital.futurismΟ Benjamin διαφωνούσε κάθετα με την αντίληψη των κομουνιστών πως «η ιστορία είναι με το μέρος τους» ‘ έδειξε αντίθετα πως το διαφωτιστικό όραμά τους της προόδου, δεν διέφερε από την αστική κοσμοαντίληψη («λατρεία της εργασίας»). Το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών υπήρξε πολύ επιφυλακτικό απέναντι ακόμη και στις προσπάθειες του Benjamin να ξεκαθαρίσει τις θέσεις του απέναντι στους Γερμανούς συντηρητικούς: αρνήθηκε εξαρχής οποιαδήποτε συσχέτιση με τον Jung ή τον Klages ως απαράδεκτη κάτω από τις παρούσες ιστορικές περιστάσεις. Οι συνδέσεις βιταλισμού και φασιστικής ιδεολογίας είχαν γίνει φανερές σε όλους. Όσον αφορά τον Benjamin ωστόσο ο κύκλος αυτός της γερμανικής δεξιάς δεν υπήρξε η μόνη μεγάλη επιρροή: εξίσου σημαντικοί για μια εγκόσμια λύτρωση από τη μοντέρνα μυθολογία, στάθηκαν οι σουρεαλιστές, οι ουτοπικοί σοσιαλιστές ή ο Προυστ και ο Μπωντλαίρ. Ο Benjamin προσπάθησε να μετασχηματίσει τις θεωρίες των αντιδημοκρατών διανοούμενων της Βαϊμάρης: για τους διανοητές αυτούς η σκέψη δεν αποτελεί πλέον την υψηλότερη αποστολή της ανθρωπότητας, αλλά μάλλον η βίωση, η αίσθηση, το βλέμμα, η επικαιροποίηση του μύθου.
Μπορεί εν τέλει η απόπειρα σύστασης του ιστορικού υλισμού ως μια θεωρία της εμπειρίας να στεφθεί από επιτυχία; Μπορούμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο μιας «ποιητικής πολιτικής»; (Benjamin). Ο Benjamin υποστηρίζει πως ο ιστορικός υλισμός οφείλει, εάν θέλει να “νικήσει”, να θέσει τη θεολογία στην υπηρεσία του.1

Σύμφωνα με τον M. Lowy, η σύνδεση μεταξύ μεσσιανικών και ουτοπικών-αναρχικών θεμάτων έχει τις ρίζες της στη νεο-ρομαντική κριτική της «προόδου». Στον Benjamin, ήδη από τα πρώτα του γραπτά (1914), ουτοπία, αναρχισμός, επανάσταση και μεσσιανισμός συνδυάζονται και αρθρώνονται με μια πολιτιστική κριτική της προόδου και της καθαρά τεχνικής/ επιστημονικής γνώσης. «Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ούτε το μεσσιανισμό ούτε τον αναρχισμό του Benjamin δίχως το ρομαντικό πολιτισμικό πεδίο που του χρησιμεύει ως κοινό θεμέλιο. Θα ήταν λάθος ωστόσο να μη διακρίνουμε επίσης την ορθολογιστική κατεύθυνση, τον Aufklarer, της κοσμοαντίληψής του, κυρίως σε σχέση με τον Kant και τον νεο-καντιανισμό (Herman Cohen)».2
Albert_Gleizes-1909Bords_de_la_MarneΟ Benjamin αναζήτησε το σημείο σύγκλισης μεταξύ εβραϊκού μεσσιανισμού και προλεταριακού διεθνισμού, ρομαντικής κριτικής του αστικού πολιτισμού και πεφωτισμένου ανθρωπισμού. Οι πολιτικές του αντιλήψεις είχαν επηρεαστεί από τις αντιλήψεις των ελευθεριακών, των αναρχικών και αναρχοσυνδικαλιστών στοχαστών, οι οποίοι και παρουσιάζουν συγγένειες με τον αντικαπιταλιστικό ρομαντισμό: G. Sorel, G. Landauer, Tolstoy, Strindberg. Ο Scholem χαρακτήρισε το δόγμα που τους ήταν κοινό το 1919, ως «θεοκρατικό αναρχισμό». Ο ίδιος ο Benjamin, κατά τη δεκαετία του 1920, θα χαρακτηρίσει τις δικές του (αντι-)πολιτικές ιδέες ως «μηδενισμό».

Ο Lowy κατανοεί τη σχέση του αναρχισμού του Benjamin με τον εβραϊκό μεσσιανισμό με βάση την έννοια της εκλεκτικής συγγένειας: «ξεκινώντας από τις ίδιες νεο-ρομαντικές ρίζες, οι δύο πολιτισμικές μορφές έχουν μια ουτοπική-ρεστιτουσιονιστική δομή κοινή μεταξύ τους, μια επαναστατική/ καταστροφολογική προοπτική της ιστορίας και μια ελευθεριακή εικόνα του εδεμικού μέλλοντος». Στο δοκίμιο για τη βία (εμπνευσμένο από το έργο Στοχασμοί περί της βίας του Sorel), ο Benjamin εκφράζει την απόλυτη αποδοκιμασία του για τους κρατικούς θεσμούς (αστυνομία, κοινοβούλιο), ενώ επιδοκιμάζει την αντικοινοβουλευτική κριτική των μπολσεβίκων και των αναρχοσυνδικαλιστών, όπως και τη ιδέα του Sorel για μια «γενική απεργία» η οποία έχει ως μοναδικό της έργο την «καταστροφή της βίας του Κράτους». Σύλληψη αναρχική, η οποία ωστόσο μας οδηγεί στη σφαίρα της μεσσιανικής θεολογίας: η «επαναστατική βία», ως βία καθαρή και άμεση, αποτελεί εκδήλωση της ‘θεϊκής βίας’, της μόνης η οποία ικανή να σπάσει «τον μαγικό κύκλο των μυθικών μορφών του δικαίου» και να εγκαθιδρύσει «μια νέα ιστορική εποχή». Η θεία/ επαναστατική βία «καταστρέφει το δίκαιο» και αντιτίθεται στη «μυθική βία» η οποία το θεμελιώνει, όπως και στη βία που συντηρεί το δίκαιο.3

w.homer-fog-warningΣε επιστολή του προς τον Scholem ο Benjamin θα αναφέρει πως οι αναρχικές μέθοδοι είναι «ασφαλώς ακατάλληλες» και οι κομουνιστικοί στόχοι «μια α-νοησία». Εν τούτοις αυτό «δεν αφαιρεί ούτε ένα γιώτα από την κομουνιστική δράση, γιατί αυτή αποτελεί το διορθωτικό αυτών των σκοπών και γιατί δεν υπάρχουν συνετού πολιτικοί σκοποί». Τι σημαίνει αυτό; Ο Lowy συνάγει από εδώ κάποιες «θετικές» υποδηλώσεις: οι αναρχικοί σκοποί είναι σημαντικοί, διότι δεν αποτελούν πολιτικούς σκοπούς αλλά η καλύτερη μέθοδος για την επίτευξή τους προσφέρεται από την κομουνιστική δράση.
Χωρίς το μεσσιανικό πνεύμα η επανάσταση και ο ιστορικός υλισμός δεν μπορούν να θριαμβεύσουν – σε αντίθεση με τις χυδαίες «μηχανιστικές» αντιλήψεις της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού οι οποίες αντιλαμβάνονται την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ως κάτι το οποίο οδηγεί «αυτόματα» στην τελική κρίση του καπιταλισμού και τη νίκη του προλεταριάτου. Η απώλεια της εμπειρίας, για τον Benjamin, είναι συνυφασμένη με την μετατροπή σε «αυτόματο»: επαναληπτικές, κενές νοήματος και μηχανικές χειρονομίες των εργατών, ή ακόμη και των περαστικών μέσα στο πλήθος. Η «αλληγορία του αυτομάτου», οξεία και απελπιστική αντίληψη του μηχανικού, μονότονου, κενού χαρακτήρα της ζωής στη βιομηχανική κοινωνία, διαπερνά όλα τα τελευταία γραπτά του Benjamin.
Εάν το αυτόματο είναι ο άνθρωπος που έχει χάσει κάθε εμπειρία και μνήμη, ο δεσμός ανάμεσα στην θεολογία και τον ιστορικό υλισμό είναι η «ανάμνηση» (η οποία διακρίνεται από την «ενθύμηση» που είναι συνδεδεμένη με το απλό βίωμα). Η ανάμνηση αναφέρεται σε δύο τομείς της χαμένης εμπειρίας: τη μάχη των ηττημένων γενεών (αυτά είναι θύματα της προόδου), και τον «χαμένο παράδεισο» – αυτόν από όπου μας απομακρύνει η καταιγίδα της προόδου (πρόκειται για την εμπειρία των προϊστορικών αταξικών κοινωνιών).

Στο Passagenwerk ο Benjamin θα συνδέσει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο με το τέλος της εκμετάλλευσης της φύσης από τον άνθρωπο. Το παιχνίδι ως πρότυπο μιας εργασίας μη εκμεταλλευόμενης και εκμεταλλευτικής (η «παθιασμένη εργασία» του Fourier), του φαίνεται ικανή να δημιουργήσει ένα νέο κόσμο. Ωστόσο, ο Benjamin διαβεβαιώνει ότι η μεταμόρφωση αυτή της εργασίας «προϋποθέτει έντονα ανεπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις».
Τοποθετώντας την «χρυσή εποχή του» μέσα στο προϊστορικό παρελθόν, ο Benjamin ξεχωρίζει από το βασικό ρεύμα του γερμανικού ρομαντισμού, νοσταλγική πατρίδα του οποίου υπήρξε ο Μεσαίωνας. Εν πάση περιπτώσει, για τον Benjamin δεν τίθεται θέμα επιστροφής στον πρωτόγονο κομουνισμό ‘ το ζήτημα είναι να κερδίσουμε με μια συλλογική ανάμνηση την χαμένη εμπειρία του παλαιού αντι-αυταρχικού αντι-πατριωτικού εξισωτισμού και να λάβουμε από αυτόν μια πνευματική δύναμη στη μάχη για την μελλοντική αταξική κοινωνία. Η απολεσθείσα εμπειρία της οποίας την ανάμνηση βρίσκει ο Benjamin στον Μπωντλαίρ είναι η εμπειρία μιας αταξικής κοινωνίας που ζει αρμονικά με τη φύση – εμπειρία η οποία χάθηκε στο σύγχρονο βιομηχανικό/ καπιταλιστικό πολιτισμό, και η κληρονομιά της οποίας πρέπει να διασωθεί από την σοσιαλιστική ουτοπία.
Camille.Pissarro_NorwoodΕίναι η προλεταριακή επανάσταση αυτή η οποία μπορεί να επιτελέσει την μεσσιανική διακοπή της ροής του κόσμου. Τρεφόμενη από την ανάμνηση, αυτή μονό μπορεί να καταργήσει την Κόλαση του εμπορεύματος, να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από την μυθική αγωνία και κάθε άτομο από την κατάσταση του αυτομάτου. Η αταξική κοινωνία είναι η εκκοσμικευμένη μορφή της μεσσιανικής εποχής, του χαμένου / ξανακερδισμένου Παραδείσου. Η επανάσταση δεν αποτελεί συνέχιση της «προόδου» αλλά διακοπή της ‘ είναι ταυτόχρονα ουτοπία του μέλλοντος και λύτρωση μεσσιανική. Πρόκειται για μια λυτρωτική διακοπή της συνέχειας της ιστορίας, ενεργοποίηση των φρένων εκτάκτου ανάγκης ενάντια στον μύθο της προόδου ως αυτόματης, ακάθεκτης και απεριόριστης «βελτίωσης», και ενάντια σε μια αντίληψη της τεχνικής προόδου ως ρεύματος που αρκεί να το ακολουθήσουμε για να πάμε μπροστά.

Η επανάσταση των καταπιεσμένων είναι συνδεδεμένη με τη μορφή του Μεσσία: αυτός δεν έρχεται μόνο ως «λυτρωτής», αλλά επίσης και ως «νικητής του Αντίχριστου», το σύγχρονο πρόσωπο του οποίου αποτελεί το Γ΄ Ράϊχ. Έργο του Μεσσία είναι να «αποκαταστήσει αυτό που έχει καταστραφεί».4 Ο «ιστορικός μεσσιανισμός» βρίσκεται στον αντίποδα ενός «προοδευτικού ιστορισμού»: ο Μεσσίας δεν έρχεται στο τέλος μιας εξέλιξης, αλλά «διαρρηγνύει την ιστορία». Ο M. Lowy επισημαίνει μια «αντιστοιχία» «μεταξύ κάθε όρου της κοσμικής επαναστατικής ουτοπίας και της ιερής μεσσιανικής σφαίρας, μεταξύ ιστορίας της λύτρωσης και ιστορίας της πάλης των τάξεων»5: στον χαμένο Παράδεισο αντιστοιχεί η προϊστορική κομουνιστική κοινωνία, εξισωτική (αταξική), δημοκρατική, μη αυταρχική, που ζει σε αρμονία με τη φύση. Στην εκδίωξη από τον Κήπο της Εδέμ, ή την καταιγίδα που μας απομακρύνει από τον Παράδεισο προς την Κόλαση, αντιστοιχεί η «πρόοδος», ο βιομηχανικός πολιτισμός, η κερδοσκοπική κοινωνία. Στην έλευση του Μεσσία αντιστοιχεί η προλεταριακή/ επαναστατική διακοπή της ιστορίας. Στην Μεσσιανική Εποχή αντιστοιχεί η νέα κοινωνία χωρίς τάξεις και Κράτος και η οικουμενική της γλώσσα.

Ο ίδιος ο Benjamin είχε εξηγήσει σε επιστολή του προς τον Scholem το 1926, ότι ενδιαφερόταν για μια μορφή ταυτότητας μεταξύ θρησκείας και πολιτικής. Πολλοί συλλαμβάνουν τη σχέση μεσσιανισμού – επανάστασης, είτε ως τάση «εκκοσμίκευσης» είτε ως «θεολογικοποίηση του μαρξισμού». Ωστόσο η αντιστροφή του μεσσιανισμού στο πολιτικό δεν μπορεί να κατανοηθεί με την κατηγορία της εκκοσμίκευσης, μια και η θρησκευτική διάσταση δεν εκλείπει. Αυτό που μπορούμε να πούμε σύμφωνα με τον Lowy είναι ότι αυτή η διάσταση έχει «κοσμικές προϋποθέσεις και συνέπειες». Για τον Benjamin φαίνεται πως δεν μπορεί να υπάρξει αταξική κοινωνία χωρίς επαναστατική διακοπή της ιστορικής συνέχειας («προόδου»), και δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική δράση του προλεταριάτου εάν ο σκοπός (η αταξική κοινωνία) δεν γίνει κατανοητός ως σημείο ρήξης. Σκοπός του Benjamin, γράφει ο Lowy δεν είναι «η επανάσταση για την επανάσταση», αλλά χωρίς επανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει λύτρωση, «και χωρίς μια μεσσιανική/ λυτρωτική άποψη της ιστορίας δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά ριζοσπαστική επαναστατική πράξη».6

——————————————————————————-

1 Σύμφωνα με τον Habermas η προσπάθεια συμφιλίωσης του ιστορικού υλισμού με μια ερμηνευτική της λύτρωσης είναι καταδικασμένη σε αποτυχία: μια θεωρία που βασίζεται στην ιστορική εξέλιξη, και μια μεσσιανική άποψη της ιστορίας η οποία δίνει νόημα μόνο σε εκείνες τις παρεμβάσεις οι οποίες παρουσιάζονται ως ρήγματα στο συνεχές της ιστορίας, είναι απλά ασυμβίβαστες. Βλπ. J. Habermas: Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 27. Richard Wolin: Βάλτερ Μπένγιαμιν. Ένας αισθητικός της λύτρωσης. Επίσης και Suzan Buck-Morss: Η διαλεκτική της όρασης, σελ. 50-51.
2 Michael Lowy: Λύτρωση και Ουτοπία, εκδ. Ψυχογιός, σελ. 154.
3 Walter Benjamin: Για μια κριτική της βίας, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα.

4 Βλπ. στις Θέσεις για την ιστορία (1940).
5 Λύτρωση και Ουτοπία, σελ. 192.
6 Λύτρωση και Ουτοπία, σελ. 194.

ΑΥΤΟΝΟΜΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

benjamin-id